Το γιουβέτσι της Μερκούρη, Κούρκουλος, Μιτεράν και άλλες ιστορίες

Αν δεν έχεις φάει στον «Λεωνίδα» μετά από παράσταση στο μεγαλοπρεπές αργολικό θέατρο είναι σαν να μην έχεις πάει στην Επίδαυρο. Οι 200 σελίδες του λευκώματος «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας» είναι γεμάτες σπάνιες φωτογραφίες και πολύτιμες μαρτυρίες από έναν καλοκαιρινό «θεσμό».

Είκοσι έξι άνθρωποι που έχουν ζήσει από πρώτο χέρι τη θρυλική ταβέρνα του «Λεωνίδα» στο Λυγουριό, από τον Κώστα Τσιάνο και τη Μαρία Ναυπλιώτου έως τον Γιώργο Κιμούλη και τη Λένα Κιτσοπούλου, φιλοξενούνται στο λεύκωμα «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας» των εκπαιδευτηρίων Ελληνογερμανική Αγωγή, το οποίο έχει επιμεληθεί ο δημοσιογράφος Φώτης Απέργης. Εξόχως πολύτιμη παρακαταθήκη οι αποτυπωμένες αναμνήσεις της έξοχης μαγείρισσας Κάκιας, της συζύγου του Λεωνίδα Λιακόπουλου, τη μνήμη του οποίου τιμά η έκδοση. Το ΒΗΜΑgazino δημοσιεύει κατ’ αποκλειστικότητα ορισμένα αποσπάσματα από τη μαρτυρία της: από την πρώτη γνωριμία του Νίκου Κούρκουλου με τη Μαριάννα Λάτση μέχρι τη σύγχυση που δημιουργήθηκε από την παράνομη συνοδό του Φρανσουά Μιτεράν.

«Οι παραστάσεις ξεκίνησαν το 1954 µε τον «Ιππόλυτο», που ανέβασε ο Δηµήτρης Ροντήρης µε τον Θάνο Κωτσόπουλο, την Ελσα Βεργή και τον Αλέκο Αλεξανδράκη, που ήταν ακόµα πολύ νέος. Τότε στο χωριό ούτε τρεχούµενο νερό ούτε ρεύµα είχαµε. Νερό υπήρχε µόνο σε µερικές δηµόσιες βρύσες και πήγαινε ο κόσµος και γέµιζε δοχεία. Υπάρχουν και σήµερα αυτές οι βρύσες, αλλά δεν τρέχουν πια. Οταν στέρευαν, πήγαιναν οι άνθρωποι µε τα ζώα στα περιβόλια τους και έφερναν νερό απ’ τα πηγάδια. Αυτοκίνητα υπήρχαν ελάχιστα, φορτηγά κυρίως, που τα είχαν Λυγουριώτες και όλο και κάτι κουβαλούσαν για το θέατρο».

«Το χωριό µας ήταν συντηρητικό, αλλά µε το θέατρο οι άνθρωποι ήταν ανοιχτοί. Δίχως δεύτερη κουβέντα έβαλαν τους ηθοποιούς έως και στα νυφικά κρεβάτια τους. Και έφτιαξαν και άλλα, κάτι σανιδένια βέβαια, που τα παραγέµιζαν µε παλιά παπλώµατα για στρώµα. Κάθε πρωί άρµεγαν γάλα, µάζευαν αβγά και έψηναν µαζί µε τον καφέ τους. Υστερα ο ΕΟΤ ζήτησε σε κάθε σπίτι που νοίκιαζε δωµάτιο να υπάρχει και ένας νεροχύτης στο χολ µε κανάτες που γέµιζαν µε δροσερό νερό. Μερικοί έφτιαξαν και τουαλέτες µέσ’ στο σπίτι. Μέχρι τότε πήγαιναν για την ανάγκη τους οι άνθρωποι στο αχούρι, στον στάβλο. Γι’ αυτό και άκουγες κανέναν ηθοποιό να λέει γελώντας: «Αν µου επιτρέψει ο γάιδαρος, θα πάω και απόψε…»».

