Στη μακρά, αδέξια προσπάθειά της να επιστρέψει στην κορυφή του αθλήματος που η ίδια εφηύρε, η Αγγλία έχει επενδύσει δισεκατομμύρια για να φτιάξει μια ομάδα ικανή να κατακτήσει το Μουντιάλ.
Έχει ρίξει αμύθητα ποσά στην ανάπτυξη των τμημάτων υποδομής, έχει ξοδέψει αφειδώς για ένα υπερσύγχρονο προπονητικό κέντρο και έχει πληρώσει εξωφρενικά ποσά για να προσελκύσει κορυφαίους προπονητές από τη Γερμανία, την Ιταλία και —παραδόξως— τη Σουηδία.
Όμως τώρα, περίπου 60 χρόνια μετά την τελευταία της επαφή με τη διεθνή ποδοσφαιρική δόξα, η Αγγλία κατάφερε επιτέλους να βγάλει μια φουρνιά παικτών με το ταλέντο να φτάσει μέχρι το τέλος της διαδρομής αυτό το καλοκαίρι — μια σοδειά επιθετικών σούπερ σταρ, προικισμένων με ταχύτητα, ικανότητα και τεχνική μαγεία, που τους ζηλεύει όλος ο υπόλοιπος κόσμος.
Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: Έχουν μείνει όλοι πίσω στην πατρίδα τους.
Όταν τα «Τρία Λιοντάρια» ξεκινήσουν τις υποχρεώσεις τους στο τουρνουά απέναντι στην Κροατία την Τετάρτη, ορισμένα από τα πιο λαμπερά ταλέντα του αγγλικού ποδοσφαίρου δεν θα βρίσκονται πουθενά κοντά στην αρχική ενδεκάδα.
Ο Κόουλ Πάλμερ, ο πλέι μέικερ της Τσέλσι που ανακηρύχθηκε κορυφαίος παίκτης στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων το περασμένο καλοκαίρι, ήταν μεταξύ εκείνων που αποκλείστηκαν από την αποστολή της Αγγλίας. Το ίδιο συνέβη και με τον Φιλ Φόντεν, τον έξι φορές πρωταθλητή Αγγλίας με τη Μάντσεστερ Σίτι. Ο Τρεντ Αλεξάντερ-Άρνολντ, νικητής του Champions League με τη Λίβερπουλ και αναμφίβολα το καλύτερο επιθετικό μπακ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, κρίθηκε επίσης περιττός.
Αυτοί ηγούνται μιας λίστας σοκαριστικών αποκλεισμών, στην οποία περιλαμβάνεται και ο Χάρι Μαγκουάιρ. Η ίδια του η μητέρα αποτύπωσε το κλίμα που επικρατεί στη χώρα, όταν κατακεραύνωσε την απόφαση να μείνει εκτός ο γιος της — ένας θηριώδης κεντρικός αμυντικός, γνωστός με το παρατσούκλι “Slabhead” (Κεφάλας).
«Ντροπή», είπε. «Είμαι απόλυτα αηδιασμένη».
Και δεν ήταν η μόνη.
«Υπάρχουν πιθανότατα δύο ή τρεις, ίσως και τέσσερις παίκτες που εγώ δεν θα είχα συμπεριλάβει σε αυτή την αποστολή», δήλωσε ο πρώην αρχηγός Άλαν Σίρερ. «Προσωπικά, δεν μας βλέπω να το κερδίζουμε».
«Απλώς δεν καταλαβαίνω αυτή την ομάδα», δήλωσε ο Τόνι Κότι, πρώην επιθετικός της Αγγλίας. «Πραγματικά δεν την καταλαβαίνω».
Η γερμανική προσέγγιση του Τόμας Τούχελ
Αυτή η αίσθηση σύγχυσης ίσως πηγάζει από το γεγονός ότι η αποστολή της Αγγλίας για αυτό το τουρνουά ανακοινώθηκε με γερμανική προφορά. Μετά από μια σειρά χαμένων ευκαιριών, συμπεριλαμβανομένου του αποκλεισμού στα ημιτελικά του Μουντιάλ του 2018, η Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία στράφηκε στον Τόμας Τούχελ, έναν 52χρονο από τη Βαυαρία. Τώρα είναι δική του δουλειά να σχεδιάσει το τέλος μιας περιόδου ξηρασίας τίτλων που κρατά από το μακρινό 1966.
Στους 18 μήνες που έχουν μεσολαβήσει από τον διορισμό του, έχει γίνει σαφές ότι ο Τούχελ —ο οποίος οδήγησε την Τσέλσι στον τίτλο του Champions League και έχει δει τη δική του χώρα να σηκώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο τρεις φορές στη ζωή του— έχει πολύ διαφορετικές ιδέες για το πώς κοουτσάρει κανείς μια εθνική ομάδα σε σχέση με τους προκατόχους του.
«Όσα γνωρίζω για το διεθνές ποδόσφαιρο μου λένε ότι τα πάντα αφορούν την ομάδα και τη χημεία», δήλωσε ο Τούχελ, εξηγώντας ότι η κουλτούρα της ομάδας είναι το παν. «Το καλύτερο σύνολο δεν αποτελείται απαραίτητα από τους 26 πιο ταλαντούχους παίκτες».
Όλα αυτά θεωρούνται ξένη φιλοσοφία στη Βρετανία, όπου παραδοσιακά η δουλειά του προπονητή της Αγγλίας ήταν να εντοπίζει τους καλύτερους παίκτες και να χτίζει την ομάδα γύρω τους.
Όχι ότι αυτή η προσέγγιση έφερε κάποια ιδιαίτερη επιτυχία. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η λεγόμενη «Χρυσή Γενιά» της Αγγλίας καταστράφηκε από τις υποβόσκουσες κόντρες ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα. Το 2024, τα «Τρία Λιοντάρια» πήραν στο Euro μια ομάδα γεμάτη δημιουργούς, αλλά προχώρησαν με το ζόρι στο τουρνουά, καθώς οι παίκτες κατέληξαν να εμποδίζουν ο ένας τον άλλον μέσα στο γήπεδο.
Η αποθέωση της αποτελεσματικότητας έναντι του ταλέντου
Παρ’ όλα αυτά, στην Αγγλία υπάρχει έντονη ανησυχία όχι μόνο για τα μεγάλα ονόματα που αγνόησε ο Τούχελ, αλλά και για τις θέσεις στις οποίες αγωνίζονται. Συγκεκριμένα, παραέβλεψε μερικούς από τους πιο δημιουργικούς επιθετικούς παίκτες της χώρας, οι οποίοι θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν μια άμυνα όταν τα παιχνίδια είναι κλειστά και το διακύβευμα μεγαλώνει.
Εκτός από τους Φόντεν και Πάλμερ, ο Τούχελ επέλεξε να μην πάρει τον Τζάροντ Μπόουεν, ο οποίος είχε τα περισσότερα γκολ και ασίστ συνδυαστικά από οποιονδήποτε Άγγλο παίκτη στην Premier League την περασμένη σεζόν. Εκτός έμεινε και ο Μόργκαν Γκιμπς-Γουάιτ, ο οποίος τερμάτισε δεύτερος στη σχετική λίστα.
«Πήγε με τη γερμανική αποτελεσματικότητα», σχολίασε ο Κότι. «Αλλά πού είναι οι παίκτες με το απρόβλεπτο ταλέντο; Ποιος θα μπει αλλαγή για να βάλει ένα γκολ ή να αλλάξει το παιχνίδι;»
Για την Αγγλία, ο αποκλεισμός τέτοιων παικτών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γίνει κατανοητός, επειδή για πάρα πολύ καιρό η χώρα απλώς δεν διέθετε τέτοιο ταλέντο. Η βελτίωση της Αγγλίας στο διεθνές ποδόσφαιρο είναι το αποτέλεσμα ενός προγράμματος εκπαίδευσης με την ονομασία “England DNA”, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή το 2014 και έδωσε προτεραιότητα στην ανάπτυξη τεχνικά καταρτισμένων παικτών, που νιώθουν άνετα να υποδέχονται την μπάλα σε στενούς χώρους.
Πάνω από μια δεκαετία αργότερα, το πρόβλημα της Αγγλίας είναι ότι μάλλον έβγαλε… πάρα πολλούς. Για τη θέση «10», διαθέτει τον Τζουντ Μπέλιγχαμ, έναν από τους καλύτερους νεαρούς παίκτες στον κόσμο, και τον Μόργκαν Ρότζερς, ο οποίος μόλις ανακηρύχθηκε Καλύτερος Νεαρός Παίκτης της Σεζόν στην Premier League. Είτε για καλό είτε για κακό, ο Τούχελ δεν ήθελε να πάρει περισσότερους από δύο παίκτες για να καλύψει μία και μόνο θέση στην ενδεκάδα του.
«Πρέπει να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να επιλέγει την ομάδα του και ποιους θέλει μαζί του», είπε ο Σίρερ. «Αλλά αν η Αγγλία δεν τα πάει καλά, ξέρει πολύ καλά τι τον περιμένει».



