Οι σύντομες εκστρατείες που έγιναν αιώνιες συρράξεις
Του Μάρκου Καρασαρίνη
Ολοι οι πόλεμοι της μεταψυχροπολεμικής εποχής ξεκίνησαν την καριέρα τους ως επίδοξες σύντομες εκστρατείες. Φιλόδοξα επιχειρησιακά ονόματα όπως «Καταιγίδα της ερήμου», «Διαρκής ελευθερία», «Επική οργή», είτε περιλάμβαναν αποκλειστικά εναέρια πλήγματα είτε τη συμμετοχή στρατού ξηράς, ήταν τίτλοι για επιθετικές δράσεις οι οποίες θα επιτύγχαναν θεωρητικά τους στόχους τους σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ως και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποκλήθηκε επίσημα από τη ρωσική κυβέρνηση «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» – δημιουργικά ασαφές, αλλά με έκδηλη την παραπομπή στο στοιχείο του περιορισμένου. Στην πράξη μόνο ο πρώτος Πόλεμος του Κόλπου υπήρξε μια τέτοια σύρραξη, ίσως ακριβώς γιατί είχε έναν εξαρχής καθορισμένο στόχο – την απελευθέρωση του Κουβέιτ από τις ιρακινές δυνάμεις του Σαντάμ Χουσεΐν.
Οι υπόλοιπες περιπέτειες, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Ουκρανίας, του Ιράν, χρόνιζαν ή χρονίζουν ακόμη χωρίς εμφανές σημείο εξόδου στον ορίζοντα. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις η στρατιωτική επικράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών στο πεδίο της μάχης συνοδεύθηκε από χρόνια ανταρτοπολέμου. Στην τρίτη η σύρραξη έχει βαλτώσει εδώ και τρία χρόνια, στην τέταρτη συντηρούνταν επί μήνες το καθεστώς μιας επισφαλούς ανακωχής σε ένα θολό τοπίο διαπραγματεύσεων το οποίο ήδη διαδέχθηκαν εκατέρωθεν επιθέσεις.
Πώς να ερμηνεύσει κανείς αυτούς τους «forever wars», με τους όρους της συγχρονίας ή της διαχρονίας; Με άλλα λόγια, υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στο διεθνές σύστημα του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα, στην ισορροπία ισχύος, στην ιστορική συγκυρία, που αποτρέπει την επίλυση και ευνοεί τη διαιώνισή τους; Αποτελεί η ως τώρα έκβαση των πολέμων αυτών έκφραση της σχετικής παρακμής των σημερινών μεγάλων δυνάμεων, όπως υποστηρίζει ο Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν στο βιβλίο Ερημη χώρα (εκδ. Διόπτρα), ή επιστροφή σε μια επικίνδυνα ασταθή τάξη ανάλογη εκείνης του τέλους του 19ου αιώνα, όπως μοιάζει να υπαινίσσεται ο Οντ Αρνε Γουέσταντ στην Επερχόμενη καταιγίδα (εκδ. Αλεξάνδρεια);
Ή, μήπως, αντίθετα, βρισκόμαστε απλώς ενώπιον συνεπειών των σύγχρονων παραλλαγών του παιχνιδιού ανταγωνισμού μεταξύ κρατικών οντοτήτων, συνεπειών περίπλοκων οπωσδήποτε, αλλά που αποκρυπτογραφούνται με τη ματιά της στρατηγικής, την οπτική της διπλωματίας και τα εργαλεία της ιστορίας που πάντοτε είχαμε στη διάθεσή μας; Από την απάντηση εξαρτάται το πώς θα προσεγγίσουμε τα αίτια της διεθνούς απορρύθμισης της εποχής μας – και πώς θα επιχειρήσουμε να τη θεραπεύσουμε.
Κακές σταθμίσεις, μακροχρόνιες συρράξεις
Του Σωτήρη Ριζά

Η παράταση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου και η διαφαινόμενη δυσχέρεια της Αμερικής να επιβάλει τους όρους της στο Ιράν έθεσαν ένα ερώτημα που εμφανίστηκε συχνά στον 20ό και στον 21ο αιώνα. Γιατί ορισμένοι πόλεμοι διαρκούν για μεγάλο διάστημα;
Η Γαλλία πολέμησε οκτώ χρόνια στην Ινδοκίνα (1946-1954) και άλλα οκτώ στην Αλγερία (1954-1962). Από άποψης συσχετισμού δυνάμεων, όπως προέκυπτε από πόρους, εξοπλισμούς και οικονομική υποδομή, και οι δύο συγκρούσεις έπρεπε να έχουν λήξει υπέρ της πολύ νωρίς. Εληξαν όχι μόνο με ήττα της, αλλά σήμαναν το τέλος της αποικιοκρατίας, εξέλιξη που σηματοδοτούσε μια ιστορική στροφή για τον πλανήτη. Η φθορά που προήλθε από τη μακροχρόνια εμπλοκή ήταν αποτέλεσμα κακής στάθμισης.
