ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η λίµνη που εκδικείται το µέλλον

Από τη Μαίρη Σέλεϊ και τη Λίµνη της Γενεύης (από εκεί ξεκίνησε η ιδέα για τον Φρανκενστάιν ) ως τον θρήνο του δηµοτικού τραγουδιού για τον φρικτό θάνατο που βρήκε στη Λίµνη των Ιωαννίνων η κυρά Φροσύνη, οι λιµναίες περιπέτειες της λογοτεχνίας δεν έχουν τελειωµό. Στις Ιστορίες της Λίµνης του Βαγγέλη Ραπτόπουλου πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαµβάνει µια φανταστική λίµνη: η Λίµνη Αχαΐας επί του Κορινθιακού. Πρόκειται για ένα άσηµο παραθεριστικό θέρετρο, που εξελίσσεται αναπάντεχα σε έναν …

Από τη Μαίρη Σέλεϊ και τη Λίµνη της Γενεύης (από εκεί ξεκίνησε η ιδέα για τον Φρανκενστάιν ) ως τον θρήνο του δηµοτικού τραγουδιού για τον φρικτό θάνατο που βρήκε στη Λίµνη των Ιωαννίνων η κυρά Φροσύνη, οι λιµναίες περιπέτειες της λογοτεχνίας δεν έχουν τελειωµό. Στις Ιστορίες της Λίµνης του Βαγγέλη Ραπτόπουλου πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαµβάνει µια φανταστική λίµνη: η Λίµνη Αχαΐας επί του Κορινθιακού. Πρόκειται για ένα άσηµο παραθεριστικό θέρετρο, που εξελίσσεται αναπάντεχα σε έναν δυσώδη, εφιαλτικό τόπο έτοιµο να αγκαλιάσει όλα τα κακά της υδρογείου: από θανάσιµα ατυχήµατα, αυτοκτονίες και στυγερές ερωτικές δολοφονίες ως αβυσσαλέες οικογενειακές συγκρούσεις, παραλυτικές ονειρώξεις και αδιανόητες σεξουαλικές διαστροφές.

Τα πρόσωπα που κινούνται στην περιοχή της Λίµνης Αχαΐας (µόνιµοι κά τοικοι, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και εξοχικών, τουρίστες και τυχαίοι επισκέπτες) έχουν κατά κανόνα ένα σκοτεινό παιδικό ή εφηβικό παρελθόν, που ξεσπά µε καταστροφικό τρόπο στην ενήλικη ζωή τους, για να συµπαρασύρει στο παιχνίδι του αφανισµού δικαίους και αδίκους.

Τι ακριβώς, όµως, είναι οι άνθρωποι που βγαίνουν µέσα από τα δεκαπέντε επεισόδια-αφηγήµατα που σκηνοθετεί µε φόντο τη Λίµνη Αχαΐας ο Ραπτόπουλος; Περισσότερο τύποι και σύµβολα και λιγότερο χαρακτήρες, οι ήρωές του µοιάζουν καταδικασµένοι να υποστούν µέχρις εσχάτων τις συνέπειες των πρώιµων ψυχικών τραυµάτων τους: άντρες παγιδευµένοι σε µοιραίους έρωτες ή γυναίκες που πληρώνουν πανάκριβα τα δυνατά τους αισθήµατα, αλλά και αρσενικά κυριαρχηµένα από τα σαδιστικά τους ένστικτα ή θηλυκά που δεν διστάζουν να πάρουν αιµατηρή εκδίκηση για τα πολύµορφα πάθη τους.

Στην τροχιά ενός τέτοιου πλήθους, η ύπαρξη έχει αδειάσει ολοκληρωτικά από την παρουσία του άλλου, ακόµη και αν ο άλλος σκοτώνεται για λογαριασµό της. Αυτό δεν σηµαίνει πως το εγώ έχει πάρει την επάνω βόλτα, για να αρχίσει να επιτελεί τον γύρο του θριάµβου. Οι Ιστορίες της Λίµνης αποτυπώνουν ένα σπασµένο συνεχές από αποπροσωποποιηµένες ατοµικότητες, που τελειώνουν τον βίο τους µέσα σε µια αφάνεια αντάξια του κατακερµατισµού της κοινωνίας η οποία τις έχει παραγάγει.

