Πλησιάζει τα 90 κιλά ετησίως η κατά κεφαλήν κατανάλωση κρέατος στην Ελλάδα, ενώ οι διατροφικές κρίσεις που ταλαιπώρησαν την ελληνική αγορά – και όχι μόνο – φαίνεται ότι ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Ωστόσο οι προτιμήσεις των ελλήνων καταναλωτών παραμένουν σταθερές, δεδομένου ότι την πρώτη θέση διατηρεί το χοιρινό κρέας και το άλλοτε «ισχυρό» μοσχαρίσιο βρίσκεται στη δεύτερη θέση, ενώ την τρίτη θέση καταλαμβάνει με τάσεις ανόδου το κρέας των πουλερικών και αμέσως μετά ακολουθεί το αιγοπρόβειο.
Εφέτος όμως από ορισμένες αλυσίδες σουπερμάρκετ, αλλά και από ελάχιστες προς το παρόν βιομηχανίες επεξεργασίας κρέατος, προωθήθηκε στην κατανάλωση το νωπό τυποποιημένο κρέας και τα πρώτα σημάδια είναι μάλιστα πολύ ενθαρρυντικά, αφού φαίνεται να κερδίζει σημαντικό έδαφος στην αγορά. Πρόκειται για τις αλυσίδες Carrefour – Μαρινόπουλος ΑΕ, ΑΒ Βασιλόπουλος, Μετρό ΑΕ και Αφοί Βερόπουλοι ΑΕΒΕ, για τις βιομηχανίες Kreta Farm ΑΕ και την προσφάτως δραστηριοποιηθείσα Meditarian ΑΕ, που δημιουργήθηκε από τον επιχειρηματία κ. Δημ. Σπανό, και τη μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία επεξεργασίας κρέατος Θράκη ΑΕ, ενώ αποκλειστικά στην αγορά των πουλερικών διακινούν τυποποιημένο κοτόπουλο οι Μιμίκος, Πίνδος και Νιτσιάκος. Παράλληλα φαίνεται ότι συνεχίζει να περιορίζεται το μερίδιο που κατέχουν τα κρεοπωλεία σε όφελος των σουπερμάρκετ, δεδομένου του ισχυρού ανταγωνισμού στο επίπεδο των τιμών που δέχονται τα παραδοσιακά σημεία πώλησης από τις αλυσίδες. Αναφορικά με την εγχώρια παραγωγή κρέατος, σημειώνεται ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ως πρόσφατα κυμάνθηκε μεταξύ 540.000-595.000 τόνων, ενώ οι εισαγωγές το 1999 πλησίασαν τους 400.000 τόνους. Η κατανάλωση του κρέατος, σύμφωνα με τα στοιχεία σχετικής έρευνας της ICAP, ανήλθε το 1998 σε 905.000 τόνους και το 1999 περίπου σε 915.000 τόνους.
Την πρωτοκαθεδρία όμως στις προτιμήσεις των καταναλωτών, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από αρκετά χρόνια κατέχει πλέον το χοιρινό κρέας, η κατανάλωση του οποίου ανέρχεται σε περίπου 278.000 τόνους και ακολουθεί το βόειο με περίπου 234.000 τόνους. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι το βόειο κρέας στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων έχει βελτιώσει σημαντικά τη θέση του, κατέχοντας περίπου το 26% της αγοράς. Το κρέας των πουλερικών κατέχει αξιοσημείωτη θέση στην αγορά, όπου ο εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων και η ένταση του ανταγωνισμού διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα με περίπου 193.000 τόνους κατανάλωσης, και το αιγοπρόβειο βρίσκεται στη τέταρτη θέση με 141.000 τόνους, σημειώνοντας ως το τέλος της δεκαετίας του 1990 ελαφρά κάμψη.
Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ Μικρές αλλά πολλές επιχειρήσεις
Σύμφωνα με μελέτη της ICAP «η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων μικρής συνήθως παραγωγικής δυναμικότητας έχει ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της εγχώριας παραγωγής. Επίσης ο παραδοσιακός χαρακτήρας και το χαμηλό επίπεδο οργάνωσης μεγάλου αριθμού εκτροφικών μονάδων συντελούν στη μειωμένη απόδοση του ζωικού κεφαλαίου» αλλά και «το υψηλό κόστος παραγωγής και εμπορίας σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ, καθώς επίσης και το υψηλότερο συγκριτικά κόστος φυραμάτων πάχυνσης, συντελούν στη διαμόρφωση μικρών περιθωρίων κέρδους και στη μείωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας κυρίως χοιροτροφίας και βοοτροφίας». Από την άλλη πλευρά «ο ισχυρός ανταγωνισμός από το εξωτερικό και τα κοστολογικά πλεονεκτήματα των ξένων επιχειρήσεων έναντι των ελληνικών έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρού ανταγωνισμού τιμών, στον οποίο οι εγχώριες μονάδες είναι ευάλωτες». Αναφορικά με τις προοπτικές του χοιροτροφικού τομέα σημειώνεται ότι «συνολικά θα διατηρήσει μια καλή θέση στην αγορά. Οι τιμές στην αγορά του χοιρινού κρέατος βρίσκονται σε επίπεδα κερδοφορίας κατά την τρέχουσα περίοδο» και επιπλέον η μείωση της ζήτησης του βοείου κρέατος θα επηρεάσει θετικά την κατανάλωση του χοιρινού.
Σχετικά με την αγορά των πουλερικών επισημαίνεται ότι «η κατανάλωση τείνει να φτάσει τους μέσους όρους της αντίστοιχης κατανάλωσης των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης» και προβλέπεται ότι με βάση τις ισχύουσες συνθήκες της αγοράς η εγχώρια παραγωγή όσο και η κατανάλωση θα παρουσιάσουν αύξηση. Προβλέπεται δηλαδή ότι η αγορά του κρέατος των πουλερικών θα παρουσιάσει μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξεως του 3%-4%. Ειδικότερα, το 1999 η παραγωγή πουλερικών ανήλθε σε 153.500 τόνους και η κατανάλωση σε περίπου 193.000 τόνους, ενώ το 2000 η κατανάλωσή τους διαμορφώθηκε περί τους 201.000 τόνους.
Πάντως ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι «δυναμική παρουσία και καθοριστικό ρόλο στον κλάδο έχουν οι καθετοποιημένες επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς της παραγωγής κρέατος (από την εκτροφή ζώων ως την τυποποίηση κρέατος και την παραγωγή κρεατοπαρασκευασμάτων ή αλλαντικών)».



