Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το 2015, ο αμερικανός φωτογράφος Τζόελ Μεγέροβιτς βρέθηκε σε έναν χώρο όπου ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Στην Casa Museo Morandi, το διατηρημένο σπίτι και εργαστήριο του ιταλού ζωγράφου Τζόρτζιο Μοράντι στη Via Fondazza 36 στην Μπολόνια, δεν είχε επισκεφθεί απλώς ένα μουσείο, αλλά εισερχόταν στο προσωπικό σύμπαν ενός καλλιτέχνη που είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην επίμονη παρατήρηση. Εκεί αντίκρισε τα ίδια αντικείμενα που είχαν αποτελέσει την πρώτη ύλη της ζωγραφικής του ιταλού δημιουργού: μπουκάλια, βάζα, κουτιά και κεραμικά δοχεία που για δεκαετίες μεταμορφώνονταν στις περίφημες νεκρές φύσεις του.

Η επίσκεψη αυτή θα τον οδηγούσε τελικά στην έκδοση του βιβλίου με τίτλο «Morandi’s Objects. The Complete Archive of Casa Morandi», που κυκλοφόρησε το 2016 με φωτογραφίες σχεδόν 300 αντικειμένων από τη συλλογή του Μοράντι. Δεν ήταν μια προσπάθεια αναπαράστασης των έργων του ζωγράφου, ούτε μια δημιουργία νέων «νεκρών φύσεων» στο ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο ύφος του. Ηταν, όπως ο ίδιος ο Μεγέροβιτς έχει εξηγήσει, ένας τρόπος να τιμήσει τη μακρά διαδικασία μέσα από την οποία ο ιταλός ζωγράφος μεταμόρφωνε τα πιο απλά πράγματα σε φορείς εικαστικής και ποιητικής δύναμης. Ο Μοράντι δεν αναζητούσε διαρκώς νέα θέματα. Επέστρεφε ξανά και ξανά στα ίδια αντικείμενα, αλλάζοντας ελάχιστα τη θέση τους, μελετώντας τις αποστάσεις μεταξύ τους, τις σκιές, το φως και τις μικρές μεταβολές που μπορούσαν να δημιουργήσουν μια διαφορετική εικόνα. Για εκείνον, η επανάληψη δεν ήταν περιορισμός αλλά ένας τρόπος να πλησιάσει περισσότερο την ουσία των πραγμάτων. «Ηθελα απλώς να δείξω στο κοινό πώς έμοιαζαν αυτά τα αντικείμενα, ώστε να μπορέσει να δει πώς εκείνος έπαιζε μαζί τους» δήλωνε ο Μεγέροβιτς τις προθέσεις του στο περιοδικό «Wallpaper*». Το βιβλίο «Morandi’s Objects» επανέρχεται από τις εκδόσεις Damiani Books, σε μια διευρυμένη και αναθεωρημένη έκδοση, φωτίζοντας εκ νέου τη δημιουργική συνομιλία ανάμεσα στη φωτογραφική ματιά του Μεγέροβιτς και το σύμπαν των αντικειμένων του Τζόρτζιο Μοράντι. Η νέα έκδοση εμπλουτίζεται με περισσότερες από 130 νέες φωτογραφίες, ένα νέο κείμενο της ιστορικού τέχνης Αμάντα Ρένσο και επικαιροποιημένη βιβλιογραφία.

«Pink tea pot» @Joel Meyerowitz

Πώς συναντώνται τα μεγάλα πνεύματα

Η «συνάντηση» ανάμεσα στους δύο δημιουργούς δεν έγινε βέβαια ποτέ στην πραγματικότητα. Ο Μοράντι έφυγε από τη ζωή το 1964, όταν ο Mεγιέροβιτς ήταν ακόμη νέος και δεν είχε ακόμη διαμορφώσει τη δική του φωτογραφική γλώσσα. Μερικοί από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ού αιώνα πρόλαβαν να τον γνωρίσουν και να τον φωτογραφίσουν στο σπίτι της Via Fondazza ή στην κατοικία του στην Γκριτσάνα της βόρειας Ιταλίας, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του. Ωστόσο, μέσα από το βιβλίο αυτό, η πέρα από τον χρόνο «συνομιλία» Μεγέροβιτς και Μοράντι έχει άλλη χροιά. Η σύνδεσή τους βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την πράξη της παρατήρησης, σε αυτή την ικανότητα να βλέπουν ξανά κάτι που οι άλλοι έχουν προσπεράσει, μέσα στο οποίο ανακαλύπτουν μια νέα μορφή ζωής: Για παράδειγμα, ο Μοράντι αναζητούσε μέσα στην ακινησία των αντικειμένων μια κρυφή ενέργεια, ενώ ο Μεγέροβιτς έψαχνε στον δρόμο εκείνη τη φευγαλέα στιγμή όπου άνθρωποι, φως και χώρος δημιουργούν ένα μοναδικό πεδίο δύναμης.

