Στις 16 Ιανουαρίου του 1979 ο σάχης Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί και η σύζυγός του Φαρά Ντιμπά αναχωρούσαν κυνηγημένοι από τη χώρα που η οικογένεια των Παχλαβί –κατά τη γνώμη της– υπηρέτησε, αλλά –κατά την κρίση του ιρανικού λαού– καταδυνάστευσε για περισσότερο από μισό αιώνα. Ο χρόνος στο αεροδρόμιο Μεχραμπάντ έμοιαζε να είχε παγώσει.
Στην πίστα το γαλάζιο Boeing 707 με το διακριτικό όνομα Shahin (δηλαδή Γεράκι) περίμενε με τις μηχανές αναμμένες για να μεταφέρει για τελευταία φορά το αυτοκρατορικό ζεύγος σε μια αχαρτογράφητη πορεία που σε τίποτα δε θύμιζε τα αλλοτινά ταξίδια αναψυχής των ηγεμόνων της χώρας. Εκείνα στα οποία ο Παχλαβί συνήθιζε, ισορροπώντας ανάμεσα στην επίδειξη της απόλυτης ισχύος και μιας αταίριαστης στον χαρακτήρα του σεμνοταπεινοσύνης, να πιλοτάρει ο ίδιος.

Οι τελευταίες στιγμές του Μοχάμεντ Παχλαβί και της Φαρά Ντιμπά το 1979 στο Ιράν
Ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, ο βασιλιάς των βασιλέων, όπως είχε αυτοανακηρυχθεί, ο άνθρωπος που κάποτε κρατούσε στα χέρια του τις τύχες της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, έμοιαζε ξαφνικά μικρότερος εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό. Και δεν ευθυνόταν μόνο η επιβαρυμένη υγεία του που επιδεινωνόταν ραγδαία την τελευταία πενταετία.
Στο πλευρό του είχε το alter ego του. Την αυτοκράτειρα Φαρά Ντιμπά που ακόμα και στην πιο σκοτεινή ώρα της πάσχιζε να διατηρήσει αλώβητη την αψεγάδιαστη εικόνα που μαεστρικά είχε μάθει να εκπέμπει προς τη Δύση.

Το κάποτε πανίσχυρο ζευγάρι του σάχη και της συζύγου του στο ανάκτορο Νιαβαράν
Μπορεί στην Τεχεράνη και τις άλλες μεγάλες πόλεις του Ιράν ο λαός να είχε ήδη ξεκινήσει τους φρενήρεις πανηγυρισμούς που συνοδεύονταν από την αποκαθήλωση των συμβόλων του σάχη –σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής έως το βράδυ εκείνης της ημέρας είχε κατακρημνιστεί από το βάθρο του και το τελευταίο άγαλμα του Παχλαβί– όμως στο αεροδρόμιο οι στιγμές ήταν σπαρακτικές.
Πριν οι Παχλαβί πάρουν την άγουσα για το αεροπλάνο –μια ανάβαση ισοδύναμη για εκείνους και για τους τελευταίους θιασώτες τους με Γολγοθά– ένας αξιωματικός της αυτοκρατορικής φρουράς έσπευσε προς το μέρος του σάχη. Έπεσε γονυπετής στις μπότες του σάχη και ξέσπασε σε λυγμούς. Ο έκπτωτος μονάρχης τού ζήτησε να σηκωθεί, ψιθυρίζοντας το τελευταίο ψέμα του επί ιρανικού εδάφους: «Όλα θα πάνε καλά».

Ιρανός αξιωματικός πέφτει στα πόδια του Παχλαβί λίγο πριν τη φυγή του σάχη από το Ιράν
Στην τσέπη του σακακιού του ο Παχλαβί μετέφερε τυλιγμένο προσεκτικά ένα μικρό, ασημένιο κουτί γεμάτο με ιρανικό χώμα. Ήταν το μόνο κομμάτι της αυτοκρατορίας του που του επιτράπηκε να πάρει μαζί του.
Όταν το αεροπλάνο απογειώθηκε στις 13:08 το μεσημέρι ο Παχλαβί επέλεξε να περάσει λίγο χρόνο στο πιλοτήριο. Πίσω του άφηνε την Τεχεράνη, τα χιονισμένα βουνά του Αλμπόρζ, τις λεωφόρους που χάραξε, κυρίως μια χώρα που έβραζε από θυμό και αβεβαιότητα. Μπροστά του απλωνόταν το άδηλο μέλλον της εξορίας.

Στιγμιότυπο από την ανακήρυξη της Φαρά Ντιμπά σε αυτοκράτειρα από τα χέρια του Μοχάμεντ Παχλαβί. Το στέμμα βάρους δύο κιλών είχε δημιουργήσει ο οίκος Van Cleef & Arpels
Αυτή είναι η ιστορία μιας αμφιλεγόμενης οικογένειας που είχε τα πάντα –πλούτο, δόξα, εξουσία– και τα έχασε σε μια νύχτα. Μια σαιξπηρική τραγωδία ντυμένη με μετάξι και πολύτιμους λίθους και γεμάτη από ύβρεις, καταπίεση, προδοσία και θάνατο.
Ο πατέρας: Ένας βολικός τύραννος
Μολονότι η εικόνα που φρόντισε να καλλιεργήσει για τον εαυτό του ο δεύτερος και τελευταίος σάχης της δυναστείας των Παχλαβί ήταν εκείνη του παντοδύναμου και πανίσχυρου μονάρχη, ενός επί γης Θεού, η πραγματικότητα για τον χαρακτήρα του ήταν κατά τι διαφορετική.

Με τον πατέρα του Ρεζά Παχλαβί και τα τέσσερα από τα συνολικά δέκα αδέλφια του
Τρίτο από τα συνολικά 11 παιδιά αλλά πρώτος γιος του αξιωματικού του στρατού Ρεζά Παχλαβί και της δεύτερης συζύγου του, ο Μοχάμεντ θεωρούνταν από τον πατέρα του κάτι σαν θείο δώρο. Ήρθε άλλωστε στον κόσμο την κατάλληλη στιγμή. Ήταν Οκτώβριος του 1919, δύο χρόνια πριν ο Ρεζά καταλάβει μέσω πραξικοπήματος την εξουσία και τελειώσει τη δυναστεία των Κατζάρ που βασίλευε έως τότε στο Ιράν.
Ο Παχλαβί ο πρεσβύτερος που στέφθηκε μονάρχης το 1925 και έξι ημέρες νωρίτερα είχε χρίσει τον εξάχρονο τότε γιο του πρίγκιπα διάδοχο, έτρεφε ουρανομήκεις προσδοκίες για εκείνον. Τον οραματιζόταν ως τη φυσική συνέχειά του στον θρόνο του Ιράν. Ή μάλλον μια ακόμα καλύτερη (ή σωστότερα χειρότερη) εκδοχή του. Πιο σκληρό, περισσότερο άτεγκτο και απείρως αυταρχικότερο από τον ίδιο.

Έξι χρονών ο Μοχάμεντ Παχλαβί χρίστηκε από τον πατέρα του πρίγκιπας διάδοχος
Για να τον διαπαιδαγωγήσει για τον μελλοντικό ρόλο του ακολούθησε μια μάλλον ανορθόδοξη μέθοδο. Του φερόταν σχεδόν απάνθρωπα, τον υποχρέωνε να του μιλά στον πληθυντικό, δεν του επέτρεπε λάθη, ατοπήματα και ολισθήματα. Ακούγεται σχεδόν λογικό για έναν μονάρχη που θαύμαζε τον Αδόλφο Χίτλερ – όχι για τις παραληρηματικές ιδέες του, όσο για το γεγονός ότι ενσάρκωνε στα μάτια του το αρχέτυπο του αυτοδημιούργητου ηγεμόνα.
Ο διάδοχος στην Ευρώπη
Τα παιδικά χρόνια του Μοχάμεντ Παχλαβί δεν ήταν ακριβώς ξέγνοιαστα και ευτυχισμένα. Έπρεπε από τη μία να χωρέσει στη δεσποτική φαντασίωση του πατέρα του, από την άλλη να συμβιβαστεί με τις προλήψεις και τις τελετουργίες της βαθιά δεισιδαίμονος μητέρας του. Μοναδική παρηγοριά του –και κυρίως μοναδική επαφή του με το συναίσθημα– ήταν η δίδυμη αδελφή του, Ασράφ.
Στα 12 χρόνια του ο κατοπινός σάχης του Ιράν έφυγε με απόφαση του πατέρα του από τη χώρα και βρέθηκε εσώκλειστος στο χιλιοτραγουδισμένο ελβετικό οικοτροφείο Le Rosey. Τα πέντε χρόνια που πέρασε εκεί ήταν καθοριστικά για την επαφή του με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την τριβή του με τη γαλλική παιδεία και κουλτούρα, την οποία λάτρεψε.
Σε τέτοιο βαθμό ώστε επιστρέφοντας έφηβος πια στα πάτρια εδάφη έφερε στις αποσκευές του τον άνθρωπο που του εμφύσησε την αγάπη για τα γαλλικά γράμματα. Έναν υπηρέτη ονόματι Ερνέ Περόν.

Ο Μοχάμεντ Παχλαβί αγαπούσε το ποδόσφαιρο, αλλά κατά πως λέγεται ήταν χαρακτηριστικά κακός και άβουλος παίκτης
Ο Περόν συμπορεύτηκε με τον Μοχάμεντ Παχλαβί και παρέμεινε στο Ιράν ως εξ απορρήτων συνεργάτης του μέχρι τον θάνατό του το 1961.
Πολλοί μάλιστα εικάζουν πως οι δυο τους είχαν κάτι περισσότερο από απλώς μια πνευματική σχέση μεταξύ μέντορα και μαθητή. Μιλούν για έναν ανομολόγητο, κρυφό ομοφυλοφιλικό δεσμό μεταξύ των δύο ανδρών που διαψεύστηκε με σχεδόν ύποπτη σφοδρότητα από το περιβάλλον του μονάρχη.
Ο απρόθυμος σάχης
Η χρονιά-ορόσημο για τον Μοχάμεντ Παχλαβί ήρθε το 1941. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν, η ναζιστική Γερμανία είχε εισβάλει στη Ρωσία και οι Σοβιετικοί μαζί με τους Βρετανούς, θεωρώντας πως ο σάχης Ρεζά Παχλαβί υπέθαλπε κατασκόπους των Γερμανών στα εδάφη του Ιράν –γερμανικές εταιρείες εκμεταλλεύονταν τότε το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας– μεθόδευσαν τον εκτοπισμό του από την εξουσία.

Ο Μοχάμεντ Παχλαβί διαδέχτηκε τον εξόριστο πατέρα του πριν ακόμα συμπληρώσει 22 χρόνια ζωής
Ο Παχλαβί εξορίστηκε στον Μαυρίκιο (και κατόπιν στη Νότιο Αφρική) και ο γιος του Μοχάμεντ, πριν ακόμα συμπληρώσει 22 χρόνια ζωής, ανέλαβε έναν ρόλο για τον οποίο ήταν προορισμένος. Αλλά απρόθυμος κι άλλο τόσο απροετοίμαστος.
Μπορεί, όπως ο ίδιος έλεγε, ο πατέρας του να τον είχε βοηθήσει να σφυρηλατήσει έναν άφοβο και ατρόμητο χαρακτήρα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε έδωσε χάρη και απελευθέρωσε όλους τους πολιτικούς εχθρούς του με το που ανέλαβε την εξουσία, όμως οι δυνάμεις της Δύσης είδαν στο πρόσωπο του νεαρού σάχη έναν άβουλο, αναποφάσιστο και κατά βάθος δειλό άνθρωπο. Δηλαδή μια ιδανική μαριονέτα.
Η dolce vita της εξορίας
Είχαν την ευκαιρία να το διαπιστώσουν με τον καλύτερο τρόπο στις αρχές της δεκαετίας του ‘50. Όταν ο εκλεγμένος πρωθυπουργός Μοχάμεντ Μοσαντέκ εθνικοποίησε τις έως τότε βρετανικών συμφερόντων πετρελαϊκές εταιρείες του Ιράν.

Όταν ο σάχης του Ιράν συνάντησε την βασίλισσα Ελισάβετ
Ο κίνδυνος της διασάλευσης της γεωπολιτικής επιρροής ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας στην περιοχή οδήγησε τις μυστικές υπηρεσίες των δύο χωρών να εξυφάνουν ένα σχέδιο ανατροπής του Ιρανού πρωθυπουργού. Όσο η CIA και η MI6 εκτελούσαν τον Αύγουστο του 1953 στην Τεχεράνη την επιχείρηση Ajax, ο Μοχάμεντ Παχλαβί γλεντοκοπούσε, όπως υποστήριζαν οι φήμες της εποχής, στη Ρώμη, όπου βρέθηκε εξόριστος για μία εβδομάδα.
Μαζί του είχε τη δεύτερη σύζυγό του Σοράγια, την επονομαζόμενη «θλιμμένη πριγκίπισσα», ο γάμος του με την οποία έληξε άδοξα το 1958, αφού εκείνη δεν μπορούσε να του προσφέρει εκείνο που επιθυμούσε όσο τίποτα ένας μονάρχης: διάδοχο. Ο Μοχάμεντ Παχλαβί είχε έναν ακόμα αποτυχημένο γάμο στο ενεργητικό του.

Ο Παχλαβί με την πρώτη του σύζυγο, την Αιγύπτια πριγκίπισσα Φαουζιά
Τον Μάρτιο του 1939 παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Φαουζιά της Αιγύπτου –όχι από έρωτα αλλά από προτροπή του Κεμάλ Ατατούρκ που έβλεπε στην ένωση έναν πρώτης τάξεως τρόπο για τη σύσφιξη της συμμαχίας μεταξύ Ιράν, Τουρκίας και Αιγύπτου. Έναν χρόνο αργότερα απέκτησαν την κόρη τους Σαχνάζ, όμως η συμβίωσή τους που έληξε το 1948 δεν ήταν ακριβώς ευτυχισμένη.
Η Αιγύπτια πριγκίπισσα ένιωθε παρείσακτη στην Τεχεράνη, πράγμα που φρόντιζε να της υπενθυμίζει με κάθε τρόπο η πεθερά της, μητέρα του Μοχάμεντ Παχλαβί.
Η γέννηση ενός power couple
Τελικά εκείνος βρήκε τον παντοτινό έρωτα το 1959 στο πρόσωπο της κατά 19 χρόνια νεότερης του φοιτήτριας Φαρά Ντιμπά. Γνωρίστηκαν στην πρεσβεία του Ιράν στο Παρίσι, όπου ο σάχης πραγματοποιούσε επίσημη συνάντηση με Ιρανούς φοιτητές που σπούδαζαν στο εξωτερικό με κρατική υποτροφία.

Ο τρίτος γάμος του Παχλαβί πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 1959
Η σχέση τους προχώρησε με κεκτημένη ταχύτητα. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1959 η Φαρά Ντιμπά, μοναχοκόρη εύπορης ιρανικής οικογένειας, με ένα νυφικό σχεδιασμένο διά χειρός Ιβ Σεν Λοράν για τον οίκο Dior, γινόταν η νέα βασίλισσα της χώρας. Αλλά και το νέο επίκεντρο της προσοχής. Όχι μόνο για την εξωτερική καλλονή, την καταγωγή και τον ευρωπαϊκό αέρα που απέπνεε. Αλλά διότι έπρεπε να προσφέρει στον σάχη αυτό που καμία από τις προηγούμενες συζύγους του δεν είχε καταφέρει: έναν γιο.

Η οικογένεια του Μοχάμεντ Παχλαβί σε απαρτία
Η Ντιμπά εκπλήρωσε το καθήκον της με τη γέννηση του πρίγκιπα διαδόχου Ρεζά Παχλαβί τον Οκτώβριο του 1960 ενώ πρόσφερε στον σάχη τρεις ακόμα απογόνους: την πριγκίπισσα Φαραχνάζ το 1963, τον πρίγκιπα Αλί Ρεζά το 1966 και την πριγκίπισσα Λέιλα το 1970. Μαζί έμοιαζαν πια ανίκητοι.
Εκμοντερνίζοντας το Ιράν
Τα χρόνια του σάχη με την Ντιμπά ήταν μάλλον τα καλύτερα και τα πιο παραγωγικά της ζωής του. Ήταν επίσης τα ομορφότερα αλλά τελικά και τα πιο σκοτεινά.
Με τη Λευκή Επανάσταση του 1963 ο Μοχάμεντ Ρεζά έδωσε ψήφο στις γυναίκες (σε μια εποχή που στην Ελβετία οι γυναίκες ακόμα δεν ψήφιζαν), αναδιένειμε τη γη στους αγρότες, έχτισε σχολεία και νοσοκομεία. Αλλά έκανε ένα μοιραίο λάθος: πίστεψε ότι μπορούσε να εξαγοράσει την αγάπη του λαού του με το χρήμα και να επιβάλει την πρόοδο με διατάγματα.

Για πολλούς η σύζυγος του σάχη ενσάρκωνε το αντίστοιχο της Τζάκι Κένεντι για την Ανατολή
Παρότι το Ιράν κατέγραφε φρενήρεις δείκτες ανάπτυξης ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες αλλά και τις αναπτυγμένες χώρες, παρέμενε μια χώρα βαθιά διχασμένη -κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά- αλλά και τρομοκρατημένη.
Φρόντιζε γι’ αυτό η SAVAK, η μυστική αστυνομία που είχε ιδρύσει στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 ο σάχης με τις ευλογίες και την τεχνογνωσία της CIA και φρόντιζε οποιαδήποτε φωνή απειλητική για το καθεστώς να εξαλείφεται με τη βία. Με βασανιστήρια, εξαφανίσεις πολιτών και πολιτικούς κρατούμενους.

Η Φαρά Ντιμπά με τον Άντι Γουόρχολ
Το πάρτι της ζωής του
Η κορύφωση της ύβρεως του σάχη ήρθε τον Οκτώβριο του 1971. Στην έρημο έξω από την Περσέπολη έστησε τον πιο ακριβό καταυλισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας για να γιορτάσει τα 2.500 χρόνια της Περσικής Αυτοκρατορίας. Φύτεψε δέντρα καταμεσής της ερήμου και έφερε σμήνη πουλιών από την Ευρώπη, τα περισσότερα από τα οποία δεν επέζησαν ελέω των καιρικών συνθηκών τον τριήμερο εορτασμό, για να δημιουργήσει ένα τέλειο, φαραωνικών διαστάσεων σκηνικό.

Στο πάρτι για τα 2.500 χρόνια της ιρανικής μοναρχίας οι προσκεκλημένοι δειπνούσαν για πεντέμισι ώρες
Πενήντα σκηνές από μετάξι και βελούδο, σχεδιασμένες από τον οίκο Jansen του Παρισιού φιλοξένησαν ηγέτες χωρών, γαλαζοαίματους, πολιτικούς συμμάχους αλλά και άσπονδους φίλους.
Έμοιαζε με ένα κοινωνιολογικό πείραμα με προσκεκλημένους από τον Πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό και την Γκρέις Κέλι μέχρι το ζεύγος Τσαουσέσκου, την πριγκίπισσα Άννα και τον πρίγκιπα Φίλιππο, τον Αιθίοπα Χαϊλέ Σελασιέ, τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Σπύρο Άγκνιου και τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο.

Η αυτοκράτειρα στους φαραωνικούς εορτασμούς του 1971
Όλους αυτούς που κυριολεκτικά συνωστίζονταν για να υποκλιθούν μπρος στο αυτοκρατορικό ζεύγος ενώ ο άνεμος της ερήμου λυσσομανούσε. Ήταν μια απόκοσμη θαρρείς εξατραβαγκάντζα. Με 25.000 μπουκάλια κρασί, τόνους χαβιάρι, τρούφες και αβγά ορτυκιού.
Οι 600 καλεσμένοι στο πάρτι της ζωής του σάχη δειπνούσαν για πεντέμισι ώρες, την ώρα που οι σεφ και το προσωπικό στην κουζίνα εργάζονταν μόνο με τα εσώρουχά τους λόγω της αφόρητης ζέστης.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο οι αυλικοί του Παχλαβί μεταμόρφωσαν έναν έρημο τόπο γεμάτο φίδια και σκορπιούς σε ιδανικό σκηνικό για το πάρτι της ζωής του
Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη κοσμική λαοσύναξη που συνέβη ποτέ επί γης. Αλλά ο λαός του Ιράν δεν ήταν καλεσμένος. Παρακολουθούσε τη γιορτή από την τηλεόραση και το χάσμα γινόταν αβυσσαλέο.
Για τον σάχη, ήταν η απόδειξη του μεγαλείου του Ιράν. Για τους μουλάδες, φωνή των οποίων ήταν πια ο εξορισμένος στο Ιράκ Αγιατολάχ Χομεϊνί, ήταν απλώς η απόδειξη της δυτικής διαφθοράς.
Ο θνητός θεός
Εκείνο που ελάχιστοι γνώριζαν τότε, ήταν ότι ο πανίσχυρος σάχης, ο άνθρωπος που είχε στέψει τον εαυτό του βασιλιά των βασιλέων το 1967, πολύ σύντομα θα αποδεικνυόταν θνητός.
Το 1974, οι Γάλλοι γιατροί του τον διέγνωσαν με μια σπάνια μορφή λευχαιμίας. Αρχικά το έκρυψαν από την αυτοκράτειρα, ενώ στον ίδιο παρουσίασαν την κατάσταση ως μια οξεία μορφή αναιμίας. Όταν πληροφορήθηκε το πραγματικό βάθος της κατάστασης της υγείας του, δεν αποκάλυψε το μυστικό σε κανέναν.

Το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε κρατήθηκε κρυφό και από τον ίδιο τον σάχη του Ιράν για μεγάλο διάστημα
Η ασθένεια σε συνδυασμό με τη φαρμακευτική αγωγή –η οποία, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ήταν λανθασμένη για την περίπτωσή του– τον έκαναν παθητικό, αμφίθυμο και μελαγχολικό στις κρίσιμες στιγμές της Επανάστασης του 1978.
Ενώ η λαϊκή οργή θέριευε και οι δρόμοι της Τεχεράνης φλέγονταν, ο Παχλαβί ελεύθερος πολιορκημένος στο παλάτι Ραμσάρ στην Κασπία Θάλασσα, ατένιζε το απόλυτο κενό. Οι στρατηγοί του τον ικέτευαν να κηρύξει στρατιωτικό νόμο, να επιβάλει τη βούλησή του με τα τανκς, να βάψει τους δρόμους με αίμα για να σώσει τον θρόνο. Εκείνος αρνήθηκε.

Αλλοτινές ευτυχισμένες ημέρες της οικογένειας Παχλαβί
Η απάντησή του, όπως καταγράφεται στα ιστορικά αρχεία, είναι συγκλονιστική: «Ένας βασιλιάς δεν μπορεί να βασιλεύει πάνω σε πτώματα. Δεν θα γίνω ο χασάπης του λαού μου για να κρατήσω το στέμμα». Ο Μοχάμεντ Παχλαβί πίστευε μέχρι τέλους ότι ο λαός τον αγαπούσε και ότι η εξέγερση ήταν μια παρεξήγηση, μια μπόρα που θα περνούσε.
Η προδοσία της Δύσης
Και μετά, ήρθε η προδοσία. Το βιβλίο του ιστορικού ερευνητή Andrew Cooper με τίτλο «The Fall of Heaven» είναι καταπέλτης σχετικά με τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ΗΠΑ στην πτώση του σάχη. Περιγράφει πώς η κυβέρνηση Κάρτερ, μπερδεμένη και διχασμένη, τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια του αλλοτινού συμμάχου της, του ανθρώπου που η ίδια είχε ορίσει ως χωροφύλακα στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Στα χρόνια της απόλυτης κυριαρχίας της δυναστείας Παχλαβί
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τεχεράνη, Γουίλιαμ Σάλιβαν, πίστευε αφελέστατα ότι ο Χομεϊνί θα ήταν ένας «Γκάντι» της Μέσης Ανατολής. Ενώ ο σάχης περίμενε μάταια ένα τηλεφώνημα στήριξης από τον Λευκό Οίκο, οι Αμερικανοί διαπραγματεύονταν ήδη με τους επαναστάτες.
Η εικόνα του σάχη να περιμένει δίπλα στο τηλέφωνο που δεν χτυπάει ποτέ, είναι η απόλυτη ειρωνεία που σφραγίζει την πτώση του.
Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη
Η «αχαρτογράφητη πορεία» που ξεκίνησε εκείνο το πρωινό του Ιανουαρίου του 1979 εξελίχθηκε γρήγορα σε μια ταπεινωτική οδύσσεια χωρίς Ιθάκη. Ο πάλαι ποτέ ισόβιος κάτοχος του θρόνου του παγωνιού μετατράπηκε εν μία νυκτί σε διεθνή παρία, έναν αποσυνάγωγο που περιφερόταν από το Ασουάν στο Μαρακές και από τις Μπαχάμες στο Μεξικό, αναζητώντας μάταια ασφαλές λιμάνι.

Από τον Ιανουάριο του 1979 μέχρι και το θάνατο του σάχη το 1980 οι Παχλαβί περιφέρονταν ως άλλοι παρίες από χώρα σε χώρα
Οι δυτικές κυβερνήσεις, τρέμοντας πια την οργή των Αγιατολάχ και τις επιπτώσεις στην αγορά πετρελαίου, του έκλειναν επιδεικτικά την πόρτα, αντιμετωπίζοντάς τον ως πολιτικό βαρίδι. Εν τω μεταξύ η υγεία του έφθινε μη αναστρέψιμα.
Η τελική πράξη του δράματος γράφτηκε εκεί από όπου ουσιαστικά ξεκίνησε: στην Αίγυπτο. Ο μόνος ηγέτης που αψήφισε τις απειλές και του στάθηκε με γενναιότητα, ο Ανουάρ Σαντάτ, τον υποδέχθηκε για στερνή φορά, όχι ως έκπτωτο φυγά, αλλά ως φίλο.
Εκεί, στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Καΐρου, χτυπημένος από τον καρκίνο και τη βαριά θλίψη της εγκατάλειψης, ο Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί άφησε την τελευταία του πνοή στις 27 Ιουλίου του 1980. Αν και επιθυμούσε να δει για μια τελευταία φορά τη Σοράγια, με την οποία αλληλογραφούσε, πριν τον θάνατό του, οι δυο τους δεν συναντήθηκαν ποτέ.

Ο τάφος του Μοχάμεντ Παχλαβί στο Κάιρο
Η κηδεία του Μοχάμεντ Παχλαβί δεν είχε την αίγλη της Περσέπολης, μόνο εκκωφαντική σιωπή. Ο τελευταίος σάχης τάφηκε μακριά από την πατρίδα που λάτρεψε και ταυτόχρονα πλήγωσε, παίρνοντας μαζί του στο μνήμα εκείνο το μικρό, ασημένιο κουτί με το ιρανικό χώμα που δεν αποχωρίστηκε ποτέ. Κι ένα τελευταίο βλέμμα από την αγαπημένη του σύζυγο Φαρά Ντιμπά.
Η μητέρα: Οραματίστρια ή Αντουανέτα;
Αν ο σάχης ενσάρκωνε την άκαμπτη, στρατιωτική εξουσία, η Φαρά Ντιμπά ήταν η ανθρώπινη –αλλά και συχνά τραγικά αποκομμένη από την πραγματικότητα– ψυχή της μοναρχίας.
Μέσα από τις σελίδες της αυτοβιογραφίας της, «Enduring Love: My Life with the Shah», αναδύεται το πορτρέτο μιας γυναίκας που υπήρξε πολλά περισσότερα από απλώς φορέας ενός τίτλου.

Η Φαρά Ντιμπά στα νεανικά της χρόνια στο Παρίσι
Η Ντιμπά δεν γεννήθηκε στα σαλόνια της αριστοκρατίας, αλλά «ανδρώθηκε» πνευματικά στο Παρίσι. Μια φοιτήτρια αρχιτεκτονικής που απολάμβανε την ελευθερία του Quartier Latin, προτού η μοίρα την οδηγήσει από τα αμφιθέατρα στο Παλάτι του Νιαβαράν.
Η γνωριμία της με τον σάχη ήταν τυχαία, ο γάμος τους όμως το 1959 έφερε έναν αέρα ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού στην Τεχεράνη που έμελλε να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. Το 1967, η ιστορία γράφτηκε με χρυσά γράμματα όταν ο σάχης την έστεψε Σαχμπανού (Αυτοκράτειρα), φορτώνοντάς την με μια ευθύνη που μεταφράστηκε σε ένα οραματικό, αλλά εν πολλοίς ελιτίστικο πολιτιστικό έργο.
Η avant garde αυτοκράτειρα
Όπως γλαφυρά αποτυπώνεται στην πολυτελή έκδοση της Assouline, «Iran Modern: The Empress of Art», η Ντιμπά λειτούργησε ως μια τολμηρή προστάτιδα των τεχνών. Ήταν εκείνη που ίδρυσε το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Τεχεράνης, συγκεντρώνοντας με κρατικό χρήμα μια αμύθητη συλλογή έργων – από τον Pollock και τον Rothko μέχρι τον Warhol και τον Bacon.
Αυτή που σήμερα βρίσκεται φυλακισμένη στα υπόγεια του μουσείου, αφού θεωρείται βλάσφημη από τους μουλάδες, και η αξία της οποίας υπολογίζεται από τους ειδικούς στα 3 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μοχάμεντ Παχλαβί και Φαρά Ντιμπά φιλοτεχνημένοι από τον Άντι Γουόρχολ
Στη δεκαετία του ’70, εκμεταλλευόμενη την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, η Ντιμπά ξεκίνησε ένα φρενήρες κυνήγι τέχνης. Δεν αγόραζε απλώς πίνακες· αγόραζε πολιτισμό.
Συνεργάστηκε με τους οίκους Sotheby’s και Christie’s, αλλά και με επιμελητές του MET της Νέας Υόρκης, χτίζοντας μια συλλογή παγκόσμιας κλάσης. Επισκεπτόταν τα στούντιο του Marc Chagall στο Παρίσι και του Henry Moore στην Αγγλία.
Το πιο σουρεαλιστικό στιγμιότυπο; Ο Andy Warhol, ο πατριάρχης της Pop Art, να περπατάει στους διαδρόμους του Παλατιού του Νιαβαράν, πίνοντας τσάι και απαθαντίζοντας σε polaroids την αυτοκράτειρα για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της.
Η τέχνη της αντίφασης
Όμως, πίσω από την καλογυαλισμένη βιτρίνα της avant-garde δημιουργίας και το λούστρο της πρωτοπορίας, ελλόχευε μια κραυγαλέα αντίφαση. Για τους επικριτές της, η Ντιμπά υπέπεσε στο σύνδρομο της Μαρίας Αντουανέτας. Ενώ οραματιζόταν ένα Ιράν που θα συνομιλούσε με τη Δύση μέσω της τέχνης, ο λαός στις παραγκουπόλεις της νότιας Τεχεράνης πάλευε για επιβίωση.

Η Φαρά Ντιμπά υπηρέτησε μέχρι τέλους το ρόλο που της ανέθεσε ο σάχης
Τα δαπανηρά φεστιβάλ τέχνης στο Σιράζ, με τις προκλητικές για τα ισλαμικά ήθη θεατρικές παραστάσεις, δεν εκλήφθηκαν ως πρόοδος, αλλά ως «πολιτισμικός ιμπεριαλισμός» και αλαζονική επίδειξη πλούτου.
Η συλλογή των έργων τέχνης έμοιαζε ξένο σώμα σε μια κοινωνία που φλεγόταν από θρησκευτικό ζήλο και ταξικό μίσος. Η Σαχμπανού προσπαθούσε να εκμοντερνίσει την ψυχή του Ιράν, αγνοώντας πως την ίδια ώρα η SAVAK τσάκιζε τα σώματα των αντιφρονούντων.

Από το λεύκωμα της Φαρά Ντιμπά «Iran Modern» που κυκλοφόρησε το 2018 από την Assouline
Ακόμα και η «μεταρρυθμιστική» της διάθεση, η πίεση για εκδημοκρατισμό και δικαιώματα, φάνταζε στα μάτια πολλών ως μια αφέλεια, μια πολυτέλεια εκ του ασφαλούς.
Την ώρα της μεγάλης φυγής, ωστόσο, η αυτοκράτειρα επέδειξε αξιοπρέπεια. Δεν γέμισε τις βαλίτσες της με τα διαμάντια του στέμματος, αλλά με οικογενειακά ενθύμια και δίσκους περσικής μουσικής. Στα δύσκολα χρόνια της εξορίας μεταμορφώθηκε στον βράχο της οικογένειας, κρατώντας το χέρι του ετοιμοθάνατου σάχη στο Κάιρο.

Η Ντιμπά έμεινε στο πλάι του σάχη μέχρι την τελευταία του πνοή
«Δεν μετάνιωσα ποτέ», εξομολογείται σήμερα, ίσως ακόμα εγκλωβισμένη στη δική της αλήθεια. «Ούτε για το στέμμα, ούτε για την εξορία. Μόνο για το ότι δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε εκείνο που αρχίσαμε».
Τα παιδιά: Οι κληρονόμοι της κατάρας
Η αληθινή τραγωδία της δυναστείας δεν μετριέται στα δεσμευμένα δισεκατομμύρια των ελβετικών τραπεζών, ούτε στο χαμένο βασίλειο αλλά στην απώλεια. Τα παιδιά του σάχη κλήθηκαν να πληρώσουν τον βαρύτερο φόρο αίματος, αποδεικνύοντας με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι το τραύμα του ξεριζωμού δεν θεραπεύεται με την πολυτέλεια, ούτε η κατάθλιψη εξαγοράζεται με τίτλους ευγενείας.
Ο πρωτότοκος, Ρεζά Παχλαβί, που έχει αυτοανακηρυχθεί διάδοχος, ζει σήμερα στο Μέριλαντ των ΗΠΑ, εγκλωβισμένος σε ένα χρυσό κλουβί καθήκοντος.

Ο Ρεζά Παχλαβί, επικεφαλής της οικογένειας σήμερα, με την σύζυγό του Τζασμίν
Στα 20 του χρόνια, γονάτισε και ορκίστηκε πίστη στο Σύνταγμα του 1906, αναλαμβάνοντας de jure έναν θρόνο που δεν υπάρχει πια. Σοβαρός, μετριοπαθής και βαθιά πολιτικοποιημένος, έχει επωμιστεί τον άχαρο ρόλο του ηγέτη της διασποράς.
Προσπαθεί αδιάκοπα να ενώσει την κατακερματισμένη ιρανική αντιπολίτευση, γνωρίζοντας κατά βάθος ότι παραμένει όμηρος ενός συμβόλου: για το θεοκρατικό καθεστώς είναι ο «γιος του Σατανά», για τους νέους Ιρανούς μια ελπίδα θολή, μακρινή και ίσως ξεπερασμένη.
Η αδελφή του, Φαραχνάζ, επέλεξε τον δρόμο της σιωπής. Ζει στη Νέα Υόρκη, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, προσπαθώντας να διαχειριστεί ιδιωτικά τα τραύματα της ιστορίας. Είναι η επιζώσα της οικογένειας που προτίμησε την ανωνυμία ως ασπίδα προστασίας.

Η Φαρά Ντιμπά με την κόρη της Φαραχνάζ
Εκείνοι που λύγισαν
Όμως, τα μικρότερα παιδιά δεν κατάφεραν να σηκώσουν το βάρος της ιστορίας των προγόνων τους. Η Λεϊλά Παχλαβί ήταν η αδυναμία του σάχη. Μόλις 9 ετών τη μέρα της φυγής από το Ιράν, δεν ξεπέρασε ποτέ το σοκ της απώλειας της πατρίδας.
Μεγάλωσε με εστία της τα πολυτελή ξενοδοχεία της Ευρώπης, μεταμορφώθηκε σε μούσα του Valentino, ενσάρκωσε ένα style icon με θλιμμένα μάτια που γοήτευε τα κοσμικά σαλόνια. Όμως, πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, η Λεϊλά πάλευε με τους δαίμονές της.

Η μικρότερη κόρη του ζεύγους Παχλαβί Λεϊλά έφυγε από την ζωή το 2001
Η νευρική ανορεξία, η κατάθλιψη και το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης ήταν η σωματική εκδήλωση ενός άρρητου πόνου που την κατέτρωγε. Ένιωθε παντοτινά «άπατρις». Τον Ιούνιο του 2001, το άψυχο σώμα της βρέθηκε στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο Leonard του Λονδίνου. Είχε καταναλώσει υπερβολική δόση βαρβιτουρικών. Ήταν 31 ετών.
Η αρχαία τραγωδία θα είχε και μία επόμενη, τελευταία πράξη. Το 2011, ο Αλί Ρεζά, ο βενιαμίν της οικογένειας, έδωσε τέλος στη ζωή του στο South End της Βοστώνης. Πνεύμα ανήσυχο και ευφυές, με σπουδές στο Πρίνστον και το Χάρβαρντ, ο Αλί Ρεζά αναζήτησε καταφύγιο στη μελέτη της αρχαίας ιρανικής ιστορίας, προσπαθώντας να βρει απαντήσεις στα βιβλία.

Η Ντιμπά με τον μικρότερο γιο της Αλί Ρεζά
Αλλά η μοναξιά της εξορίας και ο αβάσταχτος χαμός της αγαπημένης του αδελφής τον διέλυσαν. Αυτοκτόνησε με όπλο στο σπίτι του. Στη διαθήκη του άφησε μια τελευταία επιθυμία: να καεί και οι στάχτες του να σκορπιστούν στα νερά της Κασπίας Θάλασσας.
Ήταν ο μόνος τρόπος για να επιστρέψει, έστω και νεκρός, στην πατρογονική γη που οι Παχλαβί αντίκρισαν για τελευταία φορά εκείνο το παγωμένο πρωινό της 16ης Ιανουαρίου του 1979.










