«Eίναι η πιο κρίσιμη σύνοδος κορυφής στην ιστορία του ΝΑΤΟ». Κλισέ ή πραγματικότητα; Κάθε σύνοδος, θα μπορούσε κανείς να πει, είναι πιο σημαντική από την προηγούμενη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως εκτός από την πλέον ταραγμένη συγκυρία που βιώνει η διεθνής κοινότητα μετά το 1945 και την άνευ προηγουμένου ευρω-αμερικανική αντιπαράθεση, είναι οι τούρκοι οικοδεσπότες αυτοί οι οποίοι επιχειρούν, με ιδιοτελείς σκοπούς, να δώσουν στη Σύνοδο της Αγκυρας (7-8 Ιουλίου) ακόμα πιο δραματικούς τόνους.
«Διαχρονικά, καμία διοργανώτρια χώρα δεν προσπάθησε τόσο έκδηλα να πρωταγωνιστήσει σε μια νατοϊκή σύνοδο όπως κάνει αυτές τις μέρες η Τουρκία» λέει στο «Βήμα» έλληνας διπλωμάτης με μακρά προϋπηρεσία στους κόλπους της δυτικής συμμαχίας.
Πράγματι, ο πρόεδρος Ερντογάν είναι έτοιμος να αρπάξει την ευκαιρία της φιλοξενίας από τα μαλλιά και να διεκδικήσει για την Τουρκία τον ρόλο του πλέον σημαντικού εταίρου για το μέλλον, όχι μόνο του ΝΑΤΟ, αλλά συνολικά του δυτικού συστήματος ασφαλείας.
Γεωπολιτική αξία και αμυντική βιομηχανία
Παρότι στη σύνοδο κορυφής του Ιουλίου θα αποτυπωθεί για ακόμα μια φορά το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, κύριος στόχος της Αγκυρας είναι να ενισχύσει τη δική της παρουσία στη γεωπολιτική σκακιέρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ως δύναμης η οποία αφενός πρωτοπορεί στα ζητήματα άμυνας, αφετέρου δεν διστάζει να κατέλθει στο πεδίο, είτε αυτό αφορά τη μεταπολεμική Ουκρανία, τη Συρία ή τη Γάζα. Και κυρίως ως ισχυρό κράτος, το οποίο δεν ακολουθεί αλλά διαμορφώνει τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η τουρκική προεδρία σχεδιάζει τη διεξαγωγή μιας παράλληλης εκδήλωσης (side event) με αντικείμενο την άμυνα, όπου και θα αναδειχθούν τα προτερήματα της στρατιωτικής βιομηχανίας της χώρας.
Η Τουρκία άλλωστε διά των διμερών αμυντικών συμφωνιών που έχει υπογράψει τα τελευταία χρόνια με τους ισχυρούς της Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετάνια) διευρύνει τα ήδη κεκτημένα πλεονεκτήματά της στον εν λόγω τομέα και καθίσταται απαραίτητος συνομιλητής σε οποιαδήποτε συζήτηση για τα μείζονα θέματα που απασχολούν σήμερα το ΝΑΤΟ.
Ο Ταγίπ Ερντογάν, όμως, επιδιώκει την αναβάθμιση της συνεργασίας του με την Ευρώπη και σε θεσμικό επίπεδο, συμμετέχοντας δηλαδή στα αμυντικά προγράμματα (ReArm – SAFE), όπου προσώρας συναντά τα εμπόδια της Ελλάδας και της Κύπρου. Παρά το γεγονός ότι δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις προκειμένου να επιτρέψουν τη συμπερίληψη της Τουρκίας, Αθήνα και Λευκωσία έχουν καταστήσει σαφέστατη την αντίφαση: χώρα η οποία απειλεί με πόλεμο (casus belli) ένα μέλος και κατέχει παρανόμως έδαφος άλλου κράτους- μέλους της Ενωσης δεν είναι δυνατό να απαιτεί ευρωπαϊκούς πόρους που θα κατευθυνθούν σε οπλικά συστήματα.
Είναι βέβαιο ότι στο περιθώριο της συνόδου, όπου όπως φαίνεται θα παραστούν ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και η επικεφαλής της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η τουρκική διπλωματία θα επιδιώξει να εμβαθύνει τις διμερείς σχέσεις της με τους μεγάλους της Ευρώπης – ένα πεδίο άλλωστε στο οποίο ο Ερντογάν βρίσκει εδώ και καιρό ευήκοα ώτα. Γερμανοί, Ισπανοί, Ιταλοί και Βρετανοί δείχνουν να ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τη συνεργασία τους με την τουρκική αμυντική βιομηχανία πάρα για τις επιμέρους ενστάσεις άλλων συμμάχων τους, όπως η Ελλάδα.
Στο ίδιο πλαίσιο αναμένεται να κινηθεί και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος στην περσινή Σύνοδο Υπουργών Εξωτερικών της Αττάλειας έπλεξε το εγκώμιο της Τουρκίας, αναδεικνύοντας μάλιστα τη σημασία της τουρκικής γραμμής παραγωγής όπλων και πυρομαχικών με την περιβόητη φράση «από το Τέξας μέχρι την Αγκυρα». Σύμφωνα με τον ίδιο «ως ΝΑΤΟ μπορούμε να μάθουμε πολλά από όσα κάνει η Τουρκία στην άμυνα». Δεδομένες θα πρέπει να θεωρούνται οι τετ α τετ συναντήσεις του Ταγίπ Ερντογάν με την ηγεσία της Ενωσης, τους κορυφαίους ευρωπαίους πρωθυπουργούς και προέδρους, καθώς και τον Ντόναλντ Τραμπ, ως άλλωστε είθισται να συμβαίνει με τον οικοδεσπότη κάθε συνόδου.
Οι λεπτές γραμμές της Αθήνας και ο πρωταγωνιστής
Στην Αθήνα δεν εθελοτυφλούν και αντιλαμβάνονται τόσο τη μεγέθυνση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας όσο και την ευκταία από τους συμμάχους παρουσία της Αγκυρας στο νατοϊκό και το ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας. Οπως, όμως, διαμηνύει ανώτερη διπλωματική πηγή «δεν πρόκειται να κάνουμε καμία παραχώρηση στο θέμα των ευρωπαϊκών εξοπλιστικών, ανεξαρτήτως των όποιων πιέσεων».
Τα μέλη της ελληνικής αποστολής που θα πλαισιώσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Αγκυρα γνωρίζουν ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να εμφανιστεί ως ο «μεγάλος πυλώνας του ΝΑΤΟ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες». Η ίδια πηγή επισημαίνει, βεβαίως, ότι η Ελλάδα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, «μια σταθερή σύμμαχος, με αμυντικές δαπάνες άνω του 3% και χωρίς εξαρτήσεις από τρίτους παίκτες που υπονομεύουν τη Συμμαχία».
Φυσικά, η Σύνοδος Κορυφής του Ιουλίου έχει πρωταγωνιστή, κι αυτός δεν είναι άλλος από τον Ντόναλντ Τραμπ. Ομως, ο αμερικανός πρόεδρος θα ταξιδέψει στην Αγκυρα παραμένοντας μπλεγμένος σε έναν πόλεμο χωρίς φανερή διέξοδο και με τη στρατηγική της Ουάσιγκτον ως προς τη θέση της στη δυτική συμμαχία, τον βαθμό μελλοντικής παρουσίας της στη Μέση Ανατολή και την προσήλωση στη διαδικασία μετάβασης στο μέτωπο του Ινδοειρηνικού να παραμένει, αν μη τι άλλο, θολή.
Αν πέρυσι στη Χάγη οι Ευρωπαίοι και κυρίως ο Ρούτε στόχευαν στον κατευνασμό του αμερικανού προέδρου, φέτος αναζητούν το modus vivendi μιας σχεδόν υποχρεωτικής συνύπαρξης. Σε αυτή την εξίσωση το θέμα της αύξησης των αμυντικών δαπανών στο 5%, το οποίο θα απασχολήσει τους ηγέτες στην Αγκυρα, ίσως λυθεί σχετικά εύκολα – με παρατάσεις και εξαιρέσεις, όπως συνέβη το 2025. Το μεγάλο διακύβευμα βρίσκεται στο ισοζύγιο της ευρωατλαντικής σχέσης και η μπάλα φαίνεται να είναι πλέον στην πλευρά της Γηραιάς Ηπείρου.
Είναι η δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ» η λύση για όσους εκ των «27» της Ενωσης θέλουν να αυτονομηθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες; Και πώς θα μπορούσε να ορθωθεί αυτός ο πυλώνας με δεδομένες τις καθυστερήσεις, τους διαφορετικούς στόχους και την αδυναμία χάραξης έστω της στοιχειώδους κοινής διπλωματικής και αμυντικής γραμμής μεταξύ του πυρήνα των κρατών- μελών της ΕΕ; Είναι φανερό ότι οι Ευρωπαίοι δεν έχουν αυτή τη στιγμή τις απαντήσεις.
Ο πρόεδρος Μακρόν μετρά αντίστροφα έως την αποστράτευσή του από την κεντρική πολιτική σκηνή της Γαλλίας. Η δημοτικότητα του καγκελάριου Μερτς στη Γερμανία είναι σε ιστορικό χαμηλό. Η Βρετανία τελεί σε μια σχετικά χαμηλής έντασης αλλά διαρκή πολιτική κρίση. Ταυτοχρόνως, όλοι τους βρίσκονται στο στόχαστρο του Τραμπ, κυρίως διότι αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στον πόλεμο κατά του Ιράν, ενώ ακόμα και η διάθεσή τους να εκτελέσουν στο μέλλον επιχείρηση υπέρ της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ δεν φαίνεται να συγκινεί τον Λευκό Οίκο. Ο αμερικανός πρόεδρος ζητά από τους Ευρωπαίους πράγματα τα οποία εκείνοι δεν δύνανται να δώσουν.
Στο Μέγαρο Μαξίμου και την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών έχουν επιλέξει να τηρήσουν μια λεπτή ισορροπία. Σύμφωνα με την πάγια άποψη που έχει εκφραστεί επανειλημμένως από τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, η Αθήνα θα πρέπει να διεκδικήσει κεντρική θέση στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, ενισχύοντας παραλλήλως κατά το μέγιστο δυνατό τη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μοιάζει αντιφατικό, αλλά οι επιλογές της ελληνικής διπλωματίας είναι περιορισμένες.






