Η πραγματική οικονομία θα επηρεαστεί από τη χρηματιστηριακή κρίση η οποία απ’ ό,τι φαίνεται και «βαθιά» είναι και διάρκεια θα έχει. Η πραγματική οικονομία θα επηρεαστεί από τη μείωση της δραστηριότητας, από την αύξηση της ανεργίας και από τη μείωση των επενδύσεων. Μεταξύ αυτών που γνωρίζουν τα πώς και τι της διεθνούς οικονομίας όμως υπάρχει αισιοδοξία, και αυτή η αισιοδοξία εδράζεται στην πεποίθηση ότι οι κυβερνήσεις και οι νομισματικές αρχές θα λάβουν τα σωστά θεσμικά μέτρα για να εξυγιάνουν τις αγορές και να εξασφαλίσουν κατά το δυνατόν τη μεγαλύτερη διαφάνεια και προστασία των επενδυτών στα χρηματιστήρια. Για το ελληνικό χρηματιστήριο, η αισιοδοξία συνδέεται με την καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας αλλά και με τις θεσμικές αλλαγές που γίνονται και προσαρμόζουν την Ελλάδα στα διεθνή πρότυπα. Εκ των ερωτηθέντων, ο κ. Ν. Νανόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, πιστεύει ότι «η ελληνική οικονομία είναι λιγότερο ευάλωτη στις επαπειλούμενες διεθνείς κρίσεις»· ο κ. Αγγ. Πλακόπητας, διευθύνων σύμβουλος του venture capital της Global Finance, θεωρεί ότι υπάρχουν ευκαιρίες στις αγορές, τις οποίες μάλιστα χαρακτηρίζει «ευκαιρίες ζωής»· ο κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος της Chipita ότι «οι ψυχραιμότεροι θα βγουν κερδισμένοι». Ολοι πάντως δείχνουν να στηρίζονται περισσότερο στις διαρθρωτικές αλλαγές που προωθούν η κυβέρνηση και οι αρχές του Χρηματιστηρίου και της Κεφαλαιαγοράς, αλλά και στις εισροές κεφαλαίων από το ΚΠΣ-3 και λιγότερο στην ισχύ της τοπικής επενδυτικής κοινότητας.
“Λιγότερο ευάλωτη η ελληνική οικονομία”
Η σημερινή πρωτοφανής σε ένταση κρίση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές ήλθε ως αποτέλεσμα της συνδρομής ποικίλων αρνητικών φαινομένων που λειτούργησαν πολλαπλασιαστικά μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα οικονομικής ύφεσης που διαδέχθηκε μια μακρά περίοδο έντονης ευφορίας και υπερεπένδυσης/υπερπροσδοκιών στον χώρο της τεχνολογίας. Επιστέγασμα της σημερινής συγκυρίας που χαρακτηρίζεται από μια βαρύτατη απαξίωση των χρηματιστηριακών αξιών είναι η σοβαρή κρίση αξιοπιστίας που σήμερα τροφοδοτείται από την έλλειψη εμπιστοσύνης στις εταιρικές λειτουργίες και τη λογιστική εικόνα των επιχειρήσεων. Πρόκειται λοιπόν πλέον για μια χρηματιστηριακή κρίση που αντανακλά κρίση αξιοπιστίας, και μάλιστα σε περιβάλλον ύφεσης, δημιουργώντας έτσι έναν αρνητικό ανατροφοδοτούμενο κύκλο. Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι δεν υπάρχει επίπτωση από μια χρηματιστηριακή κρίση στον χώρο της πραγματικής οικονομίας.
Τα χρηματιστήρια και η συμπεριφορά των επενδυτών είναι κατά κανόνα δείκτης και προπομπός για τη μελλοντική οικονομική δραστηριότητα και συνήθως προαναγγέλλουν με ευστοχία μια ύφεση ή αντίστροφα μια ανάκαμψη. Αντιστρόφως, η συμπεριφορά των χρηματιστηρίων επηρεάζει την πραγματική οικονομία μέσω του λεγόμενου wealth effect (που είναι η διαφοροποιημένη αντίληψη του καταναλωτή για τον πλούτο του). Είναι χαρακτηριστικό ότι τουλάχιστον στις ΗΠΑ, όπου έχει μετρηθεί αυτό το φαινόμενο, ένα ποσοστό περίπου 3% της μεταβολής της συνολικής κεφαλαιοποίησης του χρηματιστηρίου ως προς το ΑΕΠ μεταφράζεται σε αντίστοιχη επίδραση στο ΑΕΠ της χώρας κατά τα επόμενα δύο χρόνια. Εχει υπολογιστεί, για παράδειγμα, ότι αν χαθεί το 35% του ΑΕΠ σε χρηματιστηριακή αξία, αυτό αντιστοιχεί σε 1%-1,2% μείωση του ρυθμού ανάπτυξης. Ενας άλλος καθοριστικός παράγοντας των ισορροπιών στην πραγματική οικονομία είναι η κτηματαγορά, η οποία τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ δείχνει μια αξιοσημείωτη σταθερή, αν όχι ανοδική πορεία, γεγονός που συμβάλλει στην άμβλυνση των επιπτώσεων από την κρίση στα χρηματιστήρια. Αυτό εν μέρει συμβαίνει στην Ελλάδα, όπου ως σήμερα η κτηματαγορά έχει επιδείξει μεγαλύτερη αντοχή και σταθερότητα σε σχέση με το Χρηματιστήριο.
Από την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί έχουν ήδη προκύψει χρήσιμα διδάγματα για το δέον γενέσθαι τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Οπως είναι γνωστό, η εμπιστοσύνη των αγορών στη λογιστική απεικόνιση της οικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων κλονίστηκε σοβαρά από ορισμένα ακραία φαινόμενα κυρίως στις ΗΠΑ, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη διασφάλισης της αξιοπιστίας των στοιχείων των επιχειρήσεων ταυτόχρονα με την ανάγκη ενίσχυσης της ορθής εταιρικής διακυβέρνησης. Επίσης αναδεικνύεται η ανάγκη διασφάλισης της αποτελεσματικής λειτουργίας των εποπτικών αρχών, της αξιοπιστίας των ελεγκτικών οργάνων και της αναθεώρησης του πλαισίου λειτουργίας των επενδυτικών οίκων ώστε να εξουδετερώνονται οι πιθανότητες σύγκρουσης συμφερόντων για τους αναλυτές που κάνουν επενδυτικές προτάσεις, σε ένα όλο και πιο σύνθετο οικονομικό σύστημα. Θα έλεγα ότι στην Ελλάδα επιδεικνύουμε ήδη ευαισθησία σε όλα αυτά τα θέματα.
* Η θωράκιση της αγοράς
Τα τελευταία χρόνια έχουν αναμφισβήτητα δρομολογηθεί μια σειρά σημαντικές θεσμικές αλλαγές. Αξίζει να επισημανθούν οι ρυθμίσεις για το πλαίσιο που θα διέπει την εταιρική διακυβέρνηση – τομέας που δεδομένων των τελευταίων εξελίξεων στις διεθνείς αγορές αναδεικνύεται εξαιρετικά κρίσιμος -, τα μέτρα για την ενίσχυση του εποπτικού ρόλου της κεφαλαιαγοράς και των μηχανισμών προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου στο ΧΑΑ. Είναι επίσης σημαντική η είσοδος ανεξάρτητων μελών στο ΔΣ του Χρηματιστηρίου ενώ ιδιαίτερα θετικά θα λειτουργήσει η εισαγωγή και ενεργοποίηση μιας ανεξάρτητης λογιστικής αρχής. Ολα αυτά δημιουργούν ένα ισχυρό πλέγμα που θα θωρακίσει την ελληνική αγορά και θα την προστατεύσει από ανεπιθύμητα φαινόμενα. Μένουν όμως και άλλα να γίνουν, όπως η εισαγωγή και υιοθέτηση των διεθνών λογιστικών προτύπων από τις ελληνικές εταιρείες, πράγμα που έχει δρομολογηθεί, καθώς και η διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας των ελεγκτικών οργάνων ώστε να αποφεύγονται κρούσματα σύγκρουσης συμφερόντων. Η σημασία αυτού του τελευταίου είναι μεγάλη, και αυτό ήδη φαίνεται από αντίστοιχες πρωτοβουλίες που δρομολογούνται σε διεθνή κλίμακα. Το ζητούμενο σε πρώτη φάση σήμερα είναι να μην υποστούμε ένα νέο κύμα έντασης της ύφεσης. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πολύ πιθανόν, καθώς οι νομισματικές αρχές σε όλες τις χώρες παρακολουθούν πολύ προσεκτικά τις εξελίξεις και είναι σε εγρήγορση και προετοιμασμένες να αντιδράσουν προχωρώντας σε μειώσεις επιτοκίων αν χρειαστεί. Οι αγορές ήδη προεξοφλούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όπως πριν από περίπου τρεις μήνες προεξοφλούσαν άνοδο επιτοκίων εν όψει της τότε αναμενόμενης ανάκαμψης.
Οι συνθήκες και η συγκυρία στην ελληνική οικονομία διαφοροποιούν την Ελλάδα έναντι άλλων χωρών. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πορεία ανάπτυξης η οποία διατηρεί ρυθμούς αισθητά υψηλότερους από άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ταυτόχρονα, επωφελείται σημαντικών εισροών από το ΚΠΣ και υλοποιεί σημαντικά επενδυτικά έργα υποδομών. Επιπλέον υλοποιεί διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς, με αποτέλεσμα να ισχυροποιεί την οικονομική της κατάσταση και να ενισχύει τις επιδόσεις της. Αυτό δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ανεξάρτητα από το διεθνές οικονομικό σύστημα ούτε ότι μπορεί να παραμείνει αλώβητη σε περιόδους διεθνών κρίσεων. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων που μπορεί να δέχεται είναι η παρατηρούμενη εφέτος υποχώρηση του τουρισμού, η οποία εν μέρει οφείλεται στην οικονομική κρίση που πλήττει τις βασικές χώρες προέλευσης. Εν τούτοις, λόγω ακριβώς των ιδιαιτεροτήτων που ανέφερα προηγουμένως, η ελληνική οικονομία μπορεί να είναι λιγότερο ευάλωτη στις επαπειλούμενες κρίσεις. Αρκεί βέβαια να ακολουθείται απαρέγκλιτα η οικονομική πολιτική που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση και να εξασφαλιστούν οι συνθήκες που θα διασφαλίσουν την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
“Κερδισμένοι θα είναι οι ψυχραιμότεροι” ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ Πρόεδρος της Ενωσης Εισηγμένων Εταιρειών ΧΑΑ (του ΣΕΒ)
Η σημερινή κατάσταση του ΧΑΑ δημιουργήθηκε από μια σειρά προβλημάτων όπου το ένα διεδέχετο το άλλο. Κατ’ αρχήν υπήρξε η θετική υπερβολή του 1999, η οποία ξεκίνησε υγιέστατα σαν προεξόφληση μιας οικονομικής πορείας για τη χώρα απαλλαγμένης από τον κρατικό παρεμβατισμό του παρελθόντος. Δυστυχώς δημιουργήθηκαν φαινόμενα άκρατου ενθουσιασμού τα οποία έγιναν αιτία να αρχίσει η αρνητική πορεία του δείκτη, ουσιαστικά από το 2000. Οταν λίγους μήνες αργότερα το ΧΑΑ άρχισε να βρίσκει μια σωστή ισορροπία, ενεφανίσθη ένα νέο παγκόσμιο περιβάλλον το οποίο χαρακτήριζαν τρία στοιχεία: α) Αρνηση της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ να συνεχίσει την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης με έντονη επέμβαση σε περιφερειακές οικονομικές κρίσεις. β) Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. γ) Κρίσεις αξιοπιστίας στα δημοσιευόμενα αποτελέσματα κολοσσιαίων αμερικανικών επιχειρήσεων με πρώτη την Enron, φαινόμενο το οποίο εν συνεχεία πήρε πολύ μεγάλη διάσταση.
Ως συνέπεια αυτού του φαινομένου ήταν και η μαζική φυγή κερδοσκοπικών κυρίως κεφαλαίων από το δολάριο, με αποτέλεσμα την κατά 15% περίπου μείωσή του σε σχέση με το ευρώ. Το νέο αυτό περιβάλλον δημιούργησε νέο κύκλο πιέσεων σε όλα τα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια και έτσι μια νέα πίεση ως αντίκτυπος των ξένων χρηματιστηρίων άρχισε να εμφανίζεται και στις τιμές των ελληνικών μετοχών.
Η πραγματική ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πολύ καλή πορεία, όπως αποδεικνύεται και από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ συγκρινόμενο με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο οποίος παρ’ ότι αποκλίνει ελαφρώς από τον υπολογισθέντα στην αρχή του έτους παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Εξάλλου όλες οι πρόσθετες έρευνες του ΙΟΒΕ αποδεικνύουν την πολύ καλή πορεία της ελληνικής παραγωγής. Θεωρώ ότι αυτό είναι διατηρήσιμο τουλάχιστον ως το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 αλλά και ως το τέλος του ΚΠΣ-3, το 2006. Η ελληνική οικονομία πρέπει να ανησυχεί για το τι θα γίνει από το 2007 και μετά, αν ως τότε δεν καταφέρουμε να προσελκύσουμε νέες άμεσες παραγωγικές επενδύσεις. Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται ότι η ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών το έχει αντιληφθεί και ένας από τους κύριους στόχους της εξαγγελθείσης φορολογικής μεταρρύθμισης είναι η δημιουργία φιλικότερου περιβάλλοντος για τους υποψήφιους νέους επενδυτές.
Ελπίζουμε ότι τα μικρά δυσάρεστα νέα τα οποία έρχονται από την εκτέλεση του προϋπολογισμού και δείχνουν αρκετή δυσκολία στην επίτευξη των στόχων των φορολογικών εσόδων δεν θα αποτελέσουν αρκετό λόγο ώστε η εξαγγελθείσα φορολογική μεταρρύθμιση – που καλλιέργησε μεγάλες ελπίδες στην ελληνική κοινωνία για κατ’ αρχήν μικρότερη κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και για δημιουργία δικαιότερου φορολογικού συστήματος χωρίς την ανάγκη διαπραγμάτευσης με τις εφορίες για τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος – να μετατραπεί σε μία ακόμη μεταρρύθμιση διαχειριστικής φύσεως.
Νομίζω ότι η πραγματική οικονομία δεν έχει επηρεασθεί τόσο αρνητικά από την καχεξία των αγορών. Βεβαίως υπάρχουν επείγοντα επενδυτικά σχέδια που δεν προχωρούν άμεσα λόγω αδυναμίας του ΧΑΑ να λειτουργήσει ως πηγή χρηματοδότησής τους. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι και η ευκολία πρόσβασης σε νέα κεφάλαια που επικράτησε το 1999 δεν είχε αποτέλεσμα την απόλυτη επιτυχία των σχεδίων που τότε εμφανίστηκαν προς χρηματοδότηση. Ισως λοιπόν η σχετική δυσκολία να αποτελεί εγγύηση προσεκτικότερων αναλύσεων για νέα σχέδια.
Υπάρχει και κλάδος της πραγματικής οικονομίας πολύ σοβαρός και μεγάλος, ο τραπεζικός, ο οποίος από συγκυρία δύο παραγόντων βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση από τους λοιπούς εισηγμένους κλάδους. Ο πρώτος παράγων είναι ότι ο έντονος ανταγωνισμός που δημιουργήθηκε μεταξύ τους (εν μέρει και λόγω των πολλών και σύντομων ιδιωτικοποιήσεων) οδήγησε τα spread στα χαμηλότερα επίπεδα σε όλη την Ευρώπη. Πρόσφατα συνειδητοποιήσαμε ότι η Chipita International δανείζεται με καλύτερους όρους από τη Mercedes-Benz. Ο δεύτερος παράγων είναι η άμεση εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Είναι γεγονός ότι η αποτίμηση χρεογράφων και ακινήτων που είναι στην κατοχή τους θα οδηγήσει σε διαφορετική εικόνα ισολογισμών και αποτελεσμάτων, για μία όμως και μόνον χρήση. Κλείνοντας θέλω να πω ότι ζούμε στον ψυχολογικό αντίποδα του 1999. Κερδισμένοι θα είναι και πάλι οι ψυχραιμότεροι. Χρειάζεται να ανακτήσουμε την ψυχραιμία μας και να συνεχίσουμε να δουλεύουμε με πίστη σε μακροπρόθεσμους στόχους.
“Ευκαιρίες ζωής στα χρηματιστήρια” ΑΓΓ. ΠΛΑΚΟΠΗΤΑΣ Διευθύνων σύμβουλος της Global Finance
«Η χρηματιστηριακή κρίση είναι αναμφίβολα πολύ μεγάλη και οδηγείται από την αγορά των ΗΠΑ, η οποία υποφέρει μεν περισσότερο, από την άλλη όμως επηρεάζει και όλες τις άλλες χρηματιστηριακές αγορές. Διαπιστώνω όμως ότι υπάρχει μια αντίθεση μεταξύ δεδομένων της οικονομίας και συμπεριφοράς των χρηματιστηρίων» υποστηρίζει ο κ. Αγγ. Πλακόπητας, διευθύνων σύμβουλος της Global Finance, του μεγαλύτερου ελληνικού Venture Capital.
