«Ευτυχώς που δεν πνιγήκαμε». Λίγο-πολύ όλοι έχουμε υποβάλει τον εαυτό μας σε μακάβριες σκέψεις ύστερα από μια… περιπετειώδη εμπειρία με το υγρό στοιχείο. Δυστυχώς όμως η ίδια σκέψη μάς έρχεται πλέον περισσότερες από μία φορές στο μυαλό όταν κάνουμε αναφορά σε κολυμβητές ή κολυμβήτριές μας που λαμβάνουν μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις. Στην αυλή της νέας χιλιετίας και πέντε χρόνια πριν από το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός που έχει γίνει ποτέ στη χώρα μας τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 η ελληνική κολύμβηση πνίγεται σε μια… πισίνα νερό. Ενα από τα ομορφότερα, τα πιο συναρπαστικά και συνάμα πιο επίπονα αθλήματα βουλιάζει καθημερινά σε δεκάδες προβλήματα, σπαράσσεται από μίση και προσωπικές αντιπαραθέσεις, «χαροπαλεύει» στη δίνη της αφάνειας και της ανυπαρξίας, και αν κάτι δεν αλλάξει εντυπωσιακά και άμεσα οδεύει με μαθηματική ακρίβεια προς τον αφανισμό. Παράγοντες, προπονητές, αθλητές και ελάχιστοι εναπομείναντες ρομαντικοί φίλοι εκπέμπουν σήμα κινδύνου και ξεκαθαρίζουν από την πρώτη στιγμή ότι όχι μόνο το μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 2004 δεν πρόκειται να έρθει ούτε με θαύμα αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα… πατώσουμε. Πίσω από την όμορφη βιτρίνα που αντικρίζουν οι λιλιπούτειοι κολυμβητές και οι γονείς τους στην πρώτη επαφή τους με τον θαυμαστό κόσμο της πισίνας κυριαρχεί το απέραντο… τίποτα. Ο δρόμος του πρωταθλητισμού είναι έτσι και αλλιώς μακρύς, δύσκολος, γεμάτος στερήσεις. Ακόμη όμως και αν βρεθούν κάποιοι για να τον διαβούν, εκτός από ταλέντο θα πρέπει να διαθέτουν και αρκετή «τρέλα» για να μην παίρνουν στα σοβαρά το θέατρο του παραλόγου που παίζεται με μεγάλη επιτυχία στην ελληνική κολύμβηση. Κάθε τηλεφώνημα που κάναμε κατά τη διάρκεια της έρευνας (θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη) για να καταγράψουμε τα προβλήματα που κατατρώγουν την ελληνική κολύμβηση ήταν και μια έκπληξη, τις περισσότερες φορές δυσάρεστη. Ολοι οι εμπλεκόμενοι έδειξαν ότι γνωρίζουν πολύ καλά τι φταίει και η Ελλάδα, μια χώρα βουτηγμένη στη θάλασσα, απέχει έτη φωτός από τις παγκόσμιες υπερδυνάμεις αλλά και γιατί η κολύμβηση έχει πατώσει στην συνείδηση των ελλήνων φιλάθλων. Υπάρχει ανησυχία και προβληματισμός αλλά και έντονη αντιπαράθεση και ρεβανσισμός μεταξύ των ανθρώπων που κρατούν στα χέρια τους τις τύχες της κολύμβησης (περιβάλλον της κολυμβητικής ομοσπονδίας – ΕΚΟΦ) και αυτών που είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές (αθλητές και προπονητές). Κάπου στη μέση και μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας βρίσκονται τα σωματεία αλλά και οι γονείς των κολυμβητών. Απλοί και αθέατοι παρατηρητές παλαιοί κολυμβητές, οι οποίοι παρακολουθούν άλλοι με αγωνία και άλλοι με απάθεια από το περιθώριο τα δρώμενα εντός και εκτός πισίνας, περιμένοντας το θαύμα ή την άλλη… Βούλα Πατουλίδου που θα αναγεννήσει την ελληνική κολύμβηση, όπως η εκ Φλωρίνης καταγόμενη αθλήτρια έδωσε την πρώτη ώθηση στον στίβο.
