Ο Ευγένιος ψυχαναλύεται

Η ψυχανάλυση ενός αγοριού, του Ευγένιου, που έρχεται για θεραπεία με πρωτοβουλία της μητέρας του, σε ηλικία έξι ετών, είναι η αφετηρία αυτού του βιβλίου.

Μαρία Ρουμελιώτου-Καλεώδη
Η καμηλοπάρδαλη τρώει τα φύλλα
Η ψυχανάλυση ενός μικρού αγοριού με φοβίες.
Εκδόσεις Ποταμός, 2013,
σελ. 324, τιμή 18 ευρώ

Η ψυχανάλυση ενός αγοριού, του Ευγένιου, που έρχεται για θεραπεία με πρωτοβουλία της μητέρας του, σε ηλικία έξι ετών, είναι η αφετηρία αυτού του βιβλίου. Παρουσιάζει φοβίες που έχουν αποδιοργανώσει τη ζωή του υποχρεώνοντάς το να μένει συνεχώς στο σπίτι, απαιτώντας παράλληλα την παρουσία κάποιου άλλου.

Πριν ξεκινήσει θεραπεία με το παιδί, η αναλύτρια προτείνει μιά σειρά από συνεδρίες όπου βλέπει τους γονείς και το παιδί μαζί, τους γονείς χωρίς το παιδί, καθώς και τον καθένα τους χωριστά. Οι συνεδρίες αυτές είναι καθοριστικές: εμπεδώνουν το αίτημα του ίδιου του παιδιού για θεραπεία, δρομολογώντας παράλληλα μια νέα δυναμική στη σχέση του με τους γονείς.
Στη διάρκεια αυτών των συνεδριών μαθαίνουμε ότι: ο πατέρας, σε ηλικία έξι χρονών, στην ηλικία δηλαδή που το παιδί έρχεται για θεραπεία, ματαίωσε, αντιδρώντας βίαια, την απόφαση της μητέρας του να τον δώσει προς υιοθεσία.
Ο Ευγένιος, απ’ την πλευρά του, γνώρισε τρεις πρόωρους αποχωρισμούς που είχαν να κάνουν με τον τοκετό, τον απογαλακτισμό και, τελευταία, σε ηλικία εννέα μηνών, με την απώλεια της πιπίλας του. Στο ιστορικό της περίπτωσης αξίζει να προσθέσουμε τη σοβαρή κατάθλιψη της μητέρας συνεπεία του θανάτου του πατέρα της όταν το παιδί συμπλήρωσε τον πρώτο χρόνο ζωής, καθώς και το ότι οι φοβίες του παιδιού αναζωπυρώνονται σε περιόδους όξυνσης στη σχέση των γονέων με αφορμή κυρίως τις εξωσυζυγικές σχέσεις του πατέρα.
Η ψυχανάλυση του Ευγένιου κράτησε τρία χρόνια και τρεις μήνες· διακόπηκε από τον πατέρα, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του παιδιού. Αποτυπώνεται σε σχέδια (τριάντα έξι), σε ιστορίες και σε όνειρα που το παιδί φέρνει το τελευταίο εξάμηνο της θεραπείας του. Στο τέλος της μένουμε με την εντύπωση πως το παιδί είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του ζην.
Αλλωστε αυτό που έχει προηγηθεί στη διάρκεια της θεραπείας μοιάζει με επίτευγμα, τέτοιο που μόνο μια ανάλυση είναι σε θέση να πραγματοποιήσει. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίζαμε το ότι «κάτι» από τους πρόωρους αποχωρισμούς για τους οποίους κάναμε λόγο πιο πάνω, δηλαδή μη απωθημένα, ασυνείδητα βιώματα, κολλημένα στο Πραγματικό του σώματος γίνονται αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, δηλαδή «ξεκολλάνε» μεταβολιζόμενα σε στοιχεία λόγου;
Η εμπλοκή στη θεραπεία


Θα ήταν φυσικά αδιανόητο αν αποσυνδέαμε την πρόοδο της διαδικασίας από την παρουσία της αναλύτριας. Και εδώ η Μαρία Ρουμελιώτη-Καλεώδη δεν είναι διόλου φειδωλή. Περιγράφει με μεγάλη σαφήνεια την εμπλοκή της στη θεραπεία του παιδιού, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να μπούμε στο κλίμα της. Ετσι γινόμαστε μάρτυρες του μοναδικού τρόπου με τον οποίο αξιοποιεί τις «ασήμαντες λεπτομέρειες» ενός σχεδίου ή την απλότητα με την οποία ξεδιαλύνει έναν γρίφο εκεί που όλα μοιάζουν μπλοκαρισμένα.
Η παράθεση όμως του κλινικού υλικού δεν μας αφήνει την αίσθηση μιας απρόσκοπτης, ευθύγραμμης διεργασίας. Φέρνει μπροστά μας δυσκολίες, είτε αυτές έχουν να κάνουν με έκφραση αρνητικών αισθημάτων του παιδιού, δηλαδή αρνητικής μεταβίβασης, είτε με δικά της τυφλά σημεία, δείγμα της αντιμεταβιβαστικής της εμπλοκής.
Σε κάθε περίπτωση, και ιδιαίτερα σε στιγμές λάθους ή αστοχίας από μέρους της αναλύτριας, έχουμε την ευχέρεια να παρακολουθήσουμε τις ανατροπές που προκαλεί το ασυνείδητο.
Και μόνη η ως τώρα αναφορά μας θα ήταν αρκετή για να αναδείξει τη σημασία αυτού του βιβλίου. Ωστόσο το κείμενο που έχουμε μπροστά μας δεν είναι μόνο η καταγραφή μιας ανάλυσης.
Είναι και η ανάλυση αυτής της ανάλυσης, που επιμένοντας πολύ πέρα από την περάτωση της αναλυτικής διαδικασίας, παίρνει τον χαρακτήρα διαβήματος επερωτώντας και την προσωπική ψυχαναλυτική διαδρομή της συγγραφέως και την ψυχανάλυση γενικά.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διαχρονική αναζήτηση που, στη βάση της επανανάγνωσης της μεταβιβαστικής κίνησης, αναδεικνύει σημαντικά θεωρητικά προτάγματα που συμβάλλουν στην εξέλιξη μιας θεωρίας για τη φοβία.
Το φοβικό αντικείμενο


Σε ό,τι αφορά λοιπόν το θεωρητικό μέρος, η συγγραφέας αναφέρεται κατ’ αρχήν στους Freud και Lacan μέσα από την περίπτωση του μικρού Hans, για να περάσει κατόπιν σε άλλους ψυχαναλυτές (Bergeret, Assoun, Winnicott, Dolto, Dethiville) μέσα από τους οποίους αναδεικνύεται ένας κοινός τόπος: η δημιουργία της φοβίας ανάγεται σε μια πρώιμη, αρχαϊκή περίοδο, ενώ αρθρώνεται ως ύστερο συμβολικό διακύβευμα την εποχή του οιδιποδείου.
Στη συνέχεια παραθέτει τις δικές της επισημάνσεις. Η οικονομία του χώρου επιβάλλει να σταχυολογήσουμε μόνο κάποιες από αυτές, και αυτές επιγραμματικά. Στο θεμελιακό ερώτημα, γράφει, που χαρακτηρίζει την αναρώτηση του υποκειμένου «τι είμαι εγώ για σένα;» ο φοβικός βρίσκεται δραματικά αντιμέτωπος με το αίνιγμα της επιθυμίας του Αλλου.
Ο Αλλος εδώ είναι ασαφής, αμφισημικός ή και πολυσημικός, με συνέπεια το παιδί να χάνεται μέσα στην αβεβαιότητα.
Ακόμη: στη βάση της ασάφειας της ασυνείδητης εικόνας του σώματος και της διαταραχής της κατοπτρικής εικόνας, ο φοβικός δεν έχει μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό του αλλά πολλές και διάφορες, οι οποίες είτε εναλλάσσονται είτε εμφανίζονται η μία πάνω στην άλλη. Αυτό άλλωστε καθιστά αναγκαία την παρουσία συνοδού που υπέχει θέση διπλού, δηλαδή κάτι που αποτελεί και συνέχεια του υποκειμένου και κάτι έξω απ’ αυτό. Σε ό,τι τώρα αφορά το φοβικό αντικείμενο, αυτό ως τρίτος όρος ανάμεσα σε παιδί και μητέρα οριοθετεί τη φαντασίωση της καταβρόχθισης αναδιατάσσοντας την ψυχική οικονομία με επιπτώσεις σημαντικές στη μεταβιβαστική συνθήκη. Τέλος: στη φοβία πίσω από την ταύτιση με το βλεμματικό αντικείμενο υπάρχει η ταύτιση με το στοματικό, καθώς και η σχετιζόμενη με αυτό ταύτιση με τη φωνή. Ετσι το βλεμματικό αντικείμενο, στη σύζευξή του με το στοματικό, προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του τελευταίου και φέρεται σαν αυτό.
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα. Μια ιδιαίτερη κλινική περίπτωση γίνεται καταλύτης για την επανεφεύρεση της ανάλυσης.
Συμπερασματικά: βιβλίο-ορόσημο που τιμά την εγχώρια ψυχαναλυτική κοινότητα. Και αν είναι βέβαιο πως θα αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από τους ψυχαναλυτές, επιβάλλεται να διαβαστεί ευρύτερα.
Γιατί η ψυχανάλυση ενός παιδιού μάς φέρνει πιο έντονα μπροστά στα ερωτήματα που χαρακτηρίζουν το τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης· αυτής που αναμετριέται με το πεπρωμένο σε πείσμα μιας θεμελιακής ασυνειδησίας που έρχεται από μακριά και προβάλλει, ως μη όφειλε, αναφαίρετα δικαιώματα πάνω στη ζωή.
Ο κ. Δημήτρης Παπαευθυμίου είναι ψυχαναλυτής.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk