Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το «πράσινο φως» για την έναρξη της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης άναψε. Η παρούσα (προτείνουσα) Βουλή καλείται να προσδιορίσει τις αναθεωρητέες διατάξεις επί των οποίων η επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή θα αποφανθεί. Η συνταγματική ιστορία της χώρας αποτελεί τον «καμβά» εξέλιξής της και συμπυκνώνει το πλέγμα των σχέσεων μεταξύ πολιτών και κράτους.

Κάθε αναθεώρηση αποτυπώνει το ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο στο οποίο υλοποιείται αντανακλώντας τις απαιτήσεις και τις προκλήσεις της εποχής της ενώ, όχι σπάνια, δοκιμάζεται στον βωμό της εργαλειοποίησης υποκύπτοντας στη συγκυρία και στις τρέχουσες ισορροπίες.

Ακόμα και το Σύνταγμα του 1975, που αποτέλεσε τομή για τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, ψηφίστηκε μόνον από τη Νέα Δημοκρατία, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης (Ενωση Κέντρου, ΠαΣοΚ και Ενωμένη Αριστερά) να αποχωρούν σύσσωμα από τη διαδικασία της ψηφοφορίας χαρακτηρίζοντας το νέο Σύνταγμα αυταρχικό και άτολμο.

Από τον Ανδρέα στον Ευ. Βενιζέλο

Οι απαιτητικές ισορροπίες των συναινέσεων που έχει προβλέψει ο συντακτικός νομοθέτης δοκιμάστηκαν στην πρώτη αναθεώρηση του 1986, η πεμπτουσία της οποίας ήταν ο περιορισμός υπερεξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας (μπορούσε να παύσει την κυβέρνηση και να διαλύει τη Βουλή, να απευθύνεται με διαγγέλματα στον ελληνικό λαό κ.λπ.).

Ηταν μια συγκρουσιακή αναθεώρηση με φόντο τη ρήξη του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου με τον απερχόμενο τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και την εκλογή στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα του Χρήστου Σαρτζετάκη. Ηταν σχεδόν μονοθεματική, καθώς το κέντρο βάρος της αφορούσε τις υπερεξουσίες του ΠτΔ και την καθιέρωση του πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου, ενώ στηρίχθηκε στην τότε κυβερνητική πλειοψηφία του ΠαΣοΚ και στο «παρών» του ΚΚΕ, με τη ΝΔ και το ΚΚΕ Εσωτερικού να αποχωρούν. Θα μεσολαβήσει η αναθεωρητική απόπειρα του 1993 από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, η οποία, ωστόσο, εγκαταλείφθηκε λόγω της πτώσης της κυβέρνησης της ΝΔ.

Η συναινετική αναθεώρηση των ευρύτατων πλειοψηφιών ήταν εκείνη του 2001: «Ηταν μια διεργασία συνολικής πολιτικής επανανομιμοποίησης του Συντάγματος», σύμφωνα με τον εμπνευστή της Ευάγγελο Βενιζέλο. Αποτέλεσε ένα «σημείο συνάντησης» των δυο ισχυρών πυλώνων του κραταιού ακόμα δικομματισμού στο πλαίσιο της επαναξιολόγησης πλειάδας συνταγματικών διατάξεων, παρά τις διαφορές σε εμβληματικά άρθρα του Συντάγματος, όπως το άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση και το άρθρο 24 για το περιβάλλον.

Ετσι, θεσπίστηκαν: η προστασία των προσωπικών δεδομένων, κωλύματα και επαγγελματικά ασυμβίβαστα των βουλευτών, κανόνες διαφάνειας στην πολιτική ζωή, αυστηροποίηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, οι Ανεξάρτητες Αρχές, ο δεύτερος βαθμός αυτοδιοίκησης κ.ά.

