Καθετί που αγγίζει τα Τέμπη προκαλεί μια μικρή έκρηξη και όλα μοιάζουν έτοιμα για μία ακόμη μεγαλύτερη. Η ακαταλληλότητα της αίθουσας για τη δίκη πυροδότησε μια αντιπαράθεση που ξεπέρασε το διαδικαστικό μέρος και ανακίνησε για μία ακόμη φορά και με ένταση πρώτης φοράς τη διαμάχη μεταξύ των μερών. Στη γραμμή της σύγκρουσης, η αμφιβολία, η καχυποψία, η δυσπιστία βάθους σκάβουν το χάσμα που έχει στα τρία αυτά χρόνια από την τραγωδία εγκατασταθεί. Δεν υπάρχει πλέον ούτε ψήγμα εμπιστοσύνης να συνδέει τις πλευρές, σε υπόγεια και φανερή σύγκρουση. Τους συγγενείς από τη μία, τον κρατικό μηχανισμό από την άλλη.
Η αντανάκλαση όλης αυτής της συνθήκης στην κοινωνία είναι τραυματική. Δεν είναι σκιά στις σχέσεις. Είναι πληγή στο σώμα. Η πάντα καθυστερημένη προσπάθεια των κυβερνητικών υπευθύνων να αποκαταστήσουν πλευρές της λαβωμένης εμπιστοσύνης πέφτει στο κενό, τόσο που ακόμη και αβλεψίες ή κακοί υπολογισμοί να προσλαμβάνονται ως προσβολή ή σχεδιασμένη ταπείνωση. Ο χειρισμός της τραγωδίας των Τεμπών, από την πρώτη στιγμή ως αυτές τις ώρες προσδοκίας έναρξης της δίκης, είναι από πλευράς κυβέρνησης μια συστηματική υπονόμευση της εμπιστοσύνης, μια πυροδότηση της έντασης, μια αποστροφή του προσώπου της από τον θάνατο και τον ανθρώπινο πόνο. Ως ισχυρό μέρος, η πλευρά της εξουσίας μίλησε και έπραξε ωσάν να μπορεί η εμπιστοσύνη να επιβληθεί. Ωσάν οι άνθρωποι να είναι υποχρεωμένοι, σχεδόν καταδικασμένοι, να δεχθούν την εκδοχή της. Η απόσταση και το χάσμα που αποκαλύπτει αυτή η στάση είναι γνώρισμα μιας συνθήκης που έχει αγγίξει το τέλος της και δεν έχει ελπίδα νέας αρχής. Η σχέση μεταξύ κοινωνικού σώματος και θεσμικών αντιπροσώπων εξελίχθηκε σε προβληματική στον χρόνο και κατέληξε να μοιάζει με λεπτή κλωστή που μόλις αντέχει. Εχω στα σημειώματά μου εδώ από την πρώτη στιγμή επισημάνει ότι υπάρχει ένα «πριν και μετά τα Τέμπη», μια βαθιά ρωγμή, τα Τέμπη είναι πλέον πέρα από τα Τέμπη.
Η ανακεφαλαίωση της ατομικής και συλλογικής εμπειρίας που η τραγωδία εξαίφνης προκαλεί είναι μια τομή που το αποτέλεσμά της δεν είναι αντικείμενο εύκολης διαχείρισης. Η φωτιά σιγοκαίει και η ιδέα ότι παρόμοιες καταστάσεις μπορούν επικοινωνιακά να ελεγχθούν ανήκει στις γνωστές πλάνες. Δεν θα ησυχάσουν τα Τέμπη. Η δίκη είναι ένας δρόμος. Η απόδοση δικαιοσύνης κατευνάζει. Δεν θα σταθεί αρκετό. Καθώς τα Τέμπη είναι πέρα από τα Τέμπη, η ανάγκη που πολιτικά αμορφοποίητη πλανάται πάνω από την κοινωνία για «αλλαγή» και «αλλαγές» θα παραμείνει ισχυρή και με κάθε αφορμή θα πυροδοτεί μια στιγμιαία έκρηξη που θα μιλάει για το ευρύτερο αίτημα.
Δεν θα ησυχάσουν τα Τέμπη. Ο κύκλος αυτής της αναζήτησης, αυτής της αμορφοποίητης ανάγκης, που μια τραγωδία τής έδωσε ορμή και κατέβασε τους ανθρώπους στους δρόμους, θα βρει μια απάντηση στις επόμενες εκλογές, όταν αυτές πραγματοποιηθούν. Εκεί θα ζυγιστούν όλα. Οχι υπό το κράτος των εντυπώσεων, αλλά υπό το φως της εμπειρίας που έχει μεσολαβήσει. Κανείς δεν μπορεί να αποφύγει πλέον αυτό το φως. Ούτε η κυβερνητική παράταξη ούτε οι πολίτες, οι αποδέκτες των χειρισμών της. Οι εκλογές και ιδιαίτερα η πρώτη κάλπη θα αρχίσουν να γράφουν την απάντηση.
Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.