Οταν λοιπόν φωτογράφισε τα αντικείμενα του Μοράντι, τα γύριζε αργά και προσεκτικά, αναζητώντας τη γωνία στην οποία θα αποκτούσαν χαρακτήρα και παρουσία. «Οταν φωτογράφιζα στον δρόμο, σήκωνα τη μηχανή επειδή υπήρχε μια ομάδα ανθρώπων που δημιουργούσε κάποιο είδος ενέργειας και αλληλεπίδρασης. Προσπάθησα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στις νεκρές φύσεις που δημιουργούσα για τον εαυτό μου» έχει πει ο Μεγέροβιτς σχετικά στο «Wallpaper*».

«Shell» @Joel Meyerowitz

Εκαστος πρωτοπόρος στο είδος του

Ο Μεγέροβιτς γεννήθηκε το 1938 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης και έγινε γνωστός κυρίως μέσα από τη φωτογραφία δρόμου. Τη δεκαετία του 1960 εγκατέλειψε τη δουλειά του στη διαφήμιση και άρχισε να φωτογραφίζει την καθημερινή ζωή της πόλης, επηρεασμένος από δημιουργούς όπως ο Ρόμπερτ Φρανκ ή ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν. Μαζί με φωτογράφους δρόμου όπως ο Γκάρι Γουίνογκραντ και ο Λι Φρίντλαντερ, ο Τζόελ Μεγέροβιτς συνέβαλε καθοριστικά στην αναγνώριση της καθημερινής σκηνής ως σημαντικού πεδίου καλλιτεχνικής έκφρασης. Παράλληλα, μαζί με τον Γουίλιαμ Εγκλστον και τον Στίβεν Σορ, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Νέας Εγχρωμης Φωτογραφίας (New Color Photography) των δεκαετιών του 1960 και 1970, συμβάλλοντας στην ανατροπή της αντίληψης ότι η έγχρωμη φωτογραφία ανήκε αποκλειστικά στη σφαίρα της εμπορικής εικόνας και στην καθιέρωσή της ως σημαντικού μέσου καλλιτεχνικής έκφρασης.

Απέναντι σε αυτή την εξωστρεφή φωτογραφική ματιά βρίσκεται ο κόσμος του Τζόρτζιο Μοράντι (1890-1964), ενός από τους σημαντικότερους ιταλούς εικαστικούς του 20ού αιώνα. Εζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην Μπολόνια, μακριά από τον μύθο του κοσμοπολίτη καλλιτέχνη. Το σπίτι και το εργαστήριό του στη Via Fondazza αποτελούσαν το κέντρο της δημιουργικής του ζωής και έναν χώρο όπου η παρατήρηση μπορούσε να γίνει μια καθημερινή, σχεδόν τελετουργική πράξη. Οι νεκρές φύσεις του δεν αφορούν την απλή αναπαράσταση της καθημερινότητας. Τα μπουκάλια, τα δοχεία και τα κουτιά παύουν να είναι χρηστικά αντικείμενα και μετατρέπονται σε μορφές, όγκους και σχέσεις μέσα στον χώρο. Η περιορισμένη χρωματική του παλέτα, με γήινους τόνους, λευκά και γκρι, εξακολουθεί να δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας και εσωτερικότητας, ενώ η επιρροή του Πολ Σεζάν είναι εμφανής στην αναζήτηση μιας βαθύτερης δομής πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων: ο γάλλος ζωγράφος το έκανε πειραματιζόμενος με πορτοκάλια, ενώ ο Μοράντι με τα περίφημα μπουκάλια του. «Τα αντικείμενα ήταν τοποθετημένα σαν να βρίσκονταν πάνω σε μια μικροσκοπική σκηνή και, στα μάτια μου, έμοιαζαν παράξενα ψεύτικα» έχει πει ο ίδιος ιταλός καλλιτέχνης.

«Colorful vase» @Joel Meyerowitz

Ολα οδηγούν στον Σεζάν

Ο Σεζάν αποτέλεσε όχι μόνο σημαντική επιρροή για τον Μοράντι, αλλά και την αφορμή ώστε ο Μεγέροβιτς να στραφεί στη νεκρή φύση και στο έργο του ιταλού ζωγράφου. Κατά την επίσκεψή του στο στούντιο του Σεζάν στην Εξ-Αν-Προβάνς, παρατήρησε το σκούρο γκρι φόντο πάνω στο οποίο ο δημιουργός τοποθετούσε τα αντικείμενα στις νεκρές φύσεις του. Η επιλογή αυτή τον οδήγησε να πειραματιστεί ο ίδιος με γκρι φόντα και αντικείμενα, αναζητώντας τον τρόπο με τον οποίο η πίσω επιφάνεια μπορούσε να αποκαλύψει τη μορφή και την παρουσία των πραγμάτων. Η εμπειρία αυτή τον έφερε πιο κοντά στη ζωγραφική του Μοράντι και τον ώθησε να επισκεφθεί αργότερα το στούντιό του στην Μπολόνια. Παρότι οι δύο καλλιτέχνες εργάζονταν με διαφορετικό τρόπο, ο Μεγέροβιτς αναγνώρισε στον Μοράντι μια αντίστοιχη προσήλωση στη σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα, τον χώρο και το φως. Η ανακάλυψη αυτή τον οδήγησε να διερευνήσει τη δική του σχέση με τη νεκρή φύση και να δημιουργήσει τις δικές του φωτογραφικές συνθέσεις, εστιάζοντας στα αντικείμενα που περιέβαλλαν τον Μοράντι και στον τρόπο με τον οποίο ο καλλιτέχνης τα μετέτρεπε σε έργα τέχνης.

Μια διαχρονική επιρροή

Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργήθηκε αυτή η σχέση. Ο Μοράντι θεωρήθηκε ένας από τους λίγους ιταλούς καλλιτέχνες της γενιάς του που κατάφερε να ξεφύγει από τη σκιά του φασισμού και να διαμορφώσει ένα ύφος βασισμένο σε καθαρά ζωγραφικές αξίες, συμβατές με τη μοντερνιστική αφαίρεση. Μέσα από τα απλά και επαναλαμβανόμενα μοτίβα του, καθώς και την οικονομία στη χρήση του χρώματος, των τονικών διαβαθμίσεων και της επιφάνειας, αναδείχθηκε σε έναν προφητικό και σημαντικό πρόδρομο του μινιμαλισμού. Ο Μοράντι άσκησε βαθιά επιρροή σε σημαντικούς καλλιτέχνες διαφορετικών γενεών και πεδίων, όπως ο αμερικανοκαναδός ζωγράφος Φίλιπ Γκάστον, η αμερικανίδα καλλιτέχνιδα Βίγια Τσέλμινς, γνωστή για τις υπερρεαλιστικές ζωγραφικές αναζητήσεις της, ο βρετανός γλύπτης και δημιουργός εγκαταστάσεων Εντμουντ ντε Βάαλ, καθώς και ο αμερικανοκαναδός αρχιτέκτονας Φρανκ Γκέρι. Η επιρροή του έργου του ξεπέρασε τα όρια των εικαστικών τεχνών, καθώς πίνακές του εμφανίστηκαν στον κινηματογράφο, στις ταινίες «Γλυκιά Ζωή» (La Dolce Vita, 1960) του Φεντερίκο Φελίνι και «Η νύχτα» (La Notte, 1961) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ενώ ακόμα και στη λογοτεχνία, για παράδειγμα στο μυθιστόρημα του Ντον Ντε Λίλο «Ανθρωπος σε πτώση» (Falling Man, 2007), δύο έργα του Μοράντι αναφέρονται ως μέρος του εσωτερικού ενός διαμερίσματος στη Νέα Υόρκη – γίνεται επίσης μνεία σε μια έκθεση έργων του σε γκαλερί της περιοχής Τσέλσι. Η διαχρονική απήχηση του έργου του αποδεικνύει τη δύναμη μιας τέχνης που εστιάζει στο ουσιώδες, μετατρέποντας το καθημερινό σε αντικείμενο βαθιάς ποιητικής και φιλοσοφικής αναζήτησης. Και το βιβλίο του Μεγέροβιτς αναδεικνύει αυτή την απήχηση, έστω κι αν δεν μπορεί να αποδώσει τη μαγεία που κρύβεται πίσω της. Οπως έχει πει ο ίδιος: «Αυτό που δεν μπορούσα να κάνω με μια φωτογραφία ήταν να τα περιβάλλω με την ατμόσφαιρα που η ζωγραφική προσδίδει στον χώρο και στη μορφή. Ο τρόπος με τον οποίο το τρεμάμενο, ζωγραφισμένο περίγραμμα ενός αντικειμένου διαλύεται μέσα σε ένα άλλο ή ο τρόπος με τον οποίο επικάλυπτε τις μορφές τους έτσι ώστε να μην μπορούμε να “διαβάσουμε” τον χώρο με βεβαιότητα».