Σε αντίθεση με το 2001, η αναθεώρηση του 2008 ήταν περιορισμένης έκτασης. Επί της ουσίας αποτέλεσε ένα «φιάσκο» καθώς αναθεωρήθηκαν μόνον τρία άρθρα. Η επιχειρούμενη αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα ΑΕΙ και του άρθρου 24 για το περιβάλλον οδηγήθηκε σε πλήρες «ναυάγιο».

Το ΠαΣοΚ, παρά την ευνοϊκή στάση του Γιώργου Παπανδρέου, τελικά δεν συναίνεσε στην αλλαγή του άρθρου 16, το δε άρθρο 24 προσέκρουσε σε γαλάζιες αντιδράσεις και σε λαθροχειρίες: στην Επιτροπή Αναθεώρησης πέντε βουλευτές της ΝΔ (Ν. Λέγκας, Ελσα Παπαδημητρίου, Χρυσή Καρύδη, Κυρ. Μητσοτάκης, Γ. Ιωαννίδης) καταψήφισαν και ένας, ο Ν. Δένδιας, ψήφισε «παρών», ενώ στις αλλεπάλληλες ψηφοφορίες διά ανατάσεως της χειρός που έκανε ο πρόεδρος της Επιτροπής Γιάννης Τραγάκης προκειμένου να πιεστούν οι «αντιρρησίες» βουλευτές να αλλάξουν θέση (με εξαίρεση την Ελσα Παπαδημητρίου, επέλεξαν το «παρών») συμμετείχε και ο γραμματέας της ΚΟ της ΝΔ Απόστολος Σταύρου, ο οποίος δεν ήταν καν μέλος της (!).

Μια παράδοξη κατάληξη είχε η (άκαρπη) πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά το 2014 που εξήγγειλε νέα αναθεώρηση του Συντάγματος, ωστόσο σύντομα ο ίδιος την ακύρωσε επισπεύδοντας την προεδρική εκλογή (Δεκέμβριος 2014) με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η χώρα στις πρόωρες εκλογές του Ιανουαρίου 2015.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η «ντρίμπλα» της ΝΔ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ που αναδείχθηκε από αυτές προχώρησε το 2019 στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος του ’75, μια διαδικασία που είχε πρωτοτυπίες, καθώς δρομολογήθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά περατώθηκε από άλλον, τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Επιπλέον, έκρυβε «μπλόφες» και αιφνιδιασμούς όπως η κίνηση της ΝΔ να υπερψηφίσει στην προτείνουσα Βουλή την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή του άρθρου 32 που αφορούσε την απεμπλοκή της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την πρόωρη διάλυση της Βουλής, παρότι διαφωνούσε με τη μεθοδολογία της – ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε έξι ψηφοφορίες, μια ανά μήνα, και στην περίπτωση που δεν καρποφορούσαν, τότε ο ΠτΔ να εκλέγεται απευθείας από τον λαό.

Η ΝΔ στήριξε την πρόταση η οποία συγκέντρωσε αυξημένη πλειοψηφία πάνω από 180 ψήφους (221) και έτσι στη Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του Ιουλίου 2019, η νέα «γαλάζια» πλειοψηφία ψήφισε με άνεση (με 158 ψήφους) την επίμαχη διάταξη προσδιορίζοντας το περιεχόμενό της με βάση το δικό της σκεπτικό, που ήταν εκλογή Προέδρου με πλειοψηφίες 200-200-180-151.

«Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να διακατέχεται από συνταγματική μοχθηρία, όμως εμείς διαθέτουμε συνταγματική επινοητικότητα…» είχε πει ο τότε εισηγητής της ΝΔ Κώστας Τασούλας, που έμελλε να αναδειχθεί στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα μέσω της διαδικασίας που όρισε η αναθεώρηση του 2019, η οποία, πάντως, προώθησε αρκετές βελτιώσεις όπως: το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τη διευκόλυνση της ψήφου των ομογενών, την αυστηροποίηση του πλαισίου ασυλίας των βουλευτών, την αναγνώριση του δικαιώματος της μειοψηφίας να προτείνει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 86 για την ποινική δίωξη των υπουργών κ.ά.