ΣOBIETIKA ΑΡΧΕΙΑ

Η Μόσχα είχε πάθει και είχε μάθει

ΜΟΣΧΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ. Oκτώ χρόνια έχουν περάσει από την εμπλοκή των Αμερικανών σε έναν αδιέξοδο κατά τα φαινόμενα πόλεμο στο Αφγανιστάν. Σύντομα ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα θα αποφασίσει αν θα στείλει νέες δυνάμεις εκεί για να βγάλουν από το τέλμα τις υπάρχουσες. Μια σύντομη ματιά στα σοβιετικά στρατιωτικά αρχεία μάς αποκαλύπτει τις ομοιότητες της σημερινής κατάστασης με όσα αντιμετώπισε η Μόσχα στο Αφγανιστάν πριν από τριάντα και πλέον χρόνια. Η επέμβαση της Σοβιετικής Ενωσης στο Αφγανιστάν είχε αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου Αφγανών, άλλων 26.

Η Μόσχα είχε πάθει και είχε μάθει | tovima.gr

ΜΟΣΧΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ. Oκτώ χρόνια έχουν περάσει από την εμπλοκή των Αμερικανών σε έναν αδιέξοδο κατά τα φαινόμενα πόλεμο στο Αφγανιστάν. Σύντομα ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα θα αποφασίσει αν θα στείλει νέες δυνάμεις εκεί για να βγάλουν από το τέλμα τις υπάρχουσες. Μια σύντομη ματιά στα σοβιετικά στρατιωτικά αρχεία μάς αποκαλύπτει τις ομοιότητες της σημερινής κατάστασης με όσα αντιμετώπισε η Μόσχα στο Αφγανιστάν πριν από τριάντα και πλέον χρόνια.

Η επέμβαση της Σοβιετικής Ενωσης στο Αφγανιστάν είχε αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου Αφγανών, άλλων 26.000 σοβιετικών στρατιωτών και την αναγκαστική εξορία πέντε εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας. Στην κορύφωση του πολέμου, ο αριθμός των σοβιετικών στρατιωτών είχε φθάσει τις 108.000. Τα νούμερα αυτά δείχνουν ότι οι ομοιότητες του χθες με το σήμερα σταματούν στο γεγονός ότι μια μεγάλη δύναμη εισέβαλε στην ορεινή αυτή χώρα. Οι ξένες δυνάμεις στο Αφγανιστάν σήμερα είναι πολύ λιγότερες και ο αριθμός των θυμάτων επίσης. Ενώ όμως τα μεγέθη είναι διαφορετικά, μια ματιά στα στρατιωτικά αρχεία της Σοβιετικής Ενωσης αρκεί για να μας πείσει για τις ομοιότητες των δύο πολέμων, τουλάχιστον ως προς τις αιτίες της αποτυχίας τους.

«Η σοβιετική κυβέρνηση και το γενικό επιτελείο δεν μελέτησαν τους εθνικούς και ιστορικούς παράγοντες του Αφγανιστάν προτού στείλουν εκεί δυνάμεις» αναφέρεται σε έκθεση του σοβιετικού επιτελείου, γραμμένη μετά την ταπεινωτική αποχώρηση της Μόσχας από το Αφγανιστάν. «Αν το είχαν κάνει, θα είχαν ανακαλύψει μια ιστορία αιώνων στην αντίσταση σε διάφορους κατακτητές. Ο Αφγανός θεωρεί ότι κάθε ξένος που φέρει όπλα είναι ένας ξένος κατακτητής». Είναι αλήθεια ότι ούτε ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ ούτε ο Τζορτζ Γ. Μπους περίμεναν ότι θα ενέπλεκαν τη χώρα τους σε μια τόσο μακροχρόνια σύγκρουση. Ο Μπρέζνιεφ είναι εκείνος που έδωσε την εντολή να πραγματοποιηθεί η εισβολή του σοβιετικού στρατού στο Αφγανιστάν το 1979 για να ανατρέψει τον (κομμουνιστή) πρόεδρο Χαφιζιουλάχ Αμίν. Ηλπιζε ότι όλη η ιστορία θα ήταν θέμα ολίγων μηνών και ότι μετά την αποχώρηση του στρατού θα έμεναν οι διάφοροι σύμβουλοι, που με την οικονομική βοήθεια της Μόσχας θα στήριζαν το νέο καθεστώς. Το ίδιο λάθος κάνουν και οι Αμερικανοί τριάντα χρόνια αργότερα.

Το έντονο ενδιαφέρον των Σοβιετικών με το Αφγανιστάν θυμίζει το αντίστοιχο των Αμερικανών. Σε μια συνάντηση στο Κρεμλίνο την 1η Απριλίου 1979, ύστερα από μια εξέγερση στη Χεράτ εναντίον της τοπικής κυβέρνησης, η ανώτατη ηγεσία του Κρεμλίνου μελέτησε μια αναφορά τού τότε υπουργού Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο , την οποία προσυπέγραφαν ο υπουργός Αμυνας Ντμίτρι Ουστίνοφ και ο διευθυντής της ΚGΒ Γιούρι Αντρόποφ. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, το Αφγανιστάν χαρακτηρίζεται ως χώρα στην οποία οι αντιδραστικές δυνάμεις εκμεταλλεύονται με επιτυχία τον αναλφαβητισμό των κατοίκων, τις φυλετικές συγκρούσεις, τον θρησκευτικό φανατισμό και τον εθνικισμό.

Ακριβώς όπως οι δυτικές πρωτεύουσες επικρίνουν τον σημερινό πρόεδρο του Αφγανιστάν Χαμίντ Καρζάι για τις αποτυχίες του, έτσι τριάντα χρόνια νωρίτερα η σοβιετική ηγεσία επέκρινε τον άνθρωπό της στην Καμπούλ- τον Νουρ Μοχάμαντ Ταρακί – επειδή δεν μπόρεσε να δημιουργήσει έναν νέο κρατικό μηχανισμό, να αναδιοργανώσει και ενισχύσει τον στρατό και να χτίσει ένα νέο κράτος και ένα νέο κόμμα. Αυτή η επιθυμία- η εμμονή σε ένα κεντρικό κράτος, ανάλογο με αυτό που θέλησε να δημιουργήσει η διεθνής κοινότητα δύο δεκαετίες αργότερα- απετέλεσε τον βασικό παράγοντα για την αποτυχία της σοβιετικής πολιτικής στο Αφγανιστάν. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Τότε η Μόσχα υποστήριζε το κομμουνιστικό κόμμα. Σήμερα το ΝΑΤΟ στηρίζει τη μικρή ελίτ γύρω από την αδύναμη κυβέρνηση Καρζάι.

Μελετώντας τα αρχεία της εποχής, διαπιστώνουμε τις ομοιότητες μεταξύ τής τότε και της σημερινής κατάστασης, όχι μόνο στο σύνολο αλλά και στις λεπτομέρειες. Ενώ λοιπόν οι νατοϊκές και αμερικανικές δυνάμεις προσπαθούν να εμποδίσουν τους Ταλιμπάν να επιστρέψουν σε περιοχές που θεωρούνται ασφαλείς, οι Ρώσοι αντιμετώπιζαν ανάλογα προβλήματα, την ώρα που οι αξιωματικοί τους διαμαρτύρονταν για το αξιόμαχο των συντρόφων τους στον αφγανικό στρατό. Οι σοβιετικοί αξιωματούχοι έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν τον πόλεμο και ότι παράλληλα έχαναν και στον πόλεμο της προπαγάνδας. Προσφάτως ο αμερικανός απεσταλμένος στην περιοχή Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ έκανε λόγο για την ανάγκη να κερδηθεί ο πόλεμος της πληροφόρησης, στον οποίο οι Ταλιμπάν έχουν σημειώσει τεράστιες επιτυχίες.

Την εποχή που το σοβιετικό επιτελείο εξέφραζε τις επιφυλάξεις του για τη σκοπιμότητα της παρουσίας των ρώσων στρατιωτών στο Αφγανιστάν, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ , ο οποίος είχε εν τω μεταξύ αναλάβει την εξουσία, αποφάσιζε την αποχώρηση των σοβιετικών δυνάμεων. Αντιθέτως, ο πρόεδρος Ομπάμα ετοιμάζεται τώρα να στείλει περισσότερες δυνάμεις. Τριάντα χρόνια μετά τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ίδια προβλήματα που είχαν τότε οι Σοβιετικοί: τους εθνοτικούς διαχωρισμούς, τη διαφθορά και μιαν αδύναμη κυβέρνηση. Και φυσικά έναν πληθυσμό που είναι εχθρικός στις ξένες επεμβάσεις, στις προσπάθειες να εκσυγχρονιστεί η χώρα και να αποκτήσει μια κεντρική κυβέρνηση.

Το ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί είναι αν ο σημερινός πόλεμος μπορεί να έχει διαφορετική κατάληξη από τον προηγούμενο, με τον οποίο διατηρεί τόσο πολλές ομοιότητες…

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk