Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η επέτειος των 250 χρόνων από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών έρχεται καθώς η χώρα διανύει τα τελευταία χρόνια μια περίοδο βαθιάς πολιτικής πόλωσης, αμφισβήτησης των θεσμών και ραγδαίων τεχνολογικών μετασχηματισμών. Αναπόφευκτα, προκύπτουν ερωτήματα που μοιάζουν ταυτόχρονα διαχρονικά και εξαιρετικά σύγχρονα: Ποια είναι τα όρια της προεδρικής εξουσίας; Ποιος ελέγχει τη δημόσια σφαίρα; Μπορεί η δημοκρατία να συνεχίσει να λειτουργεί όταν η πολιτική ζωή μεταφέρεται ολοένα περισσότερο σε ιδιωτικές ψηφιακές πλατφόρμες;

Η Τζιλ Λεπόρ, καθηγήτρια Αμερικανικής Ιστορίας και Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και αρθρογράφος στο περιοδικό «New Yorker», έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου της ακριβώς σε αυτά τα ερωτήματα. Στα βιβλία, τις δημόσιες παρεμβάσεις και τα άρθρα της εξετάζει την αμερικανική ιστορία όχι ως μια γραμμική πορεία προόδου αλλά ως μια διαρκή διαπραγμάτευση.

Το τελευταίο διάστημα έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στη σχέση τεχνολογίας και πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες βρίσκονται μπροστά σε μια βαθύτερη μετατόπιση, καθώς διολισθαίνουν προς αυτό που η ίδια ονομάζει «artificial state» – «τεχνητό κράτος» –, έναν κόσμο στον οποίο οι δημοκρατικοί θεσμοί αντικαθίστανται σταδιακά από ιδιωτικές τεχνολογικές εταιρείες. Μιλώντας στο «Βήμα» η Λεπόρ εξηγεί τη σχέση των αμερικανών πολιτών αλλά και πρόεδρων με το Σύνταγμά τους σε ένα ιστορικό πλαίσιο, τον όλο και εντονότερο ρόλο της Σίλικον Βάλεϊ στο αμερικανικό γίγνεσθαι αλλά και για τις ομοιότητες που διακρίνει ανάμεσα στη σημερινή εποχή και τις τεχνοκρατικές φαντασιώσεις της δεκαετίας του 1930.

Οι Αμερικανοί παραδοσιακά έχουν ιδιαίτερη σχέση με το Σύνταγμά τους. Κι όμως σήμερα η χώρα βρίσκεται στη δεύτερη θητεία ενός προέδρου που συχνά κατηγορείται ότι ενεργεί με τρόπους που δοκιμάζουν τα συνταγματικά όρια. Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Οι στάσεις των Αμερικανών απέναντι στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών διαφέρουν σημαντικά, αλλά σε κάθε περίπτωση στον δημόσιο πολιτικό μας λόγο το Σύνταγμα το επικαλούμαστε συχνότερα απ’ όσο πραγματικά το τιμάμε. Εν προκειμένω, ο πρόεδρος Τραμπ έχει υπάρξει αρκετά ειλικρινής ως προς το ότι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το Σύνταγμα και δεν θεωρεί καθήκον του να το υπερασπίζεται (παρότι έχει ορκιστεί να το κάνει). Αυτό συνιστά ασφαλώς μια απόκλιση από την παράδοση».

Ιστορικά, έχουν υπάρξει και άλλοι πρόεδροι των ΗΠΑ που είχαν αμφιλεγόμενη σχέση με το Σύνταγμα;

«Ολοι οι αμερικανοί πρόεδροι έχουν έρθει κατά καιρούς αντιμέτωποι με τα όρια της συνταγματικής τους εξουσίας. Ο Τόμας Τζέφερσον, για παράδειγμα, πίστευε ότι δεν διέθετε τη συνταγματική εξουσιοδότηση για να προχωρήσει στην αγορά της Επικράτειας της Λουιζιάνα. Εξέτασε το ενδεχόμενο να προτείνει μια συνταγματική τροποποίηση ώστε να αποκτήσει αυτή την αρμοδιότητα, αλλά τελικά αποφάσισε απλώς να προχωρήσει στην αγορά. Δεν θεωρώ λοιπόν ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Ωστόσο, αυτό που μεταξύ άλλων πολλών διαφοροποιεί τον Ντόναλντ Τραμπ είναι η προθυμία του να αψηφά το Σύνταγμα με τόσο δημόσιο και απροκάλυπτο τρόπο – φαίνεται να πιστεύει ότι το Σύνταγμα είναι ό,τι εκείνος επιθυμεί να είναι, για όποιον σκοπό θελήσει να το χρησιμοποιήσει».

Ποιος είναι σήμερα ο πολιτικός ρόλος της Σίλικον Βάλεϊ στις Ηνωμένες Πολιτείες; Είναι απλώς ένας οικονομικός παράγοντας ή έχει εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο;

«Σε ολόκληρο τον κόσμο, οι φιλελεύθερες συνταγματικές δημοκρατίες αντικαθίστανται σταδιακά από αυτό που αποκαλώ “artificial state” (σ.σ.: τεχνητό κράτος), στο οποίο οι μοχλοί της διακυβέρνησης ελέγχονται από ιδιωτικές, πολυεθνικές εταιρείες – οι περισσότερες με έδρα τη Σίλικον Βάλεϊ. Για παράδειγμα, ελέγχουν πλήρως και ουσιαστικά κατέχουν αυτό που άλλοτε ονομαζόταν δημόσια σφαίρα, η οποία όμως σήμερα είναι εξ ολοκλήρου ιδιωτικοποιημένη και κυριαρχείται από αυτοματοποιημένους λογαριασμούς (bots). Μάλιστα, δεν πιστεύω ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιλύσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα χωρίς προηγουμένως να περιορίσουν την επιρροή των τεχνολογικών κολοσσών στην πολιτική, στις εκλογές και στη διακυβέρνησή μας».

Ποιες θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν ιστορικά οι συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες κατέστησαν εύφορο το έδαφος προκειμένου οι τεχνολογικοί κολοσσοί να αποκτήσουν τη θέση και την επιρροή που διαθέτουν σήμερα;

«Η Σίλικον Βάλεϊ υιοθέτησε μια έντονα λιμπερταριανή κατεύθυνση τη δεκαετία του 1980 – μια στροφή με τεράστιες συνέπειες για ολόκληρο τον κόσμο. Υπό την επιρροή της, η αμερικανική κυβέρνηση διαμόρφωσε ένα Διαδίκτυο χωρίς κανόνες, το ιδανικό ενός λιμπερταριανού οράματος. Ανταγωνιστικές προτάσεις που προέβλεπαν την αντιμετώπιση του Διαδικτύου ως δημόσιου αγαθού απορρίφθηκαν. Φυσικά, από τη Σίλικον Βάλεϊ έχουν προκύψει τεχνολογικά επιτεύγματα εξαιρετικής ευρηματικότητας όμως η πολιτική της κατεύθυνση, ιδίως από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, έχει προκαλέσει βαθιές αναταράξεις τόσο στον κοινωνικό ιστό όσο και στην ίδια τη δημοκρατική αυτοδιακυβέρνηση».

Συχνά γράφετε ότι η σημερινή περίοδος σάς θυμίζει τη δεκαετία του 1930 και τους τεχνοκράτες εκείνης της εποχής. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε συνοπτικά τις ομοιότητες που διακρίνετε ανάμεσα στις δύο περιόδους;

«Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα. Τις δεκαετίες του 1930 και του 1940, ο παππούς του Ιλον Μασκ, ο Τζόσουα Χάλντεμαν, ήταν ηγέτης της οργάνωσης Technocracy Inc. στον Καναδά. Επρόκειτο για ένα κίνημα που επιδίωκε την κατάργηση της δημοκρατίας, των τραπεζών, του νομίσματος, της πολιτικής και των κυβερνήσεων, και την αντικατάστασή τους από διακυβέρνηση ασκούμενη από μηχανικούς και επιστήμονες – στόχος ήταν λοιπόν η εγκαθίδρυση μιας τεχνοκρατίας. Ολο αυτό μπορεί να ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας – και πράγματι από εκεί προέρχονταν πολλές από αυτές τις ιδέες –, όμως μοιάζει επίσης αρκετά με αυτό που, για παράδειγμα, φαίνεται να προτείνει και προσπαθεί να επιτύχει ο Μασκ σήμερα».

Σε πενήντα χρόνια από σήμερα, όταν οι ΗΠΑ γιορτάζουν τα 300 χρόνια τους, σε τι πιστεύετε ότι θα εστιάζουν κυρίως οι ιστορικοί;

«Ισως να μην είμαι τόσο βέβαιη όσο εσείς ότι αυτή η επέτειος θα φτάσει – τίποτα δεν διαρκεί για πάντα».