Σε μια περίοδο όπου τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας βρίσκονται αντιμέτωπα με δημοσιονομικές πιέσεις, γήρανση του πληθυσμού και αυξανόμενο ανταγωνισμό για δημόσιους πόρους, ο Oliver Bleck, Head Europe South της Roche, υποστηρίζει ότι η καινοτομία στην υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή δαπάνη. Στη συνέντευξή του στο tovima.gr μιλά για την ανάγκη σύνδεσης της πολιτικής υγείας με την ανταγωνιστικότητα, τις στρεβλώσεις του clawback, τις καθυστερήσεις στην πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες και τις προϋποθέσεις ώστε η Ελλάδα να προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις στις βιοεπιστήμες.
- «Κύριε Bleck, την ώρα που οι εθνικοί προϋπολογισμοί πιέζονται έντονα από παγκόσμιες και εγχώριες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, γιατί η καινοτομία στην υγεία θα πρέπει να προστατεύεται από τα ίδια μέτρα περιορισμού του κόστους που ισχύουν για άλλους δημόσιους τομείς;»
Παγκοσμίως, τα συστήματα υγείας αντιμετωπίζουν έντονη δημοσιονομική πίεση λόγω των ραγδαίων δημογραφικών αλλαγών, της γήρανσης του πληθυσμού και των ανταγωνιστικών πιέσεων στον προϋπολογισμό, όπως οι αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες. Η αντιμετώπιση της καινοτομίας στην υγεία καθαρά ως μια βραχυπρόθεσμη, μεμονωμένη κοινωνική δαπάνη που πρέπει να περιοριστεί, αποτελεί μια μη βιώσιμη στρατηγική. Η πολιτεία πρέπει να αναγνωρίσει ότι ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο σύστημα υγείας είναι μια θεμελιώδης επένδυση στις υποδομές καθώς και πρωταρχικός μοχλός για την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού και την οικονομική ανθεκτικότητα μιας χώρας.
Όταν δίνουμε προτεραιότητα στην υγεία, δεν δημιουργούμε ένα έξοδο αλλά έναν πολλαπλασιαστή, καθώς για κάθε €1 που επενδύουμε σήμερα δημιουργούμε €2 έως €4 σε απόδοση για την κοινωνία μας και την οικονομία μας αύριο.
Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να χαρτογραφεί ενεργά το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο για την περίοδο 2028–2034 και την Ελλάδα να προετοιμάζεται για την επικείμενη Προεδρία της στην Ε.Ε., το status quo πρέπει να επανεκτιμηθεί.
Η Ελλάδα έχει μια μοναδική ευκαιρία να ηγηθεί ενός περιφερειακού διαλόγου που θα αναδείξει την υγεία σε κορυφαία ευρωπαϊκή πολιτική προτεραιότητα, διασφαλίζοντας ότι τα νέα ιατρικά επιτεύγματα θα υιοθετούνται ως οικονομικές λύσεις και όχι ως οικονομικές υποχρεώσεις.
- «Η έκθεση Draghi επισημαίνει μια σαφή μείωση επενδύσεων στη βιοτεχνολογία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι αυτή η φυγή κεφαλαίων απλώς ένα σύμπτωμα των παγκόσμιων τάσεων της αγοράς που ακολουθεί η φαρμακοβιομηχανία, ή αποκαλύπτει μια αποτυχία σύνδεσης των αντίστοιχων πολιτικών μας για την υγεία και τη βιομηχανία;»
Όπως υπογραμμίζεται στην έκθεση Draghi, η ιστορική πρωτοπορία της Ευρώπης στη βιοτεχνολογία και την ιατρική καινοτομία έχει εισέλθει σε μια περίοδο απότομης κάμψης σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ραγδαία αναπτυσσόμενες ασιατικές αγορές. Η δυσκαμψία του κανονιστικού και χρηματοδοτικού πλαισίου της ηπείρου ωθεί τα κεφάλαια έρευνας και ανάπτυξης παγκοσμίως να μετακινούνται με ευελιξία σε περιοχές που προσφέρουν μεγαλύτερη σαφήνεια, ταχύτητα και προβλεψιμότητα της αγοράς. Το ευρωπαϊκό αποτύπωμα των βιοεπιστημών παραμένει τεράστιο, καθώς ο κλάδος αποτελεί μια κινητήριο δύναμη που απασχολεί 2,3 εκατομμύρια ανθρώπους, συνεισφέρει συνολικά περίπου 300 δισ. ευρώ στην οικονομία και επενδύει το εντυπωσιακό ποσό των 55 δισ. ευρώ σε έρευνα και ανάπτυξη κάθε χρόνο.
Η πολιτική υγείας δεν μπορεί πλέον να ασκείται απομονωμένα από τα Υπουργεία Υγείας, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βασικό συστατικό των εθνικών βιομηχανικών πολιτικών και των πολιτικών περί ανταγωνιστικότητας. Το εσωτερικό τοπίο της Ευρώπης έχει καταστεί εξαιρετικά κατακερματισμένο, επηρεάζοντας άμεσα τις τοπικές αγορές. Επειδή κάθε ευρωπαϊκό έθνος λειτουργεί κυρίως μεμονωμένα στην πολιτική υγείας, με τα δικά του μοναδικά γραφειοκρατικά εμπόδια, η ήπειρος στερείται μιας ενιαίας αγοράς κλίμακας.
Όπως επισημαίνει ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος στην πρόσφατη έκθεση Facts & Figures 2025, από τα περίπου 52 δισ. ευρώ που επενδύθηκαν σε όλη την Ευρώπη στην έρευνα βιοεπιστημών για το 2023, η Ελλάδα προσέλκυσε μόλις 161 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποδεικνύει ότι το επιστημονικό ταλέντο από μόνο του δεν είναι πλέον αρκετό για την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων χωρίς τις αντίστοιχες διασυνδεδεμένες πολιτικές. Πολιτικές τέτοιες ώστε να προσφέρουν ουσιαστικά επενδυτικά κίνητρα, αποτελεσματικές διαδικασίες κλινικής έρευνας και κατάλληλη αξιολόγηση και επιβράβευση της καινοτομίας.
- «Όταν ένα σύστημα υγείας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αναδρομικές επιστροφές του κλάδου για να εξισορροπήσει τις αυξανόμενες φαρμακευτικές δαπάνες του, σε ποιο σημείο ο δημοσιονομικός αυτός μηχανισμός από μια διόρθωση προϋπολογισμού καταλήγει σε έναν κυρίαρχο κίνδυνο αγοράς;»
Η εξάρτηση από τον υποχρεωτικό μηχανισμό επιστροφών, το γνωστό clawback, έχει μετατραπεί από μια βραχυπρόθεσμη απάντηση στην οικονομική κρίση σε ένα μόνιμο διαρθρωτικό πλαίσιο. Αυτή τη στιγμή, ο μηχανισμός αυτός εφαρμόζεται οριζόντια, χωρίς να κάνει καμία ουσιαστική διάκριση μεταξύ των φαρμάκων με βάση τη θεραπευτική και τη συνολική τους αξία για το σύστημα υγείας, την οικονομία και την κοινωνία συνολικά. Δεν μπορείς να σταθεροποιήσεις ένα σύστημα υγείας απλώς διαχειριζόμενος και διανέμοντας την οικονομική υπέρβαση εκ των υστέρων. Ο καθηγητής Οικονομικών Υγείας κ. Καναβός τονίζει ότι το τρέχον σύστημα υποχρεωτικών επιστροφών είναι ένα ανακριβές, ισοπεδωτικό εργαλείο που καταπνίγει τις επενδύσεις, ενώ αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει τις θεμελιώδεις αιτίες των αναποτελεσματικών δαπανών. Για να αλλάξει αυτό, οι αρχές πρέπει να σταματήσουν απλώς να τιμωρούν τον κλάδο για τις υπερβάσεις. Αντίθετα, οφείλουν να διαχειρίζονται προληπτικά τον ήδη διαθέσιμο προϋπολογισμό, με γνώμονα την πραγματική αξία των θεραπειών και των υπηρεσιών υγείας.
Είναι εξίσου απαραίτητο να εξασφαλιστούν επίπεδα χρηματοδότησης που ευθυγραμμίζονται με το δημογραφικό προφίλ της χώρας και τις ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης των ασθενών. Τα δεδομένα δείχνουν ότι μεταξύ 2019 και 2024, η δημόσια χρηματοδότηση της υγείας στην Ελλάδα αυξήθηκε περί το 3,65% ετησίως, ενώ η πραγματική φαρμακευτική δαπάνη που καθοδηγείται από τη ζήτηση των ασθενών αυξήθηκε κατά 10,9%. Αυτή η πολυετής απόκλιση δημιουργεί ένα διαρθρωτικό κενό που επιβαρύνει δυσανάλογα τον ιδιωτικό τομέα για τη διατήρηση της παροχής της υγειονομικής περίθαλψης. Αυτή η απόκλιση επηρεάζει άμεσα την εφοδιαστική αλυσίδα και τις τοπικές κυκλοφορίες προϊόντων, οδηγώντας και σε περιφερειακές ανισότητες στην πρόσβαση. Υπό το παρόν πλαίσιο, από τις 173 καινοτόμες θεραπείες που εγκρίθηκαν πρόσφατα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, μόνο 1 στις 5 έχει εξασφαλίσει την πλήρη πρόσβαση στους ασθενείς στην Ελλάδα. Η αντιμετώπιση αυτών των υποκείμενων στρεβλώσεων της αγοράς είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς στην Ελλάδα, καθώς και οι οικογένειές τους, δεν θα μείνουν πίσω καθώς η παγκόσμια ιατρική εξελίσσεται.
- «Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται προς τις Κοινές Κλινικές Αξιολογήσεις, υπάρχουν πλεονάζοντα επίπεδα αξιολόγησης εθνικά που θα πρέπει να αφαιρεθούν προκειμένου να καταλήξουμε σε ένα ολιστικό μοντέλο τιμολόγησης βασισμένο στην αξία;»
Ως σαφές παράδειγμα, το κριτήριο «5/11» στην αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας παραμένει μια κύρια πηγή διοικητικής καθυστέρησης, έχοντας ως αποτέλεσμα να χρειάζονται κατά μέσο όρο 641 ημέρες για να φτάσει μια θεραπεία στους ασθενείς μετά την έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να εφαρμόζει επιτυχώς τις Κοινές Κλινικές Αξιολογήσεις, αυτό το συγκεκριμένο εθνικό εμπόδιο έχει καταστεί πλέον περιττό. Ουσιαστικά, το κριτήριο «5/11» αναγκάζει την Ελλάδα να περιμένει μέχρι ώσπου οι καθορισμένες χώρες αναφοράς να αξιολογήσουν και να αποζημιώσουν τη θεραπεία πρώτες, δημιουργώντας έτσι μια σοβαρή διαδικαστική καθυστέρηση στην πρόσβαση των εγχώριων ασθενών. Η αφαίρεση αυτού του επιπέδου «διπλής» γραφειοκρατίας θα εξορθολογήσει άμεσα την πρόσβαση των ασθενών και θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Το πλαίσιο διαπραγμάτευσης τιμών θα πρέπει να αποσυνδεθεί από τιμωρητικές φόρμουλες επιστροφών, και οι διαδικασίες αποζημίωσης πρέπει να εξελιχθούν ώστε να αξιολογούν την ολιστική, μακροπρόθεσμη αξία της καινοτομίας. Αυτό μπορεί να γίνει μετρώντας την κλινική αξία ενός φαρμάκου και το πώς μια θεραπεία μειώνει την πληρότητα των νοσοκομειακών κλινών, ελαχιστοποιεί την επιβάρυνση της μακροχρόνιας φροντίδας και επιτρέπει στους ασθενείς και τους φροντιστές τους να επιστρέψουν στην ενεργό συμμετοχή στην οικονομία.
Η θέσπιση ενός σαφούς, προβλέψιμου ανώτατου ορίου στα υποχρεωτικά clawbacks είναι το κρίσιμο πρώτο βήμα προς την οικοδόμηση ενός βιώσιμου πλαισίου κοινής δημοσιονομικής ευθύνης μεταξύ του Κράτους και του κλάδου. Ταυτόχρονα, η επέκταση των κινήτρων για κλινικές δοκιμές, όπως ο μηχανισμός του επενδυτικού clawback, θα μετατρέψει τη δυναμική σε πραγματική δράση, επιτρέποντας στην Ελλάδα να αξιοποιήσει την παγκόσμιας κλάσης επιστημονική της κοινότητα και να διεκδικήσει το μερίδιο που δικαιωματικά της αναλογεί στο παγκόσμιο ερευνητικό αποτύπωμα. Ο κλάδος των βιοεπιστημών δεν αφορά μόνο την ανακάλυψη φαρμάκων, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος της λύσης και όχι απλώς ως ένας προμηθευτής. Είμαστε πάντα έτοιμοι να λειτουργήσουμε ως ενεργοί εταίροι στην επίλυση των συστημικών πιέσεων που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας, βοηθώντας στην οικοδόμηση ενός μοντέλου υγειονομικής περίθαλψης βασισμένου στην αξία, μεταφέροντας τη φροντίδα πιο κοντά στον ασθενή για την αποσυμφόρηση των νοσοκομείων, υποστηρίζοντας τη χρήση ψηφιακών εργαλείων όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, και δημιουργώντας δεδομένα υγείας από τον πραγματικό κόσμο για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων.



