Υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας οδηγήθηκε στο Δικαστικό Μέγαρο Πατρών ο Τζέιμς Δαλαμάγκας, ο άνδρας που αναζητούσαν οι αυστραλιανές Αρχές εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες για ανθρωποκτονία που σημειώθηκε στο Σίδνεϊ στα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Η εικόνα του δεν θύμιζε σε τίποτα τις παλιές φωτογραφίες που συνοδεύουν τον φάκελο της υπόθεσης. Με λευκά μαλλιά, πυκνή γενειάδα και φορώντας αλεξίσφαιρο γιλέκο, πέρασε την είσοδο του δικαστηρίου χωρίς να δώσει σαφείς απαντήσεις για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Αντί να τοποθετηθεί για την υπόθεση της δολοφονίας του Γιώργου Γιαννόπουλου το 1999, επέλεξε να αναφερθεί στον θάνατο του αδελφού του στο Σίδνεϊ έναν χρόνο νωρίτερα, υποστηρίζοντας πως πίσω από εκείνη την υπόθεση βρισκόταν διεφθαρμένος αστυνομικός.
Ο συνήγορός του υποστήριξε ότι ο πελάτης του αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στο έγκλημα και επικαλέστηκε την ελληνική νομοθεσία, τονίζοντας ότι ως Έλληνας υπήκοος δεν μπορεί να εκδοθεί στην Αυστραλία, ενώ έθεσε και ζήτημα παραγραφής της πράξης.
Οι σκιές μιας δεύτερης δολοφονίας
Το ενδιαφέρον των αυστραλιανών Αρχών δεν περιορίζεται μόνο στην υπόθεση Γιαννόπουλου.
Στο μικροσκόπιο βρίσκεται και η δολοφονία του 30χρονου Ευθύμιου (Τιμ) Βουκελάτου το 1997 στο προάστιο Campsie του Σίδνεϊ. Ο νεαρός ομογενής είχε βρεθεί νεκρός μέσα στο όχημά του, έχοντας δεχθεί πέντε πυροβολισμούς.
Σύμφωνα με πληροφορίες από την Αυστραλία, ο Δαλαμάγκας θεωρείται πρόσωπο-κλειδί στην έρευνα και για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ερωτηθείς σχετικά από δημοσιογράφους, απέφυγε κάθε σχόλιο, περιοριζόμενος σε ένα αινιγματικό χαμόγελο.
Η ζωή στο Άλσος Αιγιαλείας με άλλο όνομα
Για σχεδόν 27 χρόνια ο καταζητούμενος κατάφερε να παραμένει εκτός του πεδίου των ερευνών. Στο Άλσος Αιγιαλείας ήταν γνωστός ως «Αντώνης Τζίμας». Ζούσε σε κατοικία που την είχε μετατρέψει σε φρούριο, είχε σύντροφο και κινούνταν χωρίς να προκαλεί υποψίες. Οι κάτοικοι τον γνώριζαν ως έναν άνθρωπο που είχε επιστρέψει από το εξωτερικό για λόγους υγείας, επιλέγοντας μια πιο ήρεμη ζωή στην επαρχία.
Παράλληλα ασχολούνταν με αγροτικές δραστηριότητες και με το εμπόριο ελαιόλαδου, χτίζοντας μια καθημερινότητα που έδειχνε απολύτως φυσιολογική.
Οι ελληνικές Αρχές, έπειτα από πληροφορίες και συντονισμό με την Αυστραλία, παρακολούθησαν διακριτικά τις κινήσεις του πριν προχωρήσουν στη σύλληψή του.
Όταν αστυνομικοί τον προσέγγισαν έξω από το σπίτι του, εκείνος υποστήριξε πως ήταν ο «Αντώνης Τζίμας». Παρόντες εκείνη τη στιγμή ήταν η σύντροφός του και ο πατέρας του.
Τι βρέθηκε στο σπίτι του
Κατά την έρευνα στην κατοικία όπου διέμενε, οι αστυνομικοί εντόπισαν βαλλίστρα, βέλη και διάφορα αιχμηρά αντικείμενα. Ο χώρος ήταν ιδιαίτερα προστατευμένος, με ψηλή περίφραξη και σκυλιά φύλαξης, γεγονός που δυσκόλευε την πρόσβαση τρίτων. Για την υπόθεση συνελήφθησαν επίσης η σύντροφός του και ο πατέρας του, κατηγορούμενοι για υπόθαλψη.
Το έγκλημα του 1999 που δεν ξεχάστηκε ποτέ
Η υπόθεση που τον ακολουθεί επί δεκαετίες αφορά τη δολοφονία του Γιώργου Γιαννόπουλου στο Σίδνεϊ. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αυστραλιανών Αρχών, το περιστατικό εκτυλίχθηκε σε κέντρο διασκέδασης στο Belmore, όπου είχε ξεσπάσει συμπλοκή. Ο Γιαννόπουλος φέρεται να επιχείρησε να παρέμβει για να σταματήσει τον καβγά, όταν δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι και τραυματίστηκε θανάσιμα.
Την ίδια στιγμή, προκαλεί ερωτήματα το γεγονός ότι οι γονείς του ταξίδευαν συχνά μεταξύ Αυστραλίας και Ελλάδας, περνώντας μεγάλα χρονικά διαστήματα μαζί του, χωρίς ποτέ να προκύψει κάποιο στοιχείο που να οδηγήσει στον εντοπισμό του.
Με απόφαση του δικαστηρίου, ο ίδιος, η σύντροφός του και ο πατέρας του παραμένουν υπό κράτηση έως την επόμενη δικαστική διαδικασία, κατά την οποία θα κριθούν τα επόμενα βήματα της υπόθεσης.
Έπειτα από σχεδόν τρεις δεκαετίες καταδίωξης και ενώ σε βάρος του υπήρχε επικήρυξη ύψους 200.000 δολαρίων Αυστραλίας, ο άνδρας που κατάφερε να εξαφανιστεί από τα αρχεία των διωκτικών αρχών βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αντιμέτωπος με υποθέσεις που εξακολουθούν να απασχολούν έντονα την ελληνική κοινότητα της Αυστραλίας




