«Θέλω οι άνθρωποι να βλέπουν το φόρεμα, αλλά να εστιάζουν στη γυναίκα» είχε πει κάποτε η θρυλική Νταϊάνα Βρίλαντ, συνοψίζοντας με τον πιο εύστοχο τρόπο τη φιλοσοφία της γύρω από τη μόδα.
Η θρυλική, άλλοτε, αρχισυντάκτρια της αμερικανικής «Vogue» δεν ξεχώρισε μόνο για την αισθητική της ματιά, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συνέδεσε τη μόδα με τη γυναικεία ενδυνάμωση, συμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στην ανάδειξη της Νταϊάν φον Φίρστενμπεργκ σε παγκόσμιο σύμβολο. Μακριά από τη λάμψη της Νέας Υόρκης και τους κύκλους της, η συγκεκριμένη φράση ήρθε απροσδόκητα στο μυαλό μου κατά τη διάρκεια της συζήτησής μου με τη Μαργαρίτα Χρυσάκη, ιδρύτρια του αθηναϊκού jewellery brand Maggoosh – το οποίο έχει διεθνή παρουσία σε επιλεγμένα καταστήματα, όπως το Liberty στο Λονδίνο και το Samaritaine στο Παρίσι.
Παρότι οι δημιουργίες της είναι αναμφισβήτητα εντυπωσιακές, η σχεδιάστρια στη διάρκεια της συζήτησής μας έφερνε συχνά ιδέες που ξεπερνούν κατά πολύ το ίδιο το κόσμημα. Είτε μιλούσε για την Ελλάδα και την Ινδία είτε για τον χορό, τη δημιουργικότητα ή το μέλλον του brand της, αναφερόταν σταθερά σε έννοιες πολυτιμότερες από τον χρυσό: στο συναίσθημα, στην ενδυνάμωση και στο δικαίωμα να είμαστε απολύτως ο εαυτός μας.
Η αφετηρία
Εχοντας περάσει αρκετή ώρα μελετώντας τη νέα της συλλογή – μια σειρά από ρευστές δημιουργίες που μοιάζουν να κινούνται μαζί με το σώμα –, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ πώς ξεκίνησαν όλα. Παραδόξως, η απάντησή της δεν είχε καμία σχέση με τους κανόνες της αγοράς: «Δεν ξεκίνησα επειδή ένιωθα ότι έλειπε κάτι από την αγορά.

Ηταν περισσότερο μια εσωτερική ανάγκη και ένα πάθος που είχα για τη διακόσμηση του σώματος. Από πολύ μικρή είχα μέσα μου αστείρευτη δημιουργικότητα και έπρεπε κάπως να τη διοχετεύσω. Οταν ξεκίνησα να φτιάχνω κοσμήματα, ήθελα να δημιουργήσω πράγματα που δεν μπορούσα να βρω πουθενά αλλού. Κομμάτια που να εκφράζουν πραγματικά εμένα».
Παρότι κατασκευασμένα από μέταλλο, τα κοσμήματα της Χρυσάκη σπάνια μοιάζουν άκαμπτα. Παρατηρώντας την έντονη αίσθηση κίνησης που χαρακτηρίζει πολλές από τις δημιουργίες της, τη ρώτησα αν αυτό ήταν συνειδητή επιλογή ή προέκυψε οργανικά.
«Συνέβη εντελώς φυσικά και αυθόρμητα» μου απάντησε χαμογελώντας και συμπλήρωσε: «Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως πιθανότατα συνδέεται με το γεγονός ότι είμαι και χορεύτρια. Ο,τι δημιουργώ έχει μέσα του ένα στοιχείο ρευστότητας. Η κίνηση, η θηλυκότητα, οι καμπύλες και η ροή είναι μέρος του χαρακτήρα μου, οπότε εμφανίζονται φυσικά σε όσα σχεδιάζω».
Διαχρονικό σχέδιο
Για όσους αγαπούν το κόσμημα και το design, οι δημιουργίες του Maggoosh είναι εύκολα αναγνωρίσιμες. Σύγχρονες και ταυτόχρονα διαχρονικές, συχνά μοιάζουν σαν να έχουν αναδυθεί από τα βάθη της Μεσογείου, πριν ξεβραστούν απαλά σε κάποια παραλία και υιοθετηθούν από μια γυναίκα με άψογο γούστο. Τη ρώτησα αν θεωρεί ότι η ισορροπία ανάμεσα στο σύγχρονο και το διαχρονικό έχει γίνει πιο δύσκολη στη σημερινή, τόσο ευμετάβλητη βιομηχανία της μόδας. «Χρειάζεται μια ιδιαίτερη προσέγγιση για να πετύχεις και τα δύο.
Κάτι διαχρονικό μπορεί να γίνει υπερβολικά ασφαλές, ενώ κάτι πολύ φρέσκο μπορεί να ενθουσιάσει για μια στιγμή, αλλά γρήγορα να φανεί ξεπερασμένο. Για εμένα, η πρόκληση είναι να δημιουργώ αντικείμενα που έχουν διάρκεια, χωρίς να χάνουν τον ενθουσιασμό του καινούργιου» εξήγησε η ίδια. «Και πώς βρίσκετε αυτή την ισορροπία;» ήταν η επόμενη ερώτησή μου.
Η σχεδιάστρια στάθηκε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να μεταφράσει το ένστικτό της σε λέξεις: «Είναι περισσότερο συναίσθημα παρά θέμα κάποιας μεθόδου» απάντησε τελικά και πρόσθεσε: «Οταν βλέπω κάτι που μου αρέσει, το καταλαβαίνω αμέσως γιατί με αγγίζει. Το ίδιο συμβαίνει και όταν δημιουργώ κάτι επιτυχημένο. Το φοράω αμέσως. Υπάρχει πολλή δοκιμή και λάθος σε αυτή τη διαδικασία, αλλά αν ένα κομμάτι με ενθουσιάζει πραγματικά, συνήθως ενθουσιάζει και τους άλλους».

Φυσικά, καμία αισθητική δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από το ένστικτο. Το περιβάλλον στο οποίο ζούμε παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο. Με το ελληνικό καλοκαίρι να βρίσκεται ήδη στο προσκήνιο, τη ρώτησα κατά πόσο η Ελλάδα έχει επηρεάσει τη δημιουργική της ταυτότητα. «Πάρα πολύ» απάντησε χωρίς δισταγμό. «Η απλότητα και η ρευστότητα που υπάρχουν στη δουλειά μου συνδέονται άμεσα με την ελληνική ομορφιά και κουλτούρα.
Νιώθω βαθιά συνδεδεμένη με το καλοκαίρι στην Ελλάδα, με το αίσθημα ελευθερίας που προσφέρουν τα νησιά και με τη ζωή δίπλα στη θάλασσα. Αν έχω μια μούσα στο μυαλό μου όταν σχεδιάζω, είναι συνήθως μια γυναίκα στην παραλία.
Φαντάζομαι πάντα τα κοσμήματα φορεμένα σε κάποιο νησί, δίπλα στο νερό, στις διακοπές. Παρ’ όλα αυτά, εμπνέομαι και από πολλά άλλα μέρη, πολιτισμούς και εμπειρίες» επισήμανε η σχεδιάστρια. Φυσικά, ήθελα να μάθω ποια ήταν αυτά.
«Η Ινδία έχει επηρεάσει πολύ τη δουλειά μου. Εκεί κατασκευάζουμε όλες τις χειροποίητες πέτρες μας, στην Τζαϊπούρ, και περνάω αρκετό χρόνο σχεδιάζοντας. Αυτό που με εμπνέει δεν είναι τόσο η αισθητική της χώρας όσο η αίσθηση των απεριόριστων δυνατοτήτων. Οταν βρίσκεσαι εκεί, νιώθεις ότι μπορείς να δημιουργήσεις τα πάντα. Υπάρχουν αμέτρητες τεχνικές, χρώματα, πέτρες και δυνατότητες» εξήγησε.
Η δύναμη του συναισθήματος
«Η αίσθηση των απεριόριστων δυνατοτήτων» επανέλαβα, συνειδητοποιώντας πως η συζήτησή μας στρεφόταν κυρίως στα συναισθήματα. «Αρα η έμπνευση ξεκινά περισσότερο από ένα συναίσθημα παρά από μια εικόνα;» ρώτησα, αρχίζοντας να κατανοώ τη δημιουργική διαδικασία της Μαργαρίτας Χρυσάκη.
«Ακριβώς» συμφώνησε. «Εμπνέομαι εξίσου από τη μουσική, την τέχνη και τον χορό όσο και από οποιονδήποτε τόπο. Προσπαθώ να αποτυπώσω κάτι πιο αφηρημένο και συναισθηματικό.

Οταν ακούς ένα τραγούδι που αγαπάς πραγματικά, δημιουργείται μέσα σου ένα πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα. Ο στόχος μου είναι να φτιάχνω αντικείμενα που γεννούν αυτό το ίδιο συναίσθημα» ήταν η απάντησή της και με άγγιξε ιδιαίτερα. Αλλωστε, το κόσμημα είναι ίσως ένα από τα ελάχιστα πολυτελή είδη που πραγματικά συνοδεύουν τον άνθρωπο για χρόνια, πολλές φορές για ολόκληρες δεκαετίες, συνδέοντας τη ζωή του με αναμνήσεις, στιγμές και συναισθήματα. Τη ρώτησα λοιπόν τι θα ήθελε να προσφέρουν τα κοσμήματά της στις γυναίκες που τα φορούν.
«Ελπίζω να γίνουν συνοδοιπόροι τους στις όμορφες αλλά και στις δύσκολες στιγμές της ζωής» απάντησε, πριν προσθέσει μία από τις πιο δυνατές φράσεις της συζήτησης μας: «Τα κοσμήματά μου δεν κάνουν τις γυναίκες δυνατές. Είναι ήδη δυνατές. Ισως όμως να μπορούν να τις βοηθήσουν να νιώσουν ακόμη περισσότερο ο εαυτός τους.
Ελπίζω οι γυναίκες να θυμούνται πάντα τι αξίζουν και να παραμένουν δυνατές και ελεύθερες». Εντυπωσιασμένη από τη στάση της, τη ρώτησα αν θεωρεί πως έχει ευθύνη να προωθεί τη γυναικεία ενδυνάμωση μέσα από τη δουλειά της.
Οπως τόνισε η ίδια: «Πάντα ένιωθα ότι η δουλειά μου συνδέεται με τη γυναικεία δύναμη. Σε πολλές κοινωνίες, οι γυναίκες εξακολουθούν να μεγαλώνουν νιώθοντας ντροπή απλώς και μόνο επειδή είναι γυναίκες. Ελπίζω η δουλειά μου να μπορεί να συμβάλει, έστω και με αυτόν τον μικρό τρόπο, στο αντίθετο συναίσθημα – στην ελευθερία, την αυτοπεποίθηση και την αυτοέκφραση».
Η τέχνη απέναντι στον αλγόριθμο
Εχοντας πλέον κατανοήσει καλύτερα τη φιλοσοφία πίσω από το brand Maggoosh, ήθελα να μάθω πώς προστατεύει το δημιουργικό της όραμα μέσα στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης επιχείρησης.
«Να είσαι πάντα ειλικρινής με τον εαυτό σου. Να ακούς τη δική σου φωνή και τα ένστικτά σου, παρά τις όποιες πιέσεις από πελάτες, αγοραστές ή μάνατζερ» απάντησε χωρίς δισταγμό. «Οι σχεδιαστές είναι καλλιτέχνες και πολλές φορές η βιομηχανία το ξεχνά. Εστιάζει στους αριθμούς και στα επιχειρηματικά αποτελέσματα. Για εμένα, το σημαντικότερο είναι να μπορεί να εκφράζεται πλήρως η καλλιτέχνις που υπάρχει μέσα μου» ξεκαθάρισε η Μαργαρίτα Χρυσάκη.
Στη σημερινή εποχή των αλγορίθμων και των social media, αυτό μοιάζει πιο δύσκολο από ποτέ. «Πώς παραμένεις πιστή στο όραμά σου μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο;» τη ρώτησα.

Η Μαργαρίτα Χρυσάκη χαμογελώντας απάντησε: «Είναι πολύ εύκολο να χαθείς στη μαύρη τρύπα της τεχνολογίας. Προσπαθώ να περιορίζω τον χρόνο που περνώ μπροστά στις οθόνες και να μην παρακολουθώ διαρκώς τι κάνουν οι άλλοι σχεδιαστές. Η αυθεντικότητα και η πρωτοτυπία είναι εξαιρετικά σημαντικές για εμένα. Κάθε φορά που νιώθω ότι απομακρύνομαι από αυτό, κοιτάζω πράγματα που είχα δημιουργήσει όταν ήμουν παιδί.
Η επιστροφή σε εκείνες τις πρώτες ιδέες με βοηθά να θυμηθώ ποια είμαι ως καλλιτέχνις». Ακούγοντάς τη να μιλά για την παιδική δημιουργικότητα, σκέφτηκα πως ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία του Maggoosh: στην ελευθερία να δημιουργείς χωρίς περιορισμούς.
Το μέλλον
Καθώς η συζήτησή μας πλησίαζε σιγά-σιγά στο τέλος της, κοίταξα προς το μέλλον: «Τι είναι αυτό που σας ενθουσιάζει περισσότερο για το μέλλον;» ήταν η ερώτησή μου. «Τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι η δημιουργική μου ενέργεια επεκτείνεται πέρα από το κόσμημα.
Βλέπω τον εαυτό μου ως καλλιτέχνιδα που μπορεί να εκφραστεί μέσα από πολλούς διαφορετικούς τρόπους, γι’ αυτό και πειραματίζομαι με αντικείμενα, κομμάτια εσωτερικής διακόσμησης, ακόμα και με ρούχα.
Μου αρέσει να συνδυάζω διαφορετικές τέχνες, να δουλεύω με κεραμίστες, ζωγράφους, τεχνίτες και δημιουργούς από διάφορους κλάδους. Θέλω να συνεχίσω να εξερευνώ αυτές τις δυνατότητες» είπε η ίδια με σιγουριά.
Με τις φιλοδοξίες της να εκτείνονται πλέον πολύ πέρα από το κόσμημα, της έθεσα μία τελευταία ερώτηση: «Αν κάποιος ανακαλύψει το Maggoosh σε δέκα χρόνια από σήμερα, τι θα θέλατε να πει για το brand;». Η Μαργαρίτα Χρυσάκη σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα πριν απαντήσει: «Ελπίζω να νιώθει ότι έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα brand και ότι έχει αγγίξει πολλούς ανθρώπους. Πάνω απ’ όλα, ελπίζω τα συναισθήματα και οι ιδέες που ενέπνευσαν τα κοσμήματα να συνεχίσουν να αναγνωρίζονται και να βρίσκουν ανταπόκριση στον κόσμο. Αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για εμένα».
Η απάντησή της δεν με εξέπληξε. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας, η Μαργαρίτα Χρυσάκη επέστρεφε ξανά και ξανά στην ίδια λέξη: συναίσθημα. Σε μια βιομηχανία που καθοδηγείται όλο και περισσότερο από αλγορίθμους, trends και εμπορικές πιέσεις, το Maggoosh παραμένει ριζωμένο σε κάτι πολύ πιο ανθρώπινο. Ισως γι’ αυτό, όσο όμορφα και αν είναι τα κοσμήματα, η προσοχή σου τελικά επιστρέφει πάντα στη γυναίκα που τα φορά. Η Νταϊάνα Βρίλαντ θα ήταν σίγουρα περήφανη.






