Η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται ότι υπολόγισε λανθασμένα το πώς θα αντιδρούσε το Ιράν σε μια στρατιωτική σύγκρουση, τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο.

Τρία ήταν τα βασικά πράγματα που η κυβέρνηση υπολόγισε λάθος:

  • πόσο σκληρά θα αντιδρούσε το Ιράν,
  • πόσο θα επηρεαζόταν η παγκόσμια οικονομία και το πετρέλαιο,
  • και πόσο δύσκολο θα ήταν να υπάρξει σαφής στρατηγική εξόδου από τον πόλεμο

Διαβάστε όσα έγιναν σήμερα στον πόλεμο στο liveblog του Βήματος

Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, αρκετοί σύμβουλοι της κυβέρνησης πίστευαν ότι ακόμη και αν ξεσπούσε πόλεμος, οι επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου θα ήταν περιορισμένες και προσωρινές.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια των ισραηλινών και αμερικανικών πληγμάτων εναντίον του Ιράν τον περασμένο Ιούνιο, ο υπουργός Ενέργειας Chris Wright έλεγε ότι οι αγορές είχαν επηρεαστεί ελάχιστα. «Οι τιμές του πετρελαίου ανέβηκαν στιγμιαία και μετά υποχώρησαν ξανά», σημείωνε.

Παρόμοια άποψη, σύμφωνα με πληροφορίες, είχαν και άλλοι σύμβουλοι του Τραμπ, οι οποίοι ιδιωτικά απέρριπταν τις προειδοποιήσεις ότι, αυτή τη φορά, το Ιράν θα μπορούσε να εξαπολύσει οικονομικό πόλεμο κλείνοντας σημαντικούς θαλάσσιους διαδρόμους.

Οι απειλές και οι άμεσες επιπτώσεις

Το μέγεθος αυτής της λανθασμένης εκτίμησης έγινε σαφές τις τελευταίες ημέρες, όταν το Ιράν απείλησε να ανοίξει πυρ εναντίον εμπορικών πετρελαιοφόρων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα στον κόσμο, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.

Οι απειλές αυτές είχαν άμεσες επιπτώσεις: η εμπορική ναυτιλία στον Περσικό Κόλπο περιορίστηκε σημαντικά, οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν απότομα και η αμερικανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναζητήσει επειγόντως τρόπους για να περιορίσει τις οικονομικές συνέπειες.

Ο  Τραμπ και οι σύμβουλοί του υπολόγισαν λάθος την αντίδραση της Τεχεράνης σε μια σύγκρουση που η ιρανική ηγεσία θεωρεί υπαρξιακή απειλή. Το Ιράν αντέδρασε πολύ πιο επιθετικά από ό,τι στον πόλεμο των 12 ημερών του περασμένου Ιουνίου, εξαπολύοντας καταιγισμό πυραύλων και drones εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, πόλεων σε αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και ισραηλινών αστικών κέντρων.

Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τα σχέδιά τους εν κινήσει, από την εσπευσμένη εκκένωση πρεσβειών έως την επεξεργασία προτάσεων πολιτικής για τη μείωση των τιμών των καυσίμων.

Μετά από κλειστή ενημέρωση προς τους βουλευτές, ο γερουσιαστής Christopher S. Murphy δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η κυβέρνηση δεν είχε σχέδιο για τα Στενά του Ορμούζ και «δεν γνωρίζει πώς θα τα ανοίξει ξανά με ασφάλεια» αναφέρει το δημοσίευμα των New York Times.

Οι εσωτερικές ανησυχίες

Στο εσωτερικό της κυβέρνησης, ορισμένοι αξιωματούχοι εμφανίζονται όλο και πιο απαισιόδοξοι λόγω της έλλειψης σαφούς στρατηγικής για τον τερματισμό του πολέμου. Παρ’ όλα αυτά αποφεύγουν να εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους στον πρόεδρο, ο οποίος συνεχίζει να δηλώνει ότι η στρατιωτική επιχείρηση αποτελεί πλήρη επιτυχία.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολιν Λέβιτ δήλωσε ότι η κυβέρνηση «είχε ένα ισχυρό σχέδιο» πριν ξεσπάσει ο πόλεμος και υποστήριξε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα υποχωρήσουν όταν τελειώσει. «Η σκόπιμη διαταραχή στην αγορά πετρελαίου από το ιρανικό καθεστώς είναι προσωρινή και απαραίτητη για το μακροπρόθεσμο όφελος της εξάλειψης αυτών των τρομοκρατών και της απειλής που αποτελούν για την Αμερική και τον κόσμο», ανέφερε σε ανακοίνωσή της.

Πιθανή διέξοδος

Παρά την αρχική βεβαιότητα της κυβέρνησης του Ντόναλν Τραμπ ότι οι θαλάσσιες οδοί θα παρέμεναν ανοιχτές, η εξέλιξη του πολέμου με το Ιράν έχει δημιουργήσει αυξανόμενη πίεση για την εξεύρεση μιας στρατηγικής εξόδου.

Από την έναρξη της σύγκρουσης, ο Τραμπ έχει στείλει αντικρουόμενα μηνύματα για τη διάρκεια και τους στόχους του πολέμου, γεγονός που έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια ακόμη και μεταξύ συνεργατών του. Ενώ ο ίδιος μιλά άλλοτε για έναν πόλεμο που μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες και άλλοτε για μια επιχείρηση που έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, άλλοι αξιωματούχοι επιχειρούν να παρουσιάσουν πιο συγκεκριμένους στόχους.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχουν επικεντρώσει τη στρατηγική σε τρεις βασικούς στόχους: την καταστροφή της ικανότητας του Ιράν να εκτοξεύει πυραύλους, την εξάλειψη των εργοστασίων παραγωγής τους και την αποδυνάμωση του ιρανικού ναυτικού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρώην αναπληρωτή σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Μάθιου Πότινγκερ, ο Τραμπ ενδέχεται να εξετάζει το ενδεχόμενο παράτασης των επιχειρήσεων ώστε να αποφευχθεί μια μελλοντική νέα σύγκρουση.

Η ανάγκη εξεύρεσης διεξόδου γίνεται ολοένα πιο επιτακτική, καθώς οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται και οι Ηνωμένες Πολιτείες καταναλώνουν γρήγορα μεγάλα αποθέματα πυρομαχικών. Σύμφωνα με ενημερώσεις του Πενταγώνου προς το Κογκρέσο, μόνο τις δύο πρώτες ημέρες του πολέμου δαπανήθηκαν περίπου 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτικό υλικό.

Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη εμφανίζεται αμετακίνητη, προειδοποιώντας ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και ειδικά στα Στενά του Ορμούζ για να πιέσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να υποχωρήσουν. Όπως δήλωσε ο κορυφαίος αξιωματούχος εθνικής ασφάλειας του Ιράν Ali Larijani, τα Στενά θα μπορούσαν να αποτελέσουν είτε πέρασμα ειρήνης και ευημερίας είτε «πέρασμα ήττας και δυστυχίας για τους πολεμοκάπηλους».