Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ακόμα κι αν δεν ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο, καταλαβαίνεις πολύ καλά γιατί κάποια ή κάποιος ακολουθεί μια ομάδα. Μορφή κοινωνικοποίησης και πεδίο ταυτότητας, το «τι ομάδα είσαι» είναι κάτι σαν πρωταρχική καταγωγή, μια αταβιστική σύνδεση η αρχή της οποίας ανάγεται συνήθως στην παιδική ηλικία και κρατάει αμετάβλητη σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή.

Συχνά μάλιστα είναι τόσο συναισθηματικά δεμένη με την εμπειρία της ενηλικίωσης, που καταλήγει να μοιάζει με καταγωγή, σαν το «από πού είσαι». Κυριολεκτικά, καθώς η πλειοψηφία των οπαδών προέρχονται συνήθως από την πόλη όπου έχει την έδρα της μια ομάδα. Αλλά και μεταφορικά, ταξικά, πολιτικά, εθνοτικά ή έμφυλα, πάντα όμως μια αναγωγή στην πρώτη γεωγραφία συνειδητοποίησης του εαυτού.

Πρόσφατα μια φίλη μου είπε ότι «είναι ΑΕΚ», διότι αυτή ήταν η πρώτη ομάδα που όταν ήταν μικρή άκουσε να αναφέρεται στο θηλυκό γένος. Η ΑΕΚ. Οπως και όλος ο υπόλοιπος κόσμος που ξέρω, δεν άλλαξε η φίλη μου έκτοτε ομάδα – και κάτι τέτοιες ιστορίες είναι που κάνουν, ακόμα και μένα τον άσχετο, να θαυμάζω το ποδόσφαιρο και τις βαθιές του ρίζες στη σύγχρονή μας κοινωνικότητα.

Οταν όμως περνάμε στο «τι ομάδα υποστηρίζεις στο Μουντιάλ», εκεί, όπως και να το κάνουμε, αρχίζουν τα δύσκολα. Τι συμβαίνει όταν δεν έχει προκριθεί η ομάδα της χώρας σου; Πώς επιλέγεις μια συγκεκριμένη ομάδα; Γιατί πρέπει να επιλέγεται, εν προκειμένω, μια ομάδα; Ρώτησα τις τελευταίες μέρες στον περίγυρό μου, και οι απαντήσεις έχουν όλες ενδιαφέρον. Συναισθηματικοί δεσμοί με μία χώρα. Ιστορικοί ή πολιτικοί λόγοι. Ταύτιση με έναν σταρ ποδοσφαιριστή. Κάποτε τεχνικές λεπτομέρειες – π.χ. «είναι οι μόνοι που ακόμα παίζουν επίθεση», κ.λπ.

«Κι αν αυτή η εθνική ομάδα αποκλειστεί;». Ρωτώντας, συνειδητοποιείς ότι υπάρχει και δεύτερη εναλλακτική υποστήριξης, και τρίτη, και τέταρτη, με τους λόγους να γίνονται όλο και πιο περίπλοκοι. Σαν να μην μπορείς, τελικά, να παρακολουθήσεις ένα παιχνίδι, χωρίς να επιλέξεις πλευρά, έστω και για μια βραδιά. Κάτι το οποίο κατανοώ απολύτως από την προσωπική μου εμπειρία. Ακόμα κι αν τυχαία βρεθώ, ας πούμε, σε μια παμπ που παίζει Μουντιάλ αυτόν τον καιρό, αισθάνομαι την ανάγκη να διαλέξω αντίπαλο.

Γίνομαι, έστω για λίγο, ένθερμος φαν της μιας από τις δύο ομάδες. Θέλω να αισθανθώ τη νίκη ή την ήττα. Το γιατί ακόμα μου διαφεύγει. Ισως έχω συνδέσει υπερβολικά το ποδόσφαιρο, όπως εξήγησα ήδη, με την έννοια της ταυτότητας, άρα και με αυτήν της ταύτισης. Ή επειδή δεν βλέπεται αλλιώς ένα παιχνίδι που μπορεί να σε έχει στην άκρη της καρέκλας σου σχεδόν για δύο ώρες και να καταλήξει 0-0.

Ή γιατί με το να «έχεις ομάδα» συμμετέχεις πολύ περισσότερο σε ένα τελετουργικό τυπικό – που συνδέεται και με τις αισθήσεις: ήχους, μυρωδιές, οπτικά ερεθίσματα, εντός αλλά κυρίως εκτός του γηπέδου, και χαρακτηρίζει το σπορ αυτό όσο τίποτε άλλο. Καταλήγω λοιπόν ότι με το να επιλέγω αντίπαλο, βλέπω ό,τι γίνεται στο γρασίδι σε ένα δραματικό πλαίσιο που κατά πολύ το υπερβαίνει, όπως υπερβαίνει και τη μονόπαντα έμφυλη, μάτσο, βίαιη και εμπορευματοποιημένη πλευρά αυτού του ταλαίπωρου αθλήματος.

Και θυμάμαι τις τελευταίες, συγκλονιστικές, σελίδες από «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως», του Εντουάρντο Γκαλεάνο. Οταν τελειώσει, λέει, το Μουντιάλ, «μου λείπει ήδη ο αβάσταχτος θόρυβος που κάνουν οι βουβουζέλες.

Η συγκίνηση των γκολ, που δεν ενδείκνυνται για καρδιοπαθείς. Η ομορφιά των πιο σπουδαίων φάσεων, όταν επιστρέφουν σε αργή κίνηση, σαν για να παρατείνουν λίγο ακόμη το θαύμα. Κι ακόμη: η γιορτή και το πένθος. Γιατί το ποδόσφαιρο είναι κάποτε μια χαρά που σε κάνει να πονάς, κι η μουσική που δόξαζε τις νίκες που και νεκρούς ανασταίνουν αντηχεί πλέον σχεδόν σαν και την εκκωφαντική σιωπή του άδειου γηπέδου, εκεί όπου ένας ηττημένος, μόνος, ασάλευτος, περιμένει καθισμένος στο κέντρο των απέραντων έρημων κερκίδων».

Ο κύριος Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.