Το «λαϊκό καλοκαίρι» και η δημοκρατία

Oταν το καλοκαίρι του 1987 ο ευφυέστατος, κατά τα άλλα, Ανδρέας Παπανδρέου διεκήρυξε το χαρούμενο δόγμα «Πρώτα τα μπάνια του λαού» (και όχι εκλογές όπως του πρότειναν οι συνεργάτες του), ο εγχώριος σοσιαλισμός εμπλουτίστηκε από ένα ολότελα νέο και γοητευτικό ιδεολόγημα. Αλλωστε το «ορμητικό» ΠαΣοΚ της εποχής εκείνης (ποιος άραγε μπορούσε τότε να φαντασθεί τη σημερινή μετεξέλιξή του!) αν όντως κάτι παρήγαγε αυτό ήταν μια νέα «πολιτική» γλώσσα. Λέξεις και φράσεις που σε πείσμα όλων των μετέπειτα καταστροφών εξακολουθούν να παραμένουν σε χρήση και, το σημαντικότερο, έχουν υιοθετηθεί, με διάφορες παραλλαγές, από όλα τα κόμματα της Βουλής.

Oταν το καλοκαίρι του 1987 ο ευφυέστατος, κατά τα άλλα, Ανδρέας Παπανδρέου διεκήρυξε το χαρούμενο δόγμα «Πρώτα τα μπάνια του λαού» (και όχι εκλογές όπως του πρότειναν οι συνεργάτες του), ο εγχώριος σοσιαλισμός εμπλουτίστηκε από ένα ολότελα νέο και γοητευτικό ιδεολόγημα. Αλλωστε το «ορμητικό» ΠαΣοΚ της εποχής εκείνης (ποιος άραγε μπορούσε τότε να φαντασθεί τη σημερινή μετεξέλιξή του!) αν όντως κάτι παρήγαγε αυτό ήταν μια νέα «πολιτική» γλώσσα. Λέξεις και φράσεις που σε πείσμα όλων των μετέπειτα καταστροφών εξακολουθούν να παραμένουν σε χρήση και, το σημαντικότερο, έχουν υιοθετηθεί, με διάφορες παραλλαγές, από όλα τα κόμματα της Βουλής.

Υπό αυτή την έννοια «τα μπάνια του λαού» εξακολουθούν και προσδιορίζουν περισσότερο μια λαϊκή ιδεοληψία και λιγότερο μια κοινωνική κατάκτηση που, για την ώρα τουλάχιστον, παραμένει απρόσβλητη από τη φθονερή τρόικα. Γιατί; Διότι στην πράξη, αυτή η «κατάκτηση» υπήρξε περισσότερο συνθηματική και λιγότερο ουσιαστική. Υπήρξε μια άλλη φενάκη. Μπορεί ακόμη ορισμένοι δήμοι να προσφέρουν σε μια κατηγορία πολιτών ένα πούλμαν για κοντινές ακρογιαλιές, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με το όραμα. Ελπίζουμε μάλιστα πως η συνεχιζόμενη ανασκαφή των αμαρτιών μας δεν θα μας φέρει μπροστά σε μια φρικτή αποκάλυψη του τύπου «εκατομμύρια οι μίζες από τα μπάνια του λαού»!