«Πρώτοι κατέφθαναν τον Μάιο οι τεχνικοί, γιατί τα σκηνικά τα έφτιαχναν τότε στο θέατρο. Ξεκινούσαν το µαστόρεµα ξηµέρωµα, να µην τους προλάβει ο ήλιος. Κι έπειτα, από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο, έρχονταν και οι ηθοποιοί. Το Εθνικό δεν είχε υπολογίσει πόσο µεγάλη επιτυχία θα είχαν οι παραστάσεις από τη δεύτερη κιόλας χρονιά. Οµως διψούσε ο κόσµος για θέατρο. Στεκόµασταν στην άκρη του δρόµου και χαζεύαµε πλήθος τα αυτοκίνητα το 1955 για την Παξινού στην «Εκάβη» και τον επόµενο χρόνο για την Αννα Συνοδινού στην «Αντιγόνη». Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι είχαν έρθει, για να δουν τη Συνοδινού. Μέχρι στα πεύκα είχαν σκαρφαλώσει. Οι χωροφύλακες κρατιούνταν σφιχτά χέρι-χέρι, για να µη σπάσει ο κόσµος τον κλοιό τους και ξεχυθεί µέσα στ’ αλώνι. Δεν είχε µείνει θέση ούτε για τους επισήµους και, όταν ήρθαν καθυστερηµένοι ο Κωνσταντίνος Καραµανλής και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, τους έβαλαν όπως-όπως δυο καρέκλες να καθίσουν µπροστά, εκεί ακριβώς όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί».

Οταν η Κάλλας έφερε το ρεύμα

«Ο Καραµανλής ήταν εκείνος που, το 1961, έδωσε εντολή και ήρθε το ρεύµα µέσα σε µία εβδοµάδα. Οµως όχι για την Παξινού ή για τον Αλέξη Μινωτή, που ήταν οι πιο σπουδαίοι του θεάτρου, οι βασιλείς του Εθνικού, αλλά για τη Μαρία Κάλλας, που θα έπαιζε τη «Μήδεια». Μαζί της ήταν, βέβαια, και ο Μινωτής, αλλά σαν σκηνοθέτης. Πήγαµε µε τ’ άλλα κορίτσια να τη δούµε στις πρόβες και τη θυµάµαι µε το αυστηρό της ύφος και την έντονη µύτη. Φαινόταν τόσο ψηλή και επιβλητική στα µάτια µας, αλλά ήµασταν άµαθα, δεν είχαµε ξανακούσει όπερα, και γελούσαµε, έτσι όπως την ακούγαµε να τραγουδά. Μέχρι που ένας φωτογράφος πήγε να την τραβήξει και τότε εκείνη σταµάτησε απότοµα και του είπε θυµωµένη: «Τώρα θα µε φωτογραφίσεις, που φαίνεται το πόδι µου από το φόρεµα;»».

«Η Παξινού ήταν η µητέρα του λόχου. Εµπαινε στην κουζίνα και αλώνιζε. Δεν πέρασε λίγος καιρός και µου λέει: «Σήµερα θέλω συκωτάκια». Αυτά της άρεσαν – οι κοιλιές. Τις βράζαµε, τις περνούσαµε λίγο απ’ το τηγάνι και αυτό ήταν. Ηταν ξύπνια γυναίκα, αλέγρα. Με τον Μινωτή µερικές φορές ήταν σε ένταση. Ερχονταν πάντα µαζί, µετά τους άλλους ηθοποιούς, µε µια λιµουζίνα του Εθνικού. Εκείνη βρισκόταν συνέχεια µε τον κόσµο, µε τους νέους, εκείνος όχι. Καµιά φορά η Παξινού έφερνε ένα µεγάλο ψάρι, το µαγειρεύαµε, µου έλεγε θα το κάνουµε έτσι ή αλλιώς και µετά έπαιρνε ένα κουτάλι και πιάτα και σέρβιρε όλον τον θίασο. Ο Μινωτής, αντίθετα, ήταν σφιχτός. Υπήρχαν παιδιά που γι’ αυτό απέφευγαν να τον σερβίρουν. Κι εκείνος έδειχνε εµένα κι έλεγε: «Η αφρατούλα θέλω να µε σερβίρει». Καθώς ήταν ανυπόµονος, µόλις τον βλέπαµε να κάθεται πάντα στην ίδια θέση, στη δεξιά γωνία, δίπλα στο µπροστινό παράθυρο, του σερβίραµε αµέσως µια µεγάλη σαλάτα κι ένα πιατάκι από τις ελιές που καλλιεργούσαµε εµείς. Τα κουκούτσια µάλιστα δεν τα πετούσε στο πιατάκι, αλλά πίσω από την πλάτη του, στο δάπεδο. Και ύστερα παράγγελνε».

«Η Συνοδινού τις περισσότερες φορές δεν έβγαινε. Κατέβαινε από το αυτοκίνητο, φορούσε κάποιο ωραίο φόρεµα µε ράντες, είχε έναν αέρα, δυο µέτρα γυναίκα. Αλλες ωραίες γυναίκες εκείνα τα χρόνια ήταν η Ελένη Χατζηαργύρη, η Κάκια Παναγιώτου, η Πίτσα Καπιτσινέα, η Ολγα Τουρνάκη και από τους άντρες ο Αλεξανδράκης, ο Δηµήτρης Παπαµιχαήλ, που είχαν πλέον γίνει γνωστοί και από τον κινηµατογράφο».

«Ο Τσαρούχης ερχόταν και σε µας. Ηταν πολύ ευγενικός και όλο λαχταρούσε τα γλυκά. Στεκόταν µπροστά στο ψυγείο µήπως και συγκινήσει δυο κοπέλες που τον συνόδευαν, για να του επιτρέψουν την παρασπονδία, αλλά εκείνες τον µάλωναν µαλακά, γιατί είχε σάκχαρο. Πήγαιναν τα παιδιά του χορού µε λευκά χαρτιά και όλο και κάτι τους ζωγράφιζε. Μια φορά πήγα και εγώ και µου έφτιαξε κάτι. Οπως και ο Αλέκος Φασιανός. Δεν το κάναµε γιατί πιστεύαµε ότι τα σχέδια θα έχουν αξία, αλλά για να τα κρατήσουµε ενθύµιο».

Μελίνα, Αλίκη, Μιτεράν

«Από τους ελάχιστους που δεν περίµεναν στη σειρά ήταν η Μελίνα, που ερχόταν σχεδόν πάντα µε τη Μανουέλλα Παυλίδου, τη στενή της φίλη. «Εγώ, το γιουβετσάκι µου» έλεγε µπαίνοντας στο µαγαζί. Σκέτη από γιουβέτσι έτρωγε πάντα. «Το έχεις φτιάξει;». Και, πριν απαντήσω, ερχόταν πίσω απ’ τη βιτρίνα, έπιανε την κουτάλα και σερβιριζόταν µόνη της. Ο Ζυλ Ντασσέν ήταν πιο κλειστός. Αλλά είχαν και οι δύο µε τον Λεωνίδα µια χηµεία, σα να ήταν δικός τους άνθρωπος. Το ίδιο και ο Νίκος Κούρκουλος. «Τι κάνεις, αδερφούλη;» έλεγε του άντρα µου. Στο µαγαζί µας γνώρισε ο Νίκος τη Μαριάννα Λάτση. Εκεί έπεσαν τα πρώτα βλέµµατα, στη γιορτή που έκανε ο Κώστας Καρράς το 1985 µετά την παράσταση του «Ορέστη», όπου είχε πρωταγωνιστήσει».

«Βέβαια, µερικές παραστάσεις ξάφνιαζαν εκείνους που είχαν συνηθίσει την κλασική σχολή του αρχαίου δράµατος. Πρώτη και καλύτερη, το 1982, η «Ελένη» που ανέβασε το ΚΘΒΕ µε την Αλεξάνδρα Λαδικού και τη Λυδία Φωτοπούλου σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά. Δεν είχε τελειώσει καλά-καλά η πρώτη πρόβα και ο φύλακας διέδωσε πάλι τα νέα στο χωριό: τι εφέ, τι βεγγαλικά θα βλέπαµε, τι ρυάκια στο αλώνι, ακόµα και γυµνό. Στην πρεµιέρα κάποιοι φώναξαν «αίσχος», όµως ο Βουτσινάς δεν έχασε το κέφι του – γιατί είχε πολύ κέφι ο Ανδρέας. Μέχρι που υποκλίθηκε στους θεατές κρατώντας αγκαλιά το σκυλάκι του, τη Μίκα. Εµένα µ’ έλεγε «η µαµά µας η καλή». Κάθε φορά γιόρταζε στο µαγαζί και τα γενέθλιά του – δεν ξέρω αν ήταν στ’ αλήθεια. Πάντως και κεράκια ανάβαµε και τα φώτα σβήναµε και το τραγούδι λέγαµε µαζί µε τις ευχές, καθώς εκείνος γελούσε µε το σκυλάκι του µονίµως αγκαλιά. Ηταν χαρούµενος άνθρωπος. Μια φορά µόνο, καθώς ο Λεωνίδας τον σέρβιρε, δεν είδε τη Μίκα που είχε λουφάξει δίπλα στο πόδι του τραπεζιού και την πάτησε. Εσκουξε το σκυλί, πετάχτηκε πάνω νευριασµένος ο Βουτσινάς, είδε κι έπαθε ο Λεωνίδας να τον πείσει ότι δεν το έκανε επίτηδες. Το ταΐζαµε µια βδοµάδα κεφτεδάκια, για να εξιλεωθεί. Μια βδοµάδα κεφτεδάκια!».

«Εκείνη την εποχή το φεστιβάλ υποδέχτηκε και πρωταγωνιστές που αγαπούσε ο κόσµος, αλλά δεν είχαν παίξει µέχρι τότε πρώτους ρόλους στο αρχαίο δράµα. Πρώτη η Αλίκη Βουγιουκλάκη, που το 1986 έπαιξε «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολοµού και το 1990 «Αντιγόνη» µε σκηνοθέτη τον Μίνω Βολανάκη. Την πρώτη φορά που µπήκε στο µαγαζί, τριγύρισε ανάµεσα στα τραπέζια και µου είπε: «Εδώ είναι λοιπόν που έρχονται όλοι οι ηθοποιοί;». «Ναι, αλλά δεν είναι όλοι οι ηθοποιοί Βουγιουκλάκη» της απάντησα. Από το ίδιο βράδυ έτρωγε σε µας. Ερχόταν µε το πιατάκι και το πιρουνάκι της, έµπαινε πίσω απ’ την κουζίνα, δοκίµαζε κι ύστερα διάλεγε. Μια νύχτα, µάλιστα, µετά την πρόβα, τη φώναξε έξω από το µαγαζί ο Παπαµιχαήλ και έκαναν έναν καβγά τρικούβερτο. Ολος ο κόσµος τους κοίταζε χωρίς να βγάζει άχνα… Πάντως, τη δεξίωση και το τραπέζι µετά την πρώτη της πρεµιέρα ήθελε να τα κάνει στο «Ξενία». Εκεί έµεναν την εποχή εκείνη ο Μινωτής, ο Κουν – τα δωµάτια ήταν πολύ ακριβά για τους περισσότερους ηθοποιούς. Οµως, αν και το ξενοδοχείο βρισκόταν δίπλα στο θέατρο, ήταν µακριά από την καθηµερινή ζωή, ήταν κάπως αποστειρωµένο. Στην πρεµιέρα της «Λυσιστράτης», βέβαια, είχανε γιορτές. Εγινε κοσµοπληµµύρα για την παράσταση και όλοι οι καλεσµένοι πήγαν κατόπιν στο «Ξενία», για να συγχαρούν την πρωταγωνίστρια. Ετσι, απορήσαµε, όταν είδαµε τη Μελίνα µε την παρέα της να µπαίνει στο δικό µας µαγαζί, όπως το συνήθιζε. Ηταν κι εκείνη φυσικά καλεσµένη της Βουγιουκλάκη. Φαίνεται ότι και η Αλίκη απόρησε, όταν κάποιος αµέσως της τηλεφώνησε και της το είπε. Αλλά δεν το άφησε έτσι. Ηταν πανέξυπνη. Εδώ κουβέντιαζε, εκεί είχε τ’ αφτί της. Τα πάντα πρόσεχε. Ετσι, λίγο µετά, µας τηλεφώνησε και ζήτησε να µιλήσει µε τη Μελίνα. «Κυρία Μερκούρη, σας ζητά στο τηλέφωνο η κυρία Βουγιουκλάκη» της είπε ο Νίκος. «Να της πεις να ‘ρθει εδώ. Εγώ δεν πάω εκεί» απάντησε η Μελίνα. Και δεν πήγε».

«Εν τω µεταξύ, όλο και περισσότερες προσωπικότητες έξω από το θέατρο µας επισκέπτονταν. Και όχι µόνο το καλοκαίρι. Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1991, ο Χρήστος Μαχαιρίτσας του ΠαΣοΚ ήρθε και µας ειδοποίησε ότι την παραµονή θα έφερνε στο µαγαζί µια παρέα. Λίγες µέρες µετά ήρθαν και τρεις-τέσσερις ξένοι και κάθισαν να φάνε. Τους σερβίραµε, όµως εκείνοι είχαν τον νου τους να κοιτάζουν πού είναι οι πόρτες, πού η αυλή, πώς κάθεται ο κόσµος. Αργότερα µάθαµε ότι ήταν γάλλοι αστυνοµικοί. Και, όταν έφτασε η παραµονή των Χριστουγέννων, καταλάβαµε γιατί είχαν τόση περιέργεια: ένας δηµοσιογράφος και µια κάµερα του MEGA ήρθαν στην πόρτα και µας πρόλαβαν ότι θα έρθει ο Φρανσουά Μιτεράν µε την παρέα του. Ο Λεωνίδας τηλεφώνησε αµέσως στα παιδιά, φτιάξαµε αρνάκι να τον περιποιηθούµε, στείλαµε και φέραµε και µια ωραία τούρτα από το Ναύπλιο και πράγµατι κάποια στιγµή µπήκε ο Μιτεράν µε τη συντροφιά του. Μαζί του και εκείνοι της ασφάλειας, που είχαµε ήδη γνωρίσει. Αυτή τη φορά είχαν µαζί τους κι έναν σκύλο, που µύριζε σοβαρός εδώ κι εκεί. Αφού, µια φίλη µας ήρθε συµπτωµατικά ν’ αφήσει έξω από το µαγαζί ένα πακέτο και πετάχτηκαν αµέσως, να ερευνήσουν αν είναι κάτι ύποπτο. Υστερα, όµως, απόλαυσαν όλοι τους µεζέδες µας. Κοπάνησε το τζατζίκι και την τυρόπιτα ο Μιτεράν κι έπειτα τους κουραµπιέδες και τα µελοµακάρονα – την τούρτα ούτε που την άγγιξαν. Φωτογραφίες δεν επιτρέπονταν – µάθαµε ότι η κοπέλα δίπλα στον πρόεδρο, που ήταν πολύ ευγενική, δεν ήταν η γυναίκα του… Οµως εκείνος δέχτηκε στο τέλος να φωτογραφηθεί µαζί µας. Ο Λεωνίδας µάλιστα του πρόσφερε λάδι, ελιές και ροξάκια, κάτι ωραία γλυκά σαν µελοµακάρονα, που φτιάχνει η πεθερά του Νίκου».

Σπέισι, Αρμάνι, Παπανδρέου

«Κατά καιρούς ήρθαν και άλλοι πολλοί πολιτικοί. Υπουργοί µα και πρωθυπουργοί. Οταν ήρθε ο Ανδρέας Παπανδρέου, τρέξαµε να τον εξυπηρετήσουµε, όπως τρέχουµε για όλους, αλλά εκείνος είπε ευγενικά «µην ανησυχείτε, δεν βιάζοµαι» και έµεινε µε την παρέα του ως τις τρεις το πρωί. Ο Κέβιν Σπέισι ήρθε µια µέρα µε τον Γιώργο Λούκο και παρατηρούσαν τις φωτογραφίες στους τοίχους. Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ έφαγε ένα βράδυ µε τον Διονύση Φωτόπουλο, ο οποίος µια άλλη φορά έφερε και τον Τζόρτζιο Αρµάνι. Ξετρελάθηκε µε το κοτόπουλο, όπως µάθαµε κατόπιν. Ενα µεσηµέρι της επόµενης χρονιάς, µάλιστα, µεγαλοβδοµαδιάτικα µπήκε ξαφνικά ο Αρµάνι µε διαφορετική παρέα και όλοι ζήτησαν κοτόπουλο».

«Οταν ο κόσµος ευχαριστιόταν, στο τέλος τα ξεχνούσε όλα. Εβρεχε το 1995, όταν ο Θανάσης Βέγγος έπαιξε τον Τρυγαίο στην «Ειρήνη», όµως κανείς δεν έφυγε. Στο τέλος όλοι τον χειροκροτούσαν όρθιοι και εκείνος τους ευχαριστούσε βουρκωµένος µε το χέρι στην καρδιά. «Τέτοιο πράγµα δεν έχω ξαναδεί! Ούτε για τον Μινωτή ούτε για κανένα» έλεγε ύστερα ο Μηνάς Χατζησάββας, που και εκείνος είχε χειροκροτηθεί στον ρόλο του Ιεροκλή. «Μόνο για τον Νέζερ λίγο πριν πεθάνει» θυµόταν καλύτερα ο Γιάννης Βούρος».

«Καθώς τα χρόνια περνούσαν, άλλαζαν και οι γενιές. Το 1972, όταν η Παξινού ήρθε για τελευταία φορά στο θέατρο, σαν θεατής πια, αφού ήταν ήδη καταπονηµένη από την αρρώστια, ο κόσµος την χειροκρότησε τόσο θερµά, σαν να ένιωθε ότι δεν θα την ξανάβλεπε. Αλλά και το 1993, όταν η Μελίνα είχε αρρωστήσει, δεν είχε πάψει να έρχεται µαζί µε τη Μανουέλλα και τον Τζούλη – έτσι τον έλεγε τον Ντασσέν. Ηταν βασανισµένη από τις χηµειοθεραπείες και ζήτησε µαξιλάρι, για να καθίσει στην καρέκλα, πριν της φέρουµε µια σκέτη από γιουβέτσι. Οµως, φωτίστηκε, όταν είδε τον Λεωνίδα και ας του παραπονιόταν γιατί δεν της άρεσε η φωτογραφία της που είχαµε κρεµάσει».

«Ο Λεωνίδας είχε µεγάλο άγχος να µη γίνουν τα δικά µας τα παιδιά ηθοποιοί. Ησύχασε όταν είδε ότι έγιναν εκπαιδευτικοί, ότι είχε ο καθένας τη δική του δουλειά, δίχως να εγκαταλείψουν και το µαγαζί. Αντίθετα, είναι σίγουρο στα χέρια τους. Φέρνουν, µάλιστα, και τα δικά τους παιδιά να βοηθούν, τα εγγόνια µας: δυο νέους Λεωνίδες, τον Γιώργο και τον Νίκο. Για εκείνα είναι δέσµευση αλλά και πανηγύρι. Τα τελευταία χρόνια ο Λεωνίδας ήταν κουρασµένος και είχε αποτραβηχτεί. Εκείνο το απόγευµα του καλοκαιριού του 2017, που µας άφησε, πρώτος µας συλλυπήθηκε ο Στάθης Λιβαθινός, που ήταν τότε διευθυντής του Εθνικού. Μετά την κηδεία, ανοίξαµε ξανά το µαγαζί για τον κόσµο της επόµενης παράστασης, όπως θα το ήθελε και ο Λεωνίδας. Ολο το υπόλοιπο καλοκαίρι, όποιος και αν τηλεφωνούσε για µια κράτηση είχε και δυο λόγια συµπάθειας για κείνον. Αλλωστε, το όνοµά του είχε ακουστεί και στο θέατρο. Οταν άρχισε να ψιλοβρέχει σε µια παράσταση Αριστοφάνη του Θεάτρου Τέχνης, ο Λαζάνης πρόσθεσε στον ρόλο του µια ατάκα: «Αντε παιδιά, πριν µας πιάσει η βροχή, γιατί µας περιµένουν και στου Λεωνίδα». Σε µιαν άλλη παράσταση µάλιστα, ο Σταµάτης Κραουνάκης τον έβαλε και σ’ ένα του τραγούδι. Ο Λεωνίδας είχε τότε συγκινηθεί. Οχι γιατί ξιπάστηκε, ποτέ δεν συνέβη αυτό. Αλλά γιατί ένιωσε ότι οι ηθοποιοί τού ανταποδίδουν το χαµόγελο, τη φιλοξενία, την αγάπη που τους είχε προσφέρει».

INFO
To λεύκωμα διατίθεται από την Ελληνογερμανική Αγωγή χωρίς χρέωση σε περιορισμένο αριθμό σε έντυπη
μορφή. Θα είναι επίσης διαθέσιμο διαδικτυακά στη διεύθυνση www.ea.gr.

BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk