Λίγο πριν από τα τριάντα της, η Νατάσα Λαν σημείωσε ένα βράδυ τρεις λέξεις σε ένα τετράδιο: «conversations on love». Πίσω από τη φράση κρυβόταν ένας άλλος προβληματισμός που δεν άντεχε πια να φέρει τον εαυτό αντιμέτωπο με αυτόν: πώς να εκτιμήσει την αγάπη που είχε στη ζωή της χωρίς να χάνεται στη λαχτάρα για εκείνη που της έλειπε.
Δημοσιογράφος του περιοδικού «Red», με εκπαίδευση στη συμβουλευτική ζευγαριών στο Tavistock Centre, η Λαν έθεσε τρεις απλές και τρομακτικές ερωτήσεις – πώς βρίσκουμε την αγάπη, πώς τη συντηρούμε, πώς επιβιώνουμε όταν τη χάσουμε – και τις απηύθυνε σε συγγραφείς και ειδικούς όπως η Εστέρ Περέλ, η Φιλίπα Πέρι, η Ρόξαν Γκέι ή ο Αλέν ντε Μποτόν. Η απάντηση πήρε πρώτα τη μορφή ενός newsletter και μετά ενός βιβλίου που έγινε best seller των «Sunday Times» (κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, με τίτλο «Διάλογοι για την αγάπη», σε μετάφραση Γιάννη Δούκα).
Πέντε χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, με δύο παιδιά πια και μια ζωή έξω από το Λονδίνο, η Λαν μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για όσα έμαθε και για την παράξενη ομορφιά της αβεβαιότητας.
Μία από τις φράσεις που υπογραμμίζουν περισσότερο οι αναγνώστες σας είναι: «Το να περιμένεις από κάποιον να γεμίσει ένα κενό που υπάρχει μέσα σου; Αυτό είναι πολύ μεγάλη απαίτηση από οποιονδήποτε. Δεν είναι δουλειά του φίλου σου ή του συντρόφου σου. Είναι δική σου δουλειά»…
«Νομίζω ότι είναι μια αισιόδοξη ιδέα, γιατί σημαίνει ότι έχεις τη δύναμη να γεμίσεις το κενό μέσα σου αντί να περιμένεις από κάποιον άλλον να το κάνει. Από την άλλη, δεν νομίζω ότι πρόκειται για κάτι απλό. Πιστεύω ότι υπάρχουν θέματα – η μοναξιά ή η έλλειψη αυτοεκτίμησης – που οι άλλοι μπορούν να σε βοηθήσουν να αντιμετωπίσεις. Σίγουρα οι βαθιές μου φιλίες και η σχέση μου έχουν γεμίσει κάποιες από αυτές τις τρύπες με τα χρόνια. Θα ήθελα να εστιάσω πιο πολύ στο ότι ένας άνθρωπος δεν πρόκειται να γίνει η μαγική θεραπεία για όλα σου τα προβλήματα. Η Ολίβια Ροντρίγκο γράφει υπέροχα για αυτό στο κομμάτι “The Cure”. Και το να το αποδέχεσαι μπορεί να βάλει λιγότερη πίεση στις σχέσεις σου. Το νόημα ήταν επίσης ότι κανένας μόνος του δεν μπορεί να δει όλες τις διαφορετικές σου πλευρές. Το να έχεις πολλές διαφορετικές μορφές αγάπης στη ζωή σου σού επιτρέπει περισσότερη ελευθερία μέσα στις επιμέρους σχέσεις σου, νομίζω».
Γράφετε ότι η αγάπη δεν είναι μια κατάσταση ενθουσιασμού αλλά ένα ρήμα: δράση, τελετουργία, εξάσκηση, επικοινωνία. Σε μια εποχή που η γλώσσα γύρω από την αγάπη μιλάει κυρίως για συναίσθημα, τι σημαίνει να επαναπροσδιορίζουμε την αγάπη ως κάτι που κάνουμε αντί για κάτι που νιώθουμε;
«Οταν άρχισα να γράφω το βιβλίο, ήθελα πολύ να πιστέψω ότι το να δίνεις αγάπη είναι το ίδιο γεμάτο με το να λαμβάνεις, και τώρα το πιστεύω απόλυτα. Εχουν βγει πρόσφατες έρευνες που δείχνουν ότι όταν εκφράζουμε περισσότερο την αγάπη νιώθουμε ως αποτέλεσμα και πιο ερωτευμένοι. Νομίζω ότι το να επαναπροσδιορίζεις την αγάπη ως κάτι που κάνεις σε σταματάει από το να την περιμένεις να σου συμβεί. Σε βγάζει επίσης από έναν πιο εγωιστικό τρόπο να βλέπεις τα πράγματα και σου υπενθυμίζει ότι η αγάπη είναι πάντα μια δυνατότητα, γιατί εσύ έχεις τη δύναμη να τη δημιουργήσεις και να τη δώσεις. Τώρα, αν νιώθω κάποια έλλειψη αγάπης, προσπαθώ να κάνω μια αγαπησιάρικη πράξη για κάποιον, κι αυτό πάντα μετατοπίζει αυτό που νιώθω προς μια πιο θετική κατεύθυνση».
Η Φιλίπα Πέρι σάς λέει στο βιβλίο ότι «κανένας δεν είναι ο σωστός για κανέναν. Αυτό που κάνει κάποιον σωστό είναι η δέσμευση». Αυτό αντιστρατεύεται σχεδόν κάθε σύγχρονη αφήγηση για το ραντεβού – την αναζήτηση του σωστού ανθρώπου, τα φίλτρα, τα τεστ συμβατότητας. Συμφωνείτε μαζί της;
«Ναι. Οταν είσαι ερωτευμένη, μερικές φορές νιώθεις ότι οι παράξενες ιδιοτροπίες σου και εκείνες του συντρόφου σου, οι διάφορες πλευρές, τα ελαττώματα και τα δυνατά σας σημεία ταιριάζουν με τέλειο τρόπο, σαν ένα παζλ που έχει ολοκληρωθεί. Το νιώθω κι εγώ μερικές φορές: πώς θα μπορούσε κάποιος άλλος στον κόσμο να είναι τόσο τέλειος για εμένα όσο ο Νταν; Φυσικά, όμως, θα μπορούσε, και αν δεν τον είχα συναντήσει μάλλον θα είχα μια εξίσου σπουδαία σχέση με κάποιον άλλον. Συμφωνώ με τη Φιλίπα: η επιλογή να δεσμευθείς σε μια σχέση, να αγκαλιάσεις την αλλαγή, να συνεχίζεις να αντιμετωπίζεις τις δυσκολίες μαζί με τον άλλον – αυτά είναι πιο σημαντικά από τα γούστα, τις αντιπάθειες ή τα χόμπι. Στην πραγματικότητα, ο Νταν κι εγώ δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που ήμασταν όταν γνωριστήκαμε. Τόσα πράγματα που με ενδιέφεραν στην αρχή – “Τι μουσική σού αρέσει; Τι δουλειά κάνεις; Τι βιβλία έχεις διαβάσει;” – μου φαίνονται τώρα τόσο άσχετα. Αυτό που μετράει πολύ περισσότερο είναι: νοιάζεσαι αρκετά ώστε να παίξεις με την κόρη μας ακόμα κι όταν είσαι κουρασμένος; Είσαι αρκετά παρών στη σχέση μας ώστε να βρεις έναν τρόπο να συνδεθούμε ακόμη και μέσα από το πένθος; Συνεχίζεις να επιλέγεις να με αγαπάς ακόμα κι όταν είμαι ανυπόφορη, εκνευριστική ή ανασφαλής; Φυσικά, υπάρχουν σοβαρά πράγματα που μπορεί να σημαίνουν ότι δεν είστε συμβατοί ως σχέση – για παράδειγμα, αν εσύ θέλεις παιδιά και αυτός δεν θέλει ή αν εσύ θέλεις να ταξιδέψεις σε όλον τον κόσμο και αυτός θέλει να μείνει στην ίδια πόλη. Αυτό όμως που εννοούσε, νομίζω, η Φιλίπα είναι ότι μια καλή σχέση δημιουργείται και καλλιεργείται με τον χρόνο· δεν είναι καλή επειδή είστε αυτοί που είστε ή επειδή ίσως είστε συμβατοί στα χαρτιά στην αρχή».
