Έχετε πιάσει τον εαυτό σας στην είδηση του θανάτου ενός δημόσιου προσώπου, αντί να παλεύετε να συγκρατήσετε τα δάκρυα και τη θλίψη σας, να προσπαθείτε να ανακαλέσετε τη μία και μόνη στιγμή που συναντηθήκατε μαζί του στην ζωή;

Εκείνην που είχατε απαθανατίσει σε κάποια θαμπή selfie φωτογραφία, χαμένη πια στα τρίσβαθα του iCloud σας; Αυτήν που με αγωνία ψάχνετε να ανασύρετε τώρα για να δημοσιεύσετε άρον άρον στο Instagram και το Facebook ως στερνό αποχαιρετισμό και κατευόδιο;

Ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν έχετε γίνει αυτουργοί μιας συνήθειας που κάποτε θα εκλαμβανόταν ως ανήκουστο faux pas (βλ. κοινωνικό ολίσθημα), αλλά πλέον είναι τόσο νομιμοποιημένη και αυτονόητη όσο τα κόλλυβα για το Ψυχοσάββατο, σίγουρα θα έχετε δει το timeline σας να βρίθει φωτογραφιών δημόσιων προσώπων που φεύγουν από το μάταιο τούτο κόσμο.

Και μάλιστα εν ριπή οφθαλμού. Πριν ακόμα η μακάβρια είδηση αποτυπωθεί καλά-καλά σε τίτλους και δημοσιεύματα.

Ο θάνατός σου, μου πάει πολύ

Το είδαμε μόλις χθες με την είδηση του θανάτου της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, το νιώσαμε στο πετσί μας όταν ο Γιώργος Παπαδάκης έφυγε από τη ζωή στις αρχές Ιανουαρίου, θα το ξαναδούμε με μαθηματική βεβαιότητα την επόμενη φορά που ο Χάρος θα βγει παγανιά σε κάποιας διασημότητας τη γειτονιά.

Άλλες selfies, ίδιες ατάκες, μία ανάγκη. Να είμαστε κι εμείς εκεί. Στο θάνατο των άλλων.

Τι είναι όμως εκείνο που μας ωθεί να γίνουμε όχι απλώς κοινωνοί αλλά ενεργοί συμμέτοχοι πια σε ένα γεγονός τόσο δυσάρεστο και τελεσίδικο όσο ο θάνατος; Γιατί θέλουμε να πρωταγωνιστούμε ακόμα και στην ύστατη στιγμή ανθρώπων που γνωρίσαμε ή ακόμα περισσότερο ανθρώπων που δε γνωρίσαμε;

Από την πρόθεση στο ψηφιακό εικονοστάσι

Η ανάγκη μας να «εκθέτουμε» τον πόνο δεν είναι ούτε νέα, ούτε καινοφανής.

Στην Αρχαία Ελλάδα, η πρόθεσις –η προετοιμασία του νεκρού– και η εκφορά ήταν δημόσια γεγονότα. Οι μοιρολογίστρες δεν απέτιναν απλώς φόρο τιμής στον νεκρό. Διασφάλιζαν ότι η κοινότητα θα γινόταν μάρτυρας του πόνου.

Αιώνες αργότερα, στη βικτωριανή εποχή, η εμμονή με το memento mori οδήγησε σε μεταθανάτια πορτρέτα, φυλαχτά και κοσμήματα φτιαγμένα από τα μαλλιά των εκλιπόντων.

Σήμερα, η σύνδεση αυτή έγινε ψηφιακή. Εκεί που οι πρόγονοί μας κρατούσαν ένα φυλαχτό ή μια φωτογραφία, εμείς κρατάμε ένα smartphone. Αντί για έναν οβολό κάτω από τη γλώσσα των νεκρών, πλέον τους αποχαιρετούμε με μια δημοσίευση στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως επισημαίνει η κοινωνιολόγος Margaret Gibson στο έργο της για τα ψηφιακά αντικείμενα των νεκρών «Objects of the Dead», τα social media επέστρεψαν τον θάνατο στη δημόσια σφαίρα, σπάζοντας το μονοπώλιο των γραφείων τελετών.

Μάλιστα, η έρευνα των Getty, Keen και Aranda με τίτλο «Grief on social media: A review of the literature», υπογραμμίζει ότι οι πλατφόρμες social media λειτουργούν ως ένα κρίσιμο δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης.

Η μελέτη αναδεικνύει πώς το ίντερνετ νομιμοποιεί το λεγόμενο «disenfranchised grief» (το πένθος που δεν αναγνωρίζεται πάντα κοινωνικά), δίνοντας χώρο σε μακρινούς γνωστούς ή fans να συμμετέχουν σε μια συνεχή, δημόσια και διαδραστική τελετουργία. Μέσα από επαναλαμβανόμενα σχόλια, tags και ανακύκλωση της μνήμης.

Επιτάφιο timeline

Γιατί όμως συνεχίζουμε να γράφουμε στον «τοίχο» κάποιου που δεν μπορεί πια να μας διαβάσει; Η ψυχολογία έχει την απάντηση στη Θεωρία των Συνεχιζόμενων Δεσμών (Continuing Bonds).

Σε αντίθεση με τις παλαιότερες θεωρήσεις που επέβαλαν την «αποδέσμευση» από τον νεκρό, οι σύγχρονοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η διατήρηση ενός διαλόγου με τον εκλιπόντα είναι υγιής αλλά και παρηγορητική.

Τα social media επιτρέπουν αυτόν ακριβώς τον μεταφυσικό διάλογο. Το να γράφεις «θα μας λείψεις» σε ένα προφίλ που παραμένει ενεργό, δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας γέφυρας.

Όπως σημειώνει η ψυχολόγος Elaine Kasket στο βιβλίο της «All the Ghosts in the Machine», οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μας επιτρέπουν να συνυπάρχουμε με τα «φαντάσματά» μας, μετατρέποντας το οριστικό τέλος σε μια διαρκή, ψηφιακή παρουσία. Ακούγεται σχεδόν ανακουφιστικό.

Η λιτάνευση της θλίψης

Υπάρχει, βέβαια και η σκοτεινή – για άλλους απλώς φαιδρή- πλευρά. Στον κόσμο του αλγορίθμου, το πένθος κινδυνεύει να γίνει μια παράσταση.

Η επιλογή της σωστής, τόσο όσο συγκινησιακά φορτισμένης ατάκας, το φίλτρο στη φωτογραφία, η αγωνία για τη διάδραση, μπορούν να αποστειρώσουν την ωμότητα της απώλειας. Ο θάνατος, το πιο αληθινό και αμετάκλητο γεγονός της ζωής, συμπιέζεται ανάμεσα σε memes, πληρωμένες διαφημίσεις και ημίγυμνους influencers, χάνοντας τελικά το νόημα αλλά και την ιερότητά του.

Βεβαίως, παρά την αποσπασματικότητα, την ψηφιακή ψυχρότητα και συχνά την επιδερμικότητα, η ουσία παραμένει: θρηνούμε online γιατί δεν αντέχουμε να θρηνούμε μόνοι. Σε μια εποχή που οι κοινότητες από σάρκα και οστά αποδυναμώνονται, ίσως το timeline και το σοσιαλμιντιακό «Θεός σχωρέστον» είναι η τελευταία μας προσπάθεια να δημιουργήσουμε ένα στενό κύκλο γύρω από την απώλεια.

Νεκροταφείο αναμνήσεων

Παρεμπιπτόντως, το μέλλον της ψηφιακής μας υστεροφημίας έχει ήδη ημερομηνία λήξης. Σύμφωνα με την πολυσυζητημένη μελέτη του Oxford Internet Institute («Are the Dead Taking Over Facebook?»), μέχρι το 2070 τα προφίλ των νεκρών χρηστών θα ξεπεράσουν εκείνα των ζωντανών.

Η ψηφιακή πλατφόρμα μετατρέπεται σταδιακά στο μεγαλύτερο νεκροταφείο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Όπως εξηγεί ο ερευνητής Carl Öhman, η ψηφιακή μας ύπαρξη επιβιώνει του βιολογικού μας τέλους, δημιουργώντας μια νέα μορφή «ψηφιακής κληρονομιάς» που για τον πενθούντα λειτουργεί πλέον ως ένα ζωντανό, διαδραστικό μνημείο, το οποίο συχνά δεν ξέρουμε πώς να διαχειριστούμε.

Τελικά, θρηνούμε online γιατί δεν αντέχουμε να θρηνούμε μόνοι. Σε μια εποχή που οι φυσικές κοινότητες αποσυντίθενται, το timeline είναι η τελευταία μας απόπειρα να χτίσουμε μια «γειτονιά» γύρω από την απώλεια.

Δεν είναι ότι το πένθος ταιριάζει στα social media. Είναι ότι το πένθος, όπως και η ίδια η ζωή, ζητά μάρτυρα. Ένα pixel που να βεβαιώνει ότι κάποτε υπήρξαμε, αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε και –κυρίως– ότι κάποιος θα κάνει scroll back στη μνήμη μας, ακόμα κι όταν το δικό μας timeline σταματήσει να ανανεώνεται. Οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα.

Οι φωτογραφίες για το άρθρο δημιουργήθηκαν με τη χρήση του Nano Banana Pro