Ωστόσο αυτή η σοσιαλιστική διακήρυξη για ένα μαζικά χαρούμενο και ανέμελο λαϊκό καλοκαίρι δεν οφείλεται μόνο στην ελλιπή οργάνωση του εγχειρήματος, αλλά κυρίως επειδή η ραστώνη και η ανάπαυση είναι θέματα ιδιωτικά. Για τούτο και καμιά σοβαρή δημοκρατία δεν μπορεί να ευαγγελίζεται, πολύ μάλλον να επιβάλλει, ομαδικά μπάνια ή ομαδικά ξεφαντώματα. Το γεγονός ότι όλοι αναζητούμε (μέσα από εναλλακτικές και μη λύσεις) μια «απάτητη» ακρογιαλιά, ή ένα «κρυφό περιγιάλι», δείχνει τις πραγματικές μας επιθυμίες. Αλλο που οι συνθήκες μάς αναγκάζουν να συνωστιζόμαστε σε μια ρυπαρή παραλία. Αλλά και όταν εμείς οι πολλοί έχουμε τη δυνατότητα να επισκεφθούμε μια trendy πλαζ, στη Μύκονο ας πούμε ή αλλού, το βασικό κίνητρο ποιο είναι; Να δροσιστούμε σε μια παραλία ή να δούμε και να συγχρωτισθούμε «διασημότητες» και μαζί να φανούμε κι εμείς. Δεν πρόκειται πια για λουτρά ζωογόνα και καθαρτήρια αλλά για έναν καλοκαιρινό modus vivendi. Είναι ωστόσο παρήγορο, πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι τελικά μπορούμε να αισθανθούμε την ίδια εξαίσια ηδονή που περιγράφει ο νεαρός παπαδιαμαντικός ήρωας, στο «Ονειρο στο κύμα»· «Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν […] είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ΄ ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ητον τον Αύγουστον μήνα […] Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ΄ έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα […] Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην εν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους”.

Δεν υπαινίσσομαι ότι ο μόνος τρόπος να απολαύσουμε την πανδέγμονα θάλασσα είναι ο παπαδιαμαντικός. Αλλωστε η συνέχεια του διηγήματος προσφέρει πολύ περισσότερες εκπλήξεις από όσο ένα νυχτερινό μπάνιο στη Βουλιαγμένη! Ούτε βέβαια θρηνώ για τα χαμένα μπάνια του λαού, το χαμένο επίδομα θερινών διακοπών ή για την όποια εξαγγελμένη πολιτικοκοινωνική ουτοπία από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ως σήμερα. Ούτε αρνούμαι πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι μέσα στην πολιτική ρητορία και σοφιστεία των καιρών που απολαμβάνουν με τους δικούς τους τρόπους και τη δική τους ευγένεια τα θαλάσσια λουτρά τους. Την όλη ζωή τους. Και προφανώς δεν ζούμε την εποχή όπου ο αυστηρός πατέρας Ορέστης Μακρής στην ταινία «Η θεία από το Σικάγο» στήνει ολόκληρη επιχείρηση για να μη πέσει βέβηλο μάτι στα κορίτσια του την ώρα που αλλάζουν τα ολόσωμα μαγιό σε κάποια παραλία. Ούτε νομίζω ότι μπορούμε να ζήσουμε την ατμόσφαιρα της μελαγχολικής και δυσοίωνης λουτρόπολης που έζησε ο ήρωας στο «Θάνατος στη Βενετία».

Ομως και οι δύο ταινίες, παρά τις μεγάλες διαφορές τους, δείχνουν πως υπάρχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα (κουλτούρα θα έλεγε κάποιος ή και ιεροτελεστία) σε αυτή την κοινότοπη και καθημερινή διαδικασία των θαλάσσιων λουτρών. Παρόμοια ατμόσφαιρα και ιεροτελεστία υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη ενέργεια ραστώνης και προσωπικής μέριμνας. Και είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να διασφαλίζει η δημοκρατία. Τον ακέραιο πολίτη και όχι ένα «μαζικό» απρόσωπο λαό. Οι οραματικές διακηρύξεις, παλιότερες ή σημερινές, για τη λεγόμενη ποιότητα της ζωής μας, ηχούν κούφιες, αν όχι παραπλανητικές. Παρόμοια ακούγεται και η δημοκρατία εκείνη που βιάζεται να διακηρύξει και να υπερασπισθεί, δήθεν, όχι μόνο τη λαϊκή κυριαρχία αλλά και τη λαϊκή ευδαιμονία, ενώ την ίδια στιγμή με τις πράξεις της υβρίζει και ταπεινώνει. Κυρίως υβρίζει και ταπεινώνει τον εαυτό της.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk