Μέρες καλοκαιριού και η πολιτική επικαιρότητα κάθε άλλο παρά ανάπαυλα γνωρίζει. Μια υπερδραστηριότητα βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλη τη γραμμή του μετώπου, από την κυβέρνηση που «μιλάει» σε γλώσσα εκλογική ως την αντιπολίτευση, όπου επιχειρείται μια ανασύσταση σχέσεων στον χώρο της Κεντροαριστεράς, με μια διευκρινιστική αναμέτρηση στο εσωτερικό της σε εξέλιξη και τις σχετικές προσδοκίες των μερών ανομολόγητα αμφίβολες. Δεν είναι τρέχουσα η πολιτική συνθήκη.
Οι πρωταγωνιστές, δεσμευμένοι στον δρόμο των στερεοτύπων τους, καθυστερούν στην κατανόηση της στιγμής, σχεδόν αποφεύγουν τη συνάντηση μαζί της, δείχνοντας προτίμηση σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που μηχανικά οι ίδιοι υπήρξαν.
Οι πολιτικές απαιτήσεις σε περιόδους συμβιβασμού, αμφιβολίας και κρίσης πολλαπλασιάζονται εκρηκτικά και αυτό που υπάρχει ως εμπειρία, ως πρακτική και ως αντοχή στην κοινωνική διαδρομή και τις ανάγκες που την ορίζουν αποδεικνύεται ανεπαρκές, η στιγμή υπερβαίνει συχνά τα πρόσωπα και τις πολιτικές δυνατότητες διαχείρισης από την πλευρά τους του αιτήματος μεταβολής και μεταβολών.
Στην Ελλάδα σήμερα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο. Η αδυναμία αυτή μας τοποθετεί σε ένα επώδυνο «μεταξύ». Στην οριακή γραμμή να κινηθούμε σε μια αλλαγή συσχετισμών που θα ευνοήσει την κίνηση ή να σταθούμε στον γνωστό εαυτό μας, που παραδίδεται στην αμφιβολία και αποφεύγει τη δοκιμασία της απόπειρας και της δοκιμής μιας άλλης πορείας.
Στο κοινωνικό σώμα παρατηρεί κανείς έναν δισταγμό. Ακούς την περιγραφή της εμπειρίας, βλέπεις τη συνειδητοποίηση ισχυρή, την επιθυμία για το καλύτερο άλλο παντοδύναμη. Και όταν η πράξη απαιτεί το πρώτο βήμα και η υλοποίηση μιας αλλαγής το επόμενο, εγείρεται η αμφιβολία και παίρνει θέση η επιφύλαξη, ενώ η άρνηση έχει ήδη οργανώσει τα εσωτερικά της επιχειρήματα.
Σε αυτό το σημείο έχει στηθεί αόρατα κάθε φορά και τώρα και πάντα το πολιτικό μέτωπο. Δεν είναι οι στιγμιαίοι εντυπωσιασμοί στις οθόνες, δεν είναι οι κωδικοποιημένες ατάκες, δεν είναι οι επαναλαμβανόμενες αποστροφές. Δεν είναι αυτό η πολιτική μάχη. Η μέθοδος εξαντλήθηκε. Η αδυναμία αποδοχής αυτού του τέλους μάς εγκαθιστά στη μεθόριο μεταξύ στασιμότητας και μεταβολής.
Το ζήτημα, όπως θα το αποτιμήσει η πολιτική ευφυΐα του λαού, θα ζυγιστεί στις κάλπες. Οι πολιτικές δυνάμεις ήδη έχουν δώσει μια απάντηση. Το κυβερνών κόμμα, ικανοποιημένο από τον εαυτό του, ως ένα σημείο δίκαια με κριτήριο την κοινωνική του αναφορά, έχει επιλέξει να αποφύγει όλα τα κρίσιμα μέτωπα της καθημερινής ζωής και να καταφύγει σε μια στατιστικού τύπου περιγραφή των πραγμάτων, όπου το εκλογικό κοινό της θα ψάχνει το «προσωπικό» του συμφέρον.
Προτάσσοντας τη συνέχεια διδάσκει την αποδοχή του υπαρκτού και την προσαρμογή στις ανάγκες που επιβάλλει. Μεταξύ στασιμότητας και μεταβολής, η επιλογή είναι καθαρή και το σύνολο της εκλογικής επιχείρησης, σε εξέλιξη ήδη, υπηρετεί τον πυρήνα του πολιτικού στόχου, την υπακοή στην ανάγκη.
Η αντιπολίτευση δίπλα. Το κύριο μέλημά της θα ήταν, σε μια σύγκρουση με συνειδητοποιημένη τη σημασία της, η φανέρωση αυτού του σχεδίου εξουσίας. Της ανάδειξης δηλαδή της αρνητικής συνέπειας για την πραγματική ζωή της αποδοχής των πραγμάτων όπως αυτά έχουν. Δεν βρισκόμαστε εκεί. Εχει κερδίσει η αμφιβολία στη ζώνη του μεταξύ. Σε αυτά που δεν αποσαφηνίζονται επαρκώς προεκλογικά, οργανώνει η κάλπη την απάντηση. Μόνο η κάλπη μπορεί να μας απομακρύνει από τη ζώνη του μεταξύ.
Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.