«Η κολύμβηση έπρεπε να ήταν το εθνικό μας άθλημα και αντ’ αυτού είμαστε οι φτωχοί συγγενείς» είναι η διαπίστωση του κ. Χριστόδουλου Χούμα, ενός από τους οκτώ ομοσπονδιακούς προπονητές που σηκώνουν στις πλάτες τους το βαρύ φορτίο της ανάπτυξης. Ο ίδιος και οι συνάδελφοί του βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα: «Δεν υπάρχουν κίνητρα για τους αθλητές, η ανάπτυξη κυρίως στα σωματεία γίνεται με παραδοσιακούς, ξεπερασμένους τρόπους και αργούς ρυθμούς, ενώ η ΕΚΟΦ δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για υψηλό αθλητισμό. Δεν υπάρχουν συνθήκες και προϋποθέσεις για να πούμε ότι δημιουργείται ένα οργανωμένο κέντρο για σωστή προετοιμασία. Οι αθλητές δεν εξελίσσονται μαζί με συγκεκριμένους προπονητές ούτε υπάρχει δυνατότητα να δουλέψουν μαζί και πολλές φορές έρχονται σε ρήξη με τα σωματεία που έχουν δικούς τους προπονητές. Οι απαιτήσεις της ΕΚΟΦ είναι μεγάλες χωρίς να υπάρχει υπόβαθρο. Από το 1,2 δισ. δρχ. που παίρνει η ΕΚΟΦ, η μερίδα του λέοντος πηγαίνει στο πόλο και τα 300 εκατ. δρχ. είναι λίγα για την κολύμβηση».
Οι σχέσεις της ομοσπονδίας με τους κολυμβητές κάθε άλλο παρά φιλικές είναι. Φαινομενικά ο στόχος των δύο πλευρών είναι κοινός, στην πραγματικότητα όμως τους χωρίζουν πολλά. «Η κολύμβηση είναι τρομερό άθλημα για άθληση, αλλά από εκεί και πέρα… μακριά» λέει με έμφαση ο Γιώργος Πώποτας, και εξηγεί τους λόγους: «Η ΕΚΟΦ ευθύνεται για πολλά. Δεν ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη της κολύμβησης και ρίχνει όλο το βάρος της στο πόλο. Δεν περιμένω επιτυχίες και μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004 και αν γίνει κάτι θα είναι ευκαιριακό. Οι παράγοντες της ομοσπονδίας σού δίνουν την αίσθηση ότι στενοχωρούνται όταν ένας αθλητής πηγαίνει καλά. Για παράδειγμα, εγώ έχω να κολυμπήσω από πέρυσι και πηγαίνω στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα “αδιάβαστος”. Ημουν με τον δεύτερο χρόνο στην Ευρώπη (25″05) στα 50 μ. πεταλούδα και προβληματίστηκαν αν θα με στείλουν. Το θεωρούν χάρη που με έβαλαν στην αποστολή και με στέλνουν με κρύα καρδιά».
Ο 22χρονος κολυμβητής της Γλυφάδας λέει ότι μοναδική ελπίδα για ανάκαμψη της κολύμβησης είναι το να επέλθουν αμέσως αλλαγές: «Πρέπει να γίνουν τώρα και να είναι δραστικές. Μετά από δύο χρόνια θα είναι αργά. Ο τρόπος σκέψης είναι λάθος. Και τα καλύτερα ταλέντα αν έχεις, δεν πρόκειται να φέρεις αποτελέσματα. Γι’ αυτό άλλωστε τα κολυμβητήρια είναι γεμάτα από ταλέντα, αλλά πρωταθλητής κανένας».
* Διαλυμένα τα κλιμάκια
Με βασιλιά χωρίς βασίλειο μοιάζουν τα κλιμάκια (εθνικές ομάδες) που διοργανώνει κάθε χρόνο η ΕΚΟΦ με σκοπό να αξιοποιηθούν τα νέα ταλέντα αλλά και να προετοιμασθούν οι κορυφαίοι αθλητές. Από τις μαρτυρίες όμως των ίδιων των αθλητών αλλά και των προπονητών τους προκύπτει ότι τίποτε από τα δύο δεν γίνεται. Ο μηχανισμός είναι σαθρός και αναχρονιστικός, ενώ οι καλοί αθλητές προτιμούν να μένουν στα σωματεία τους. Κλασικό παράδειγμα η περίπτωση του Διονύση Παπαδάκη:
«Τα κλιμάκια ως θεσμός είναι πολύ καλός, αρκεί να λειτουργούν σωστά. Ημουν τρία χρόνια στα κλιμάκια και έζησα από κοντά το δράμα. Δεν είχαμε γιατρό, ιατροφαρμακευτική υποστήριξη και σωστή διατροφή. Κολυμπούσαμε απομονωμένοι στον Αγιο Κοσμά χωρίς ηθική στήριξη. Εγώ προσωπικά όπως και οι καλύτεροι κολυμβητές και κολυμβήτριες αυτή τη στιγμή δεν εμπιστεύομαι τα κλιμάκια. Σήμερα εκεί δεν προπονούν την αφρόκρεμα και όσοι πηγαίνουν παραμένουν στάσιμοι».
Ο Γιώργος Πώποτας προσθέτει: «Ειδικά στο εφετεινό κλιμάκιο φάνηκε η γύμνια. Κανείς δεν ήταν από το προηγούμενο κλιμάκιο και όλοι οι κολυμβητές με τους καλούς χρόνους πήγαν στα σωματεία όπου τους προσέχουν».
Ο Δημήτρης Μαγγανάς είχε να πει και έναν «καλό» λόγο για τα κλιμάκια, ενώ αναφέρθηκε και σε προπονητές-φαντάσματα: «Τα κλιμάκια λειτούργησαν καλά μόνο την περίοδο 1995-96, αλλά μετά διαλύθηκαν. Υπάρχουν προπονητές που υποτίθεται πως είναι περιφερειακοί αλλά μένουν μόνο στην Αθήνα, εισπράττουν παχυλούς μισθούς και δεν κάνουν απολύτως τίποτε».
* «Μαγαζάκια» τα σωματεία
Στα 20 χρόνια του ο Δ. Παπαδάκης έχει στόχο τον μικρό τελικό στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, να σπάσει τα πανελλήνια ρεκόρ και να πάρει την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ολα αυτά γνωρίζοντας τα μεγάλα προβλήματα του χώρου: «Σε χειρότερο σημείο δεν θα μπορούσε να φτάσει η ελληνική κολύμβηση. Ο,τι κάνουμε το κάνουμε για την τρέλα μας. Είμαι ευτυχής που υπάρχει ο Ολυμπιακός και ήμουν τυχερός που είχα προπονητή τον κ. Ορφανίδη».
Με την πρώτη ματιά μπορεί να μη γίνεται αντιληπτό, αλλά το κόστος προπόνησης ενός αθλητή ή διεξαγωγής ενός αγώνα είναι τεράστιο και τις περισσότερες φορές δυσβάστακτο από τα σωματεία, ακόμη και από την ομοσπονδία. «Το Ολυμπιακό Στάδιο ζητάει 60.000 δρχ. τον μήνα για τη χρήση μιας διαδρομής για μία ώρα την ημέρα. Αν ένα σωματείο χρειάζεται για 30 κολυμβητές τρεις διαδρομές για τρεις ώρες, τότε το κόστος αγγίζει τις 500.000 δρχ. Αν προσθέσεις προπονητή, βοηθό, γιατρό, φυσιοθεραπευτή, το κόστος αγγίζει το 1,5 εκατ. δρχ. Τα σωματεία δεν αντέχουν και αναγκάζονται να γίνονται μαγαζάκια. Εκτός από τον Ολυμπιακό, τη Γλυφάδα, τον ΠΑΟΚ και τον Αρη, που πραγματικά αιμορραγούν για να διατηρήσουν την κολύμβηση, ελάχιστα είναι τα σωματεία που δουλεύουν σωστά» λέει ο πρώην προπονητής του Ολυμπιακού και του Αρίωνα, με μεγάλη προσφορά στην κολύμβηση, κ. Δημήτρης Καρύδης, ενώ ο πρόεδρος των συνδέσμου προπονητών κ. Αντώνης Μουδάτσιος συμπληρώνει: «Πολλά σωματεία πρέπει να ενωθούν, να συγκροτήσουν δυνατές και βιώσιμες μονάδες και να κάνουν δυνατά πρωταθλήματα. Σήμερα η κολύμβηση επιβιώνει χάρη στα σωματεία, ωστόσο δεν είμαι ευχαριστημένος από το επίπεδο οργάνωσης που έχουν».
* Αιχμές κατά του Τοτ
Τόσο ο πρόεδρος των προπονητών όσο και ο κ. Καρύδης αφήνουν αιχμές για τις ικανότητες, το έργο και την αποτελεσματικότητα του ομοσπονδιακού προπονητή κ. Ακος Τοτ. «Αν συγκρίνω όσα μας έλεγε ο κ. Τοτ όταν ήρθε με αυτά που τελικά πράττει, πιστεύω ότι δεν κάνει αυτά που θέλει και που πρέπει να κάνει» είπε ο κ. Μουδάτσιος, ενώ ο κ. Καρύδης προσέθεσε: «Ο κ. Τοτ είχε να δουλέψει από το 1973. Οι μεγάλοι πρωταθλητές δεν τον εμπιστεύονται και προτιμούν να κάνουν προπόνηση στα σωματεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σαρακατσάνη, που ενώ ο πατέρας της είναι ο υπεύθυνος της ελληνικής κολύμβησης έφυγε για την Ουγγαρία, να προπονηθεί με τον Κις».
Αυτές τις ημέρες οι κορυφαίοι κολυμβητές και κολυμβήτριες προετοιμάζονται για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα το οποίο θα διεξαχθεί στην Κωνσταντινούπολη από τις 22 Ιουλίου ως την 1η Αυγούστου. Η Ελλάδα θα εκπροσωπηθεί στους αγώνες με τέσσερις κολυμβητές και έξι κολυμβήτριες. Πρόκειται για τους Μαγγανά, Παπαδάκη, Γιαννιώτη (Ολυμπιακός), Πώποτα (Γλυφάδα) και τις Καβαρνού (Ολυμπιακός), Λυμπερτά (Γλυφάδα), Μαχαίρα, Σαρακατσάνη (ΠΑΟΚ), Μπλιάμου, Κώστα (Αρη).
Το μετάλλιο μοιάζει με θαύμα, ενώ σύμφωνα με τους χρόνους που έχουν σημειωθεί εφέτος στην Ευρώπη πιο κοντά στη διάκριση βρίσκεται η Μαχαίρα, η οποία είναι 8η πανευρωπαϊκά στα 50 μ. ύπτιο με χρόνο 29″96.
Ο Πώποτας είναι στην 11η θέση στα 50 μ. πεταλούδα, η Σαρακατσάνη 10η στα 400 μ. μεικτή ατομική και 12η στα 200 μ. μεικτή ατομική και η Λυμπερτά 16η στα 800 μ. ελεύθερο.
Στην παγκόσμια κατάταξη, κανένας Ελληνας ή Ελληνίδα δεν είναι μέσα στις πρώτες 30 θέσεις…
Επτά στους δέκα Ελληνες βρέχονται μόνο στην… μπανιέρα
Μπορεί η χώρα μας να ταυτίζεται με το υγρό στοιχείο, ωστόσο η έλλειψη κολυμβητικής παιδείας αλλά και βασικών γνώσεων για το πώς ο άνθρωπος επιπλέει στο νερό αποτελεί έναν ακόμη βασικό λόγο που η κολύμβηση δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί. Τα αποτελέσματα έρευνας που έκανε η κολυμβητική ομοσπονδία σε συνεργασία με το Γραφείο Φυσικής Αγωγής Θεσσαλονίκης είναι απογοητευτικά. Σε έρευνα που έγινε σε δείγμα 1.880 παιδιών από 22 σχολεία της Θεσσαλονίκης τα 1.302 (ποσοστό 68,8%) αρνήθηκαν ακόμη και να βραχούν ή να μπουν σε νερά που δεν πάτωναν. Από τα 585 (31,2%) παιδιά που τελικά κολύμπησαν μόνο τα πέντε (2,8%) έβγαλαν κολυμπώντας τα 25 μ. της πισίνας, τα 494 (25,9%) επέπλευσαν για 15 δευτερόλεπτα, δηλαδή 8-19 μέτρα, ενώ τα 42 (2,21%) βούλιαξαν και χρειάστηκε η επέμβαση ναυαγοσώστη. «Δυστυχώς αποτύχαμε» παραδέχθηκε ο ομοσπονδιακός προπονητής κ. Βαγγέλης Βούλτσιος, ο οποίος μαζί με τον επίσης ομοσπονδιακό προπονητή κ. Τάσο Παπαδόπουλο ανακοίνωσε τα απογοητευτικά αποτελέσματα. «Οι γονείς πρέπει να εμπιστεύονται τους προπονητές στα κολυμβητήρια, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην Ελλάδα και μετά τα πρώτα μας βήματα πρέπει να μαθαίνουμε κολύμβηση» είπε ο κ. Παπαδόπουλος ενώ ο συνάδελφός του κ. Χριστόφορος Χούμας συμπλήρωσε: «Αμφιβάλλω αν το 5% των Ελλήνων έχει κολυμβητική παιδεία».
Ο προϊστάμενος του Γραφείου Φυσικής Αγωγής κ. Απόστολος Ναλμπαντίδης τόνισε ότι το πρόβλημα αρχίζει από τα σχολεία και ότι θα προτείνει στους γυμναστές των σχολείων να αφιερώνουν μία τουλάχιστον ώρα γυμναστικής στο κολύμπι.



