Το όνομα του ιρακινού δικτάτορα παραμένει ταυτόσημο με τον ειδεχθέστερο εφιάλτη των ΗΠΑ, με την απειλή των χημικών και βιολογικών όπλων που υψώνεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τον δυτικό κόσμο. Ο ίδιος ο Σαντάμ Χουσεΐν προτιμά να τον παρομοιάζουν με τον βασιλιά της Βαβυλωνίας Ναβουχοδονόσορα καθώς και με τον Σαλαντίν, ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών, ο οποίος πολέμησε τους Σταυροφόρους και απελευθέρωσε την Ιερουσαλήμ.
Ο Σαντάμ Χουσεΐν γεννήθηκε στο Τακρίτ του Ιράκ στις 28 Απριλίου 1937. Είκοσι χρόνια αργότερα εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Μπάαθ. Λίγο αργότερα επιδόθηκε στον συντονισμό της παρθενικής ζοφερής συνωμοσίας της πολυτάραχης πολιτικής καριέρας του, συμμετέχοντας σε μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του ιρακινού πρωθυπουργού Αμπντούλ Καρί Κασέμ. Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά και διέφυγε στη Συρία και αργότερα στην Αίγυπτο, όπου φοίτησε για ένα χρόνο στη Νομική Σχολή του Καΐρου. Το 1963 μετά την κατάληψη της εξουσίας από το Μπάαθ επέστρεψε στο Ιράκ όπου συνέχισε τις σπουδές του στο Νομικό Κολέγιο της Βαγδάτης. Την ίδια χρονιά το σενάριο επαναλήφθηκε σχεδόν αυτούσιο: το Μπάαθ έχασε την εξουσία, ο Χουσεΐν συνελήφθη, φυλακίστηκε, δραπέτευσε.
Την πενταετία που ακολούθησε μετήλθε όλα εκείνα τα (στην πλειονότητά τους αθέμιτα) πολιτικά μέσα που θα τον αναδείκνυαν αδιαμφισβήτητο ηγέτη του κόμματος Μπάαθ. Το 1968 ήταν ο βασικός ενορχηστρωτής του πραξικοπήματος που θα τους έφερνε ξανά στην εξουσία. Ο Σαντάμ Χουσεΐν της φυλής των Τακριτί (μια φυλή που αποτελείται από σουνίτες μουσουλμάνους και συνιστά μειονότητα στο Ιράκ) είχε πλέον καταφέρει να προλειάνει το έδαφος για την ανάδειξή του ως ισχυρού άντρα της χώρας του, παράλληλα βέβαια με τον τυπικό ηγέτη της, πρόεδρο Αχμάντ Χασάν αλ Μπακρ. Το 1972 επόπτευσε το πρόγραμμα εθνικοποίησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας του Ιράκ. Επτά χρόνια αργότερα είχε αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης ενώ λίγο μετά την παραίτηση του Μπακρ έσπευσε να τον διαδεχθεί στην προεδρία. Εν συνεχεία τέθηκε επικεφαλής του Επαναστατικού Συμβουλίου Διακυβέρνησης και κατέλαβε τον πρωθυπουργικό θώκο. Πρωταρχικοί στόχοι του να αναδείξει το Ιράκ ηγέτιδα χώρα του αραβικού κόσμου εκτοπίζοντας την Αίγυπτο, να εδραιώσει την κυριαρχία του στον Περσικό Κόλπο και να «εξαργυρώσει» τα έσοδα από τις εξαγωγές «μαύρου χρυσού» για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της χώρας του.
Το 1980 ο ιρακινός στρατός εισέβαλε στο Ιράν εγκαινιάζοντας έναν οκτάχρονο αιματηρό πόλεμο. Παρά το τεράστιο οικονομικό χρέος που είχε συσσωρευθεί όταν τα δύο κράτη δέχθηκαν πλέον την κατάπαυση του πυρός, ο Χουσεΐν δεν σταμάτησε λεπτό να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις του. Τον Αύγουστο του 1990 η αιφνίδια εισβολή του ιρακινού στρατού στο Κουβέιτ με στόχο την εκμετάλλευση των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της γειτονικής χώρας πυροδότησε τον Πόλεμο του Κόλπου. Η επιβολή του διεθνούς εμπάργκο, η άρνηση των άλλων αράβων ηγετών να τον στηρίξουν και η σαρωτική επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων στις αρχές του 1991 ανέτρεψαν για την ώρα τουλάχιστον τα σχέδιά του. Μετά το τέλος του Πολέμου όχι μόνο αθέτησε όλες τις υποσχέσεις του προς τη διεθνή κοινότητα αλλά έσπευσε να καταπνίξει τις εξεγέρσεις των Σιιτών στο Νότιο Ιράκ και των Κούρδων στις βόρειες περιοχές της χώρας. Τον Ιούνιο του 1993 αμερικανικά πολεμικά πλοία εξαπέλυσαν 23 πυραύλους κατά της Βαγδάτης σε αντίποινα για τις απόπειρες δολοφονίας του πρώην αμερικανού προέδρου Μπους.
Αποφασισμένος να καταπνίξει οποιονδήποτε τολμούσε να σηκώσει κεφάλι στο ασφυκτικά προσωποπαγές δικτατορικό καθεστώς της Βαγδάτης, ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν έπαψε ως σήμερα να ενισχύει τις μυστικές υπηρεσίες και να ενεργοποιεί τα πλοκάμια μιας αδηφάγου προπαγάνδας στο εσωτερικό της χώρας. Καμία απόπειρα πραξικοπήματος (και έχουν γίνει πολλές) δεν στάθηκε επαρκής να εκθρονίσει τον παντοδύναμο Σαντάμ.
Η προσωπολατρία αποτελεί βασικό συστατικό του καθεστώτος του. Οσα εμπάργκο και αεροπορικές επιδρομές και αν εξαπολύσει η Δύση το όνομα «Σαντάμ» παραμένει για τον λαό του συνώνυμο του «Ιράκ». Οταν πριν από τρία χρόνια γιόρτασε τα 62α γενέθλιά του η ιρακινή εφημερίδα «Ας-Σάουρα» παραληρούσε: «Χιλιάδες άνθρωποι γεννήθηκαν στις 28 Απριλίου 1937, αλλά μόνον ο Σαντάμ Χουσεΐν έγινε σύμβολο του αγώνα της ανθρωπότητας για ελευθερία, δικαιοσύνη». Διόλου τυχαίο ότι, στα πλαίσια του απροκάλυπτου νεποτισμού που καλλιεργεί εδώ και δεκαετίες στη χώρα οι συγγενείς και οι συγχωριανοί του κατέχουν θέσεις-κλειδιά στην ιρακινή κρατική μηχανή , ένας μελλοντικός διάδοχός του δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί στους κόλπους της οικογένειας. Επικρατέστεροι «μνηστήρες» αυτής της ιδιότυπης «δημοκρατικής μοναρχίας» οι δύο γιοι του Οντάι μάλλον ανισόρροπος και όχι και τόσο δημοφιλής αν κρίνει κανείς από την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του το 1996 που τον άφησε παράλυτο και Κουσάι. Προς το παρόν ο Σαντάμ Χουσεΐν παραμένει στην εξουσία και οι ανά τον κόσμο εχθροί και φίλοι του στις επάλξεις.