Ενας τόσο απάνθρωπος και κυνικός ατοµοκεντρισµός, χαρακτηριστικός των δεκαετιών του 1990 και του 2000, µπορεί να δείχνει κάπως άνευ νοήµατος (κάτι σαν ποµπώδης διύλιση του κώνωπος) στα παλαιότερα βιβλία του Ραπτόπουλου, από τα οποία προέρχονται τα κείµενα που συγκροτούν τις Ιστορίες της Λίµνης («Το παιχνίδι», 1998, «Βαθύς και λυπηµένος, όπως κι εσύ», 1999, «Απέραντα άδειο σπίτι», 2009), αλλά αποκτά ένα σαφώς νέο περιεχόµενο στη σηµερινή ανασύνθεση. Παύοντας να αποτελεί ένα περιφερειακό στοιχείο και µπαίνοντας στο κέντρο των αφηγηµατικών κύκλων που σχηµατίζει ο συγγραφέας, η δυσοίωνη Λίµνη Αχαΐας ανάγεται αίφνης σε καθολική εικόνα. Είναι, θα έλεγα, η εικόνα του ατόµου που φυλακισµένο στον εαυτό του θα χάσει εν κατακλείδι τα πάντα: την προσωπική του υπόσταση και ακεραιότητα, αλλά και την ικανότητά του να ορίζει τη θέση και το στίγµα του στον κόσµο.

Με σαφείς αναφορές στην πεζογραφία του τρόµου, στο ψυχολογικό θρίλερ, αλλά και στο µελλοντολογικό µυθιστόρηµα, ο Ραπτόπουλος κινεί µε άνεση τα πρόσωπά του από αφήγηµα σε αφήγηµα, για να τα εγκλωβίσει εσκεµµένα σε µια µαύρη παρωδία της καθηµερινής πραγµατικότητας, στην οποία λαµβάνουν µέρος είτε από τη θέση τους επί της κεντρικής σκηνής είτε χωµένα στα παρασκήνια, από όπου παρακολουθούν ως θεατές το ίδιο πάντα δράµα: το δράµα όσων πέφτουν θύµατα του νοσηρού λιµναίου κλίµατος.

Η καλύτερη ενότητα του βιβλίου είναι το πρώτο µέρος, όπου µια παρέα παιδιών βαδίζει ανεπίγνωστα προς τον θάνατο. Ο συγγραφέας µάς υποβάλλει βαθµιαία και µε σωστά υπολογισµένες προεξαγγελίες στην ατµόσφαιρα που θα επικρατήσει στο τέλος και η κορυφαία σκηνή του έχει κάτι το όντως ανατριχιαστικό. Ο λόγος του διαθέτει εν προκειµένω την αναγκαία απόσταση από τα δρώµενα, χωρίς εκ παραλλήλου να µειώνει τη θερµοκρασία εντός της οποίας οφείλει να αναπτυχθεί και να τελεσφορήσει η πλοκή. Ο Ραπτόπουλος έφτιαξε από παλιά υλικά ένα αναµφισβήτητα καινούργιο έργο, που του επιτρέπει να κερδίσει τόσο σε βάθος όσο και σε ωριµότητα.

Μια κοινότητα οµαδικού χαµού

Θα συναισθανθούμε πλήρως το ακραία ατομοκεντρικό πνεύμα που συνέχει τις Ιστορίες της Λίμνης του Βαγγέλη Ραπτόπουλου αν σκεφτούμε τα πιθανά λογοτεχνικά, θεατρικά και κινηματογραφικά τους αντίστοιχα (δεν λέω πρότυπα), τα οποία ξεκινούν από την Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ (1915) του Εντγκαρ Λι Μάστερς, τη Μικρή μας πόλη (1938) του Θόρντον Ουάιλντερ και το Τέλος της μικρής μας πόλης (1953) του Δημήτρη Χατζή, για να φτάσουν ως το «Dogville» (2003) του Λαρς φον Τρίερ. Η μικρή, αυτοπεριορισμένη κοινότητα μπορεί να απελευθερώνει εκεί αδίστακτα τους εγωισμούς και τις συμφεροντολογικές της αποβλέψεις, αλλά παραμένει κοινότητα. Στις Ιστορίες της Λίμνης ο Ραπτόπουλος επινοεί, αντιθέτως, μια απομονωμένη και απόμακρη πόλη για να την προβάλει στη δράση ως ένα περίπου τυχαίο άθροισμα ατόμων οι οποίοι αλληλοσπαράσσονται τυφλά σε ένα σύμπαν δίχως είσοδο και έξοδο, χωρίς (ευτυχώς ή ατυχώς) την ελάχιστη προοπτική. Το μήνυμα, ωστόσο, δεν έχει πάψει να υπάρχει: πρόκειται για μια κοινότητα ομαδικού χαμού, που δεν φαίνεται να μπορεί να ελπίσει σε καμία σωτηρία. Και ένα τέτοιο μήνυμα είναι το μήνυμα μιας νεκρής, οριστικά τελειωμένης συλλογικότητας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk