Το ημερολόγιο έγραφε 1η Μαΐου 1944. Λίγους μόλις μήνες πριν από την ανάσα της απελευθέρωσης, η Καισαριανή μετατράπηκε σε έναν τόπο όπου ο χρόνος σταμάτησε βίαια.

Οι κατοχικές δυνάμεις οδηγούν στο Σκοπευτήριο 200 κρατουμένους από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, ως αντίποινα για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού στους Μολάους Λακωνίας. Ήταν αγωνιστές που η τύχη τους είχε προδιαγραφεί από νωρίς, καθώς η δικτατορία του Μεταξά τους είχε ήδη παραδώσει, δέσμιους των ιδεών τους, στα χέρια των κατακτητών.

Η επιλογή της Πρωτομαγιάς δεν ήταν τυχαία. Οι ναζί επεδίωκαν έναν ακραίο συμβολισμό, εκτελώντας το άνθος της Αντίστασης την ημέρα-σύμβολο των εργατικών αγώνων. Παρά το ζόφο, οι 200 αντιμετώπισαν το απόσπασμα τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο και πετώντας από τα καμιόνια σημειώματα αποχαιρετισμού, τα οποία μάζευαν με κίνδυνο της ζωής τους οι γυναίκες της προσφυγικής Καισαριανής. Ήδη από τις προηγούμενες ημέρες, ο ελληνικός Τύπος γινόταν ο αναγκαστικός αγγελιοφόρος του θανάτου. Στο φύλλο του «Ελευθέρου Βήματος» της 27ης Απριλίου 1944, το τελεσίγραφο του Στρατιωτικού Διοικητή Ελλάδος αποτύπωνε με τον πιο κυνικό τρόπο το μέγεθος της θηριωδίας:

«Ως αντίποινα διατάχτηκε: 1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην».

Η κινητοποίηση του ΥΠΠΟ και το δίκτυο της «Αγριόπαπιας»

Οκτώ δεκαετίες μετά, οι «σιωπηλοί μάρτυρες» της θυσίας βρέθηκαν στην κατοχή συλλέκτη στη Γάνδη, ο οποίος ειδικεύεται σε αναμνηστικά της Βέρμαχτ. Όπως επισημαίνει το Υπουργείο Πολιτισμού, η διακίνηση τέτοιου υλικού συνδέεται συχνά με μεταπολεμικά δίκτυα Γερμανών βετεράνων, όπως ο κύκλος του περιοδικού Wildente (Αγριόπαπια), που στόχευαν στην αποκατάσταση της εικόνας του γερμανικού στρατού.

Το κλίμα φορτίστηκε ακόμη περισσότερο μετά την είδηση για τη βεβήλωση του μνημείου στο Σκοπευτήριο, μια ενέργεια που εκλήφθηκε ως ευθεία προσβολή στους νεκρούς της Καισαριανής, την ίδια ώρα που οι τελευταίες τους στιγμές γίνονταν αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής. Σε επίσημη ανακοίνωσή του, το Υπουργείο Πολιτισμού εκτιμά ότι είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για αυθεντικές φωτογραφίες, επισημαίνοντας ωστόσο ταυτόχρονα ότι «υπάρχουν αρκετές νομικές περιπλοκές αναφορικά με τη διεκδίκησή τους».

Σύμφωνα με πληροφορίες ομάδα του υπουργείου Πολιτισμού πρόκειται να μεταβεί στο Βέλγιο για να συναντηθεί με τον κάτοχο των φωτογραφιών προκειμένου να μελετήσουν και να ελέγξουν από κοντά τα ιστορικά τεκμήρια. Στόχος να αποτιμηθεί η αυθεντικότητα και η νομιμότητα της προέλευσής τους.

Η νομική πραγματικότητα της διεκδίκησης

Παρά την πολιτική βούληση, η επιστροφή των φωτογραφιών στην Ελλάδα περνά μέσα από ένα πλέγμα νομικών κανόνων. Επί των βάσεων που κυριάρχησαν στον δημόσιο διάλογο, τοποθετούνται στο «Β» η Ειρήνη Σταματούδη, Καθηγήτρια με ειδίκευση στη διανοητική ιδιοκτησία και Πρόεδρος Τμήματος Νομικής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, και η Ελένη Τροβά, Επίκουρη Καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου Πολιτιστικών Αγαθών στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος.

Αναφορικά με το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων, η κ. Σταματούδη σημειώνει πως «δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι για το αν αυτά έχουν λήξει, καθώς η ισχύς τους εκτείνεται για όσο διαρκεί η ζωή του φωτογράφου και για εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του». Παρατηρεί ότι οι φωτογραφίες βρίσκονται στην κατοχή ενός εμπόρου, ο οποίος προφανώς τις απέκτησε από κάποια πηγή, συμπληρώνοντας: «Αν τις έχει αποκτήσει νόμιμα, δεν τίθεται θέμα παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων».

Στο ίδιο πλαίσιο, η κ. Τροβά εγείρει το εύλογο ερώτημα για το αν επιτρέπεται, τελικά, να πωλούνται ιστορικές φωτογραφίες και αν τίθεται ζήτημα παράνομης εξαγωγής τους: «Ας υποθέσουμε ότι κάποιος πήρε αυτά τα φιλμ και βρέθηκαν στο Βέλγιο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίσταται παράνομη εξαγωγή πολιτιστικού αντικειμένου, καθώς δεν είναι παράνομο να πάρει κανείς το προσωπικό του φιλμ και να ταξιδέψει μαζί του οπουδήποτε στον κόσμο».

Όσον αφορά τη δυνατότητα διεκδίκησης μέσω της εγχώριας νομοθεσίας, η κ. Σταματούδη διευκρινίζει: «Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί ο ελληνικός αρχαιολογικός νόμος, ώστε να χαρακτηριστούν οι φωτογραφίες αυτές ως εθνική πολιτιστική κληρονομιά. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι ο ελληνικός νόμος μπορεί να επιβληθεί και σε άλλες χώρες — όπως εν προκειμένω στο Βέλγιο. Ένας τέτοιος νομικός χαρακτηρισμός, ο οποίος μάλιστα γίνεται εκ των υστέρων, δεδομένου ότι κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξή τους, δεν εγγυάται την επιτυχία, καθώς θα μπορούσε να κριθεί ως καταχρηστικός από τα δικαστήρια του άλλου κράτους».

Η κ. Τροβά συμπληρώνει πως οι φωτογραφίες μπορούν να θεωρηθούν πολιτιστικά αγαθά ως νεότερα κινητά μνημεία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα χαρακτηριστούν ως τέτοια από το Υπουργείο, μια ενέργεια που έγκειται στη διακριτική του ευχέρεια. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι μια τέτοια διαδικασία «απαιτεί χρόνο και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες ώρες ή κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου».

Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, η κ. Τροβά εξηγεί: «Ο χαρακτηρισμός δεν απαγορεύει τη μεταβίβαση της κατοχής και της κυριότητας κινητών μνημείων, καθώς υπάρχει σχετικό άρθρο που προβλέπει αυτή τη δυνατότητα. Το ίδιο μάλιστα άρθρο, αναφερόμενο στη δημόσια δημοπρασία, κάνει ρητή μνεία στο δικαίωμα προτίμησης υπέρ του Δημοσίου, των μουσείων ή των συλλεκτών στην ίδια τιμή, χωρίς όμως να θέτει απαγόρευση στην πώληση».

Παράλληλα, και οι δύο καθηγήτριες αποσαφηνίζουν ότι οι Συμβάσεις UNESCO και Unidroit δεν έχουν εφαρμογή. «Αφορούν αντικείμενα που έχουν εξαχθεί από τη χώρα με παράνομο τρόπο, όπως για παράδειγμα μέσω κλοπής», σημειώνει η κ. Σταματούδη, με την κ. Τροβά να προσθέτει πως απαιτείται «αποδεδειγμένη παράνομη πράξη εξαγωγής ή κλοπή, στοιχεία που δεν τεκμηριώνονται εδώ». Ομοίως, υπογραμμίζουν ότι δεν βρίσκει έρεισμα ούτε το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, καθώς το αντικείμενό του «σχετίζεται αποκλειστικά με κανόνες που διέπουν τις πολεμικές συρράξεις».

Καταλήγοντας, η κ. Σταματούδη υποδεικνύει την πλέον αποτελεσματική οδό: «Το καταλληλότερο “manual” αντίδρασης και ο πρακτικότερος τρόπος για τον χειρισμό του θέματος είναι η απευθείας αγορά των συγκεκριμένων τεκμηρίων από το ελληνικό δημόσιο». Η κ. Τροβά επισημαίνει ότι, όσο κι αν ξενίζει, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα συνηθισμένο φαινόμενο: «Δεν είναι παράλογο να πωλούνται ιστορικές φωτογραφίες. Αν ανατρέξει κανείς στις σχετικές πλατφόρμες, θα διαπιστώσει ότι πωλούνται ακόμη και αρχαιολογικά αντικείμενα».