Υπάρχει μια όμορφη εικόνα στο βιβλίο – το βάζο μαρμελάδας με το καπάκι που μοιάζει να κλείνει σωστά αλλά δεν σφραγίζει ποτέ. Είναι δυνατόν να καταλάβει κανείς αμέσως ότι κάτι δεν πάει καλά σε μία σχέση ή το βλέπουμε αυτό πάντα μόνο εκ των υστέρων;
«Πολλοί αναφέρουν αυτή την εικόνα, νομίζω επειδή αυτή η αίσθηση – του να ξέρεις ότι κάτι δεν είναι εντελώς σωστό βαθιά μέσα σου – είναι τόσο κοινή. Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να την περιγράψω σε όποιον διαβάζει αυτές τις γραμμές. Την ξέρει ήδη. Ξέρεις πότε κάποιος δεν δεσμεύεται στ’ αλήθεια, ακόμα κι αν φαινομενικά τα κάνει όλα σωστά. Ξέρεις πότε μια έλλειψη επικοινωνίας σημαίνει κάτι. Ξέρεις πότε μια φιλία δεν είναι απολύτως ασφαλής. Ξέρεις πότε κάποιος που σου φέρεται καλά στην πραγματικότητα δεν είναι εκεί για εσένα. Δεν νομίζω ότι τα βλέπουμε αυτά μόνο εκ των υστέρων, αλλά νομίζω ότι χρειάζεται κουράγιο για να ακούσεις στην ώρα της εκείνη τη μικροσκοπική ενοχλητική φωνή μέσα σου αντί να την αγνοήσεις. Αυτό που θα έλεγα, και αυτό που συνειδητοποίησα, είναι ότι στην πραγματικότητα είναι πιο τρομακτικό να την αγνοήσεις και να σπαταλήσεις περισσότερο από τον χρόνο, την αγάπη και την ενέργειά σου. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμα κι αν δεν φαίνεται έτσι εκείνη τη στιγμή».
Εχετε πει ότι η αβεβαιότητα δεν χρειάζεται να φορτώνεται με αρνητική προδιάθεση – «Το να μην ξέρεις τι θα συμβεί στη συνέχεια σημαίνει και ότι θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε». Το γράψατε ως ενθάρρυνση σε κάποιον που ακόμα αναζητεί την αγάπη;
«Νομίζω ότι αυτή είναι η φράση του βιβλίου που βλέπω να υπογραμμίζεται περισσότερο! Και ελπίζω να την παίρνουν οι αναγνώστες ως παρηγοριά και ενθάρρυνση. Ή ίσως λιγότερο ως παρηγοριά και περισσότερο ως μια πρόσκληση να δουν το μέλλον με αισιοδοξία. Το έγραψα αυτό γιατί όλη μου τη ζωή έβλεπα την αβεβαιότητα σαν ένα μεγάλο αρνητικό φορτίο. Το να μην ξέρω πότε θα γνωρίσω έναν σύντροφο σήμαινε ότι δεν θα τον γνώριζα ποτέ. Το να μην ξέρω αν θα μπορέσω να μείνω έγκυος σήμαινε ότι δεν θα μπορούσα ποτέ. Αυτή ήταν η παραδοχή: η αβεβαιότητα θα κατέληγε σε αρνητικό αποτέλεσμα. Αυτό που με έκανε η συγγραφή του βιβλίου να καταλάβω – και το να ζήσω τη ζωή μου – είναι ότι υπάρχει μια ομορφιά στην αβεβαιότητα, γιατί μπορεί να είναι και μια δυνατότητα. Οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί. Ολα είναι πιθανά. Αυτό είναι ρομαντικό όσο και τρομακτικό. Το μάθημα ήταν να προσπαθώ να μην υποθέτω ότι η αβεβαιότητα απειλεί με το χειρότερο αποτέλεσμα. Και αν ήξερες απολύτως όλα όσα θα συνέβαιναν στη ζωή σου από την αρχή, δεν θα ήταν τόσο διασκεδαστική, ούτε τόσο όμορφη».
Η Εστέρ Περέλ σάς μιλάει για τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε σήμερα από τους συντρόφους μας – να είναι εραστές, οι καλύτεροι φίλοι μας, καλοί γονείς, ψυχοθεραπευτές, όλα μαζί. Σε μια εποχή που εφαρμογές όπως το Paired (για το οποίο γράφετε κι εσείς), τα podcasts και τα βιβλία μάς δίνουν συνεχώς εργαλεία για να «βελτιστοποιήσουμε» τις σχέσεις μας, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την οικειότητα σε project;
«Λατρεύω αυτή την ερώτηση! Εγραψα πρόσφατα κάτι σε ένα substack που νομίζω την απαντάει: όταν παίρνω συνέντευξη από κάποιον σε μια εκδήλωση, διαβάζω το βιβλίο του, προετοιμάζω ερωτήσεις, τις γράφω, μετά τις ξαναγράφω με μια συγκεκριμένη σειρά, ομαδοποιημένες σε θέματα. Οταν όμως ανεβαίνω στη σκηνή, δεν κοιτάζω το μπλοκάκι μου, γιατί θέλω να κοιτάζω στα μάτια εκείνον με τον οποίο μιλάω και θέλω επίσης η συζήτηση να είναι ενδιαφέρουσα και να πάει εκεί που θα πάει με φυσική ροή. Νομίζω ότι αυτή είναι μια καλή στρατηγική και για την αγάπη. Είναι χρήσιμο να διαβάζεις για αυτή, να μαθαίνεις, να σκέφτεσαι βαθιά. Ερχεται όμως μια ώρα που πρέπει να εμπιστευθείς ότι ξέρεις αρκετά για να της δώσεις την καλύτερή σου ευκαιρία, να ενδώσεις στη στιγμή, χωρίς να αναλύεις κάθε κίνηση. Αυτό προσπαθώ να θυμίζω στον εαυτό μου τώρα: πάρε στα σοβαρά την αγάπη, μάθε για αυτήν, μετά δώσε στον εαυτό σου την ελευθερία να αφεθεί, άσε τη στιγμή να σε εκπλήξει, χωρίς να προσπαθείς να τα ελέγξεις όλα».
Σε πρόσφατη συνέντευξή σας είπατε κάτι που μου έμεινε: οι άνθρωποι που έχουν χάσει κάποιον δεν νοσταλγούν την ημέρα του γάμου ή το επίσημο δείπνο – νοσταλγούν τον σύντροφο που γκρίνιαζε επειδή έβαλαν τις κόκκινες κάλτσες μαζί με τα λευκά, νοσταλγούν τα ατελείωτα μηνύματα στο WhatsApp με τη μαμά τους, τον πατέρα που έλεγε συνεχώς τις ίδιες ιστορίες. Γιατί μας παίρνει τόσο καιρό να αναγνωρίσουμε ότι η αγάπη ζει ακριβώς εκεί, στην ενοχλητική λεπτομέρεια;
«Η αναλογία που χρησιμοποιώ στο βιβλίο είναι ότι μοιάζει σαν να στέκεσαι μπροστά σε έναν τεράστιο πίνακα. Δεν μπορείς να δεις την πλήρη εικόνα όταν είσαι πολύ κοντά. Μέρος αυτού είναι ότι, όταν περνάμε κάθε ημέρα με τους ανθρώπους που αγαπάμε, είναι πιο δύσκολο να δούμε την ομορφιά αυτών των σχέσεων, γιατί είναι το αναπαυτικό έπιπλο της ζωής μας. Μόνο μέσα από κάποια απόσταση ή απουσία μπορούμε να δούμε την αξία και την ομορφιά της αγάπης τους.
Η Αν Πάτσετ μού είπε κάποτε ότι είναι σαν να περπατάμε όλοι σε έναν γυάλινο διάδρομο που αιωρείται. Ξεχνάμε τι υπάρχει από κάτω. Και κάπου-κάπου – όταν ίσως κάποιος πεθαίνει – κοιτάζουμε κάτω και θυμόμαστε την ύπαρξη της αβύσσου, συνειδητοποιούμε ότι όλοι θα πεθάνουμε, και εμείς και όλοι όσοι αγαπάμε επίσης. Ισως αγκαλιάζουμε τους αγαπημένους μας πιο σφιχτά ή φιλάμε τον σύντροφό μας όταν φθάνουμε σπίτι. Επειτα όμως ξεχνάμε ξανά και συνεχίζουμε, γιατί κατά κάποιον τρόπο πρέπει να ζούμε με άγνοια ως προς ορισμένα πράγματα, προκειμένου να κάνουμε οτιδήποτε. Αυτό που θα πω είναι ότι ελπίζω οι κόρες μου να μπορέσουν να με θεωρούν δεδομένη, όπως κι εγώ θεωρούσα τους γονείς μου. Ισως έτσι πρέπει να είναι με τα παιδιά! Ταυτόχρονα, νομίζω αυτό που έχουν κάνει για εμένα οι “Διάλογοι για την αγάπη” είναι ότι με βοηθούν να κοιτάζω την άβυσσο πιο συχνά ώστε να νιώθω λίγο πιο ευγνώμων για την αγάπη κάθε ημέρα που είμαι εδώ. Μπορεί να ακούγεται μελοδραματικό, αλλά συχνά κλαίω χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Απλώς περπατάω στον δρόμο και σκέφτομαι πόσο τυχερή είμαι που αγαπώ τους ανθρώπους στη ζωή μου και ρίχνω μερικά δάκρυα ευτυχίας. Ισως η συγγραφή του βιβλίου να με έχει φέρει πιο κοντά σε αυτά τα συναισθήματα».