Ο κ. Πλακόπητας θεωρεί ότι «η συμπεριφορά των αγορών αγνοεί τα βασικά οικονομικά μεγέθη, ιδίως στις ΗΠΑ, όπου ο πληθωρισμός είναι μηδενικός, η ανεργία χαμηλή και ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να ξεπεράσει το 4% το 2003. Εξαιτίας αυτής της αντίθεσης υπάρχουν “ευκαιρίες ζωής” στα χρηματιστήρια, διότι υπό τις συνθήκες απαξίωσης και πανικού που επικρατούν τον τελευταίο καιρό μπορεί να υπάρξουν αγορές που θα προσφέρουν σημαντικά κέρδη στο μέλλον. Δεν λέω ότι τώρα είναι η σωστή στιγμή, αλλά με προσοχή και τύχη μπορεί οι επενδυτές να βρουν φθηνές μετοχές με πολύ καλές προοπτικές για τα επόμενα χρόνια».
Ο διευθύνων σύμβουλος της Global Finance θεωρεί ότι η πραγματική οικονομία θα επηρεασθεί από τη χρηματιστηριακή κρίση:
«Για τις οικονομίες, η κακή πορεία του χρηματιστηρίου επιδρά αρνητικά, διότι οι κεφαλαιαγορές είναι η σημαντικότερη πηγή υγιούς χρηματοδότησης. Οταν μια εταιρεία αντλεί κεφάλαια από το χρηματιστήριο, αμέσως μεταβάλλονται τα πλάνα της και η δυναμική της. Προχωρεί σε επενδύσεις, ανοίγεται σε νέες αγορές, αυξάνει την απασχόληση και την κατανάλωση. Τώρα όλες οι επιχειρήσεις ακολουθούν αμυντική στρατηγική, δεν πραγματοποιούν επενδύσεις, διακόπτουν την έρευνα, περιορίζουν το προσωπικό τους. Ολα αυτά επηρεάζουν την πραγματική οικονομία και φυσικά η αναστροφή του κλίματος δεν είναι εύκολη».
«Η Ελλάδα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομίας που υπέφερε από το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης της κεφαλαιαγοράς. Παλαιότερα οι επιχειρήσεις αντλούσαν κεφάλαια από το τραπεζικό σύστημα, συσσώρευαν δάνεια και τελικά στη δεκαετία του ’80 κατέρρευσαν λόγω του υψηλού δανεισμού. Ακόμη και με την υπερβολή του ’99, η οποία οδήγησε σε καταστροφή χιλιάδων επενδυτών, το Χρηματιστήριο προσέφερε μια θετική υπηρεσία στην οικονομία, ότι δηλαδή οι επιχειρήσεις άντλησαν κεφάλαια από τις δημόσιες εγγραφές και πραγματοποίησαν επενδύσεις, ανοίχθηκαν στις βαλκανικές χώρες και τελικά εξυγίαναν τα οικονομικά τους. Τώρα δυστυχώς το κλίμα είναι έντονα αρνητικό. Ωστόσο θεωρώ ότι σε τέτοιες περιόδους βρίσκονται οι ευκαιρίες για μελλοντικά κέρδη».
Οσον αφορά το μέλλον των χρηματιστηρίων, ο κ. Πλακόπητας προβλέπει: «Ουδέν κακόν αμιγές καλού, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι από αυτή την κρίση θα υπάρξουν θεσμικές αλλαγές που θα αυξήσουν την προστασία των επενδυτών και θα συμβάλουν στην καλύτερη απεικόνιση των εταιρικών αποτελεσμάτων. Μπορεί να λείπει ακόμη η υποδομή, αλλά στην Ελλάδα υιοθετούνται τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και στο εξωτερικό έχει ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση μεταξύ των κυβερνήσεων της Ευρώπης και των ΗΠΑ, που τελικά θα οδηγήσει σε μείωση των υπερβολών στις αμοιβές των managers και θα επιφέρει μια νέα λογική στον χρηματιστηριακό θεσμό».
«Για τις διεθνείς αγορές, αν οι προβλέψεις για μείωση κερδών επαληθευθούν από τα πραγματικά κέρδη που ανακοινώνονται, δεν μπορούμε να πούμε ότι τα χρηματιστήρια είναι φθηνά. Ωστόσο πλησιάζουν πια σε φθηνά επίπεδα, κυρίως για τις εταιρείες τεχνολογίας και για τα financial services. Το πότε πρέπει κανείς να αγοράσει μετοχές δεν είναι εύκολο να το πούμε. Πρέπει πάντοτε να έχει κανείς υπόψη του το χρηματιστηριακό “δεν μπορείς να νικήσεις την αγορά”, δηλαδή δεν πρέπει να πηγαίνεις αντίθετα στην τάση του χρηματιστηρίου».