Η οικονομική και γενικότερη υλική υπεροχή της Γαλλίας είχε υπερτιμηθεί, το ιδεολογικό βάρος του προτάγματος της αυτοδιάθεσης και της ανεξαρτησίας την επαύριον του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε υποτιμηθεί, όπως υποτιμήθηκε και το ότι ο πόλεμος κατά της αποικιοκρατίας είχε αποκτήσει μαζικό έρεισμα, οι αποικιοκρατούμενες κοινωνίες δεν έδειχναν πλέον ανοχή στις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Υποτιμήθηκε επίσης η ικανότητα της ηγεσίας των Βιετ-Μινχ στο Βιετνάμ και του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης στην Αλγερία να αναλάβουν και να συντηρήσουν μια ασύμμετρη αναμέτρηση έναντι των εξελιγμένων γαλλικών ενόπλων δυνάμεων.
Οι επαναστατικές ελίτ διεξήγαγαν με επιτυχία πόλεμο στη ζούγκλα της Ινδοκίνας ή ανταρτοπόλεμο στην Αλγερία, αξιοποιώντας το έδαφος και, ασφαλώς, και την ξένη βοήθεια που προερχόταν από τη Σοβιετική Ενωση και την Κίνα στην Ινδοκίνα, από την Αίγυπτο του Νάσερ και τη Σοβιετική Ενωση στην Αλγερία.
Η αντοχή στα πλήγματα του πιο προηγμένου τεχνολογικά και οικονομικά αντιπάλου και η χρήση από τον ασθενέστερο ασύμμετρων μορφών πολέμου που προκαλούν παράταση της σύγκρουσης, φθορά και δυσανάλογο οικονομικό, ψυχολογικό και πολιτικό κόστος είναι τα κλειδιά για την κατανόηση της επικράτησης αυτών των αντιαποικιακών κινημάτων σε μια μακροχρόνια αναμέτρηση.
Σε ανάλογο πλαίσιο υπάγεται και η μακροχρόνια πολεμική εμπλοκή της Αμερικής στο Βιετνάμ (1965-1973), η οποία έληξε με την αποχώρηση των Αμερικανών και την πλήρη επικράτηση των Βιετκόνγκ.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στην ανάληψη, εξέλιξη και έκβαση αυτού του πολέμου ήταν ότι η στρατηγική του δεν διαμορφώθηκε από ευρωπαίους αποικιοκράτες που ήταν εγκιβωτισμένοι σε μια εποχή που είχε παρέλθει, αλλά από τη θεωρούμενη ως μοντέρνα τεχνοκρατική ελίτ της Αμερικής, την οποία προσωποποιούσε ο υπουργός Αμυνας Ρόμπερτ Μακ Ναμάρα. Η «τεχνοκρατική» προσέγγιση του πολέμου υπερεκτίμησε τη συντριπτική δύναμη πυρός της Αμερικής και υποεκτίμησε τη σκληρή δοκιμασία που συνιστούσε για έναν στρατό κληρωτών ο πόλεμος στη ζούγκλα.
Η κληρονομιά του πολέμου ήταν πολιτική: ο πρόεδρος Τζόνσον αποσύρθηκε από την εκλογική μάχη, η οποία εξελίχθηκε σε συνθήκες έντασης, με τις δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι να καθιστούν έκδηλη την εσωτερική κρίση της Αμερικής. Την κρίση αξιοποίησε εν τούτοις ένας συντηρητικός, ο Ρίτσαρντ Νίξον, με σύνθημα «νόμος και τάξη». Και στο καθαυτό στρατιωτικό πεδίο όμως υπήρξαν καθοριστικές κοινωνικές, στρατηγικές και τεχνολογικές μεταβολές.
Η θητεία καταργήθηκε, ο στρατός έγινε επαγγελματικός, καταφύγιο των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων. Η άρρητη παραδοχή ήταν ότι αυτό θα μείωνε τη γενικευμένη κοινωνική αντίδραση στους πολέμους. Από στρατιωτικής άποψης δόθηκε βαθμιαία μεγαλύτερη σημασία στις ειδικές δυνάμεις, καθώς υπήρχε απροθυμία για μείζονες χερσαίες επιχειρήσεις. Η έμφαση μεταφέρθηκε στην αεροπορία, η οποία εξασφάλιζε συντριπτική υπεροχή πυρός, στο ναυτικό, ως μέσο προβολής ισχύος, και στην ανάπτυξη τεχνολογικά καινοτόμων συστημάτων επικοινωνίας, διοίκησης και στόχευσης.
Οι επιλογές αυτές της αμερικανικής στρατηγικής φάνηκαν να δικαιώνονται όταν ο κύριος αντίπαλος της Αμερικής στον Ψυχρό Πόλεμο, η Σοβιετική Ενωση, ενεπλάκη σε έναν δεκαετή ασύμμετρο πόλεμο φθοράς στο Αφγανιστάν (1979-1989). Δικαιώθηκαν επίσης στην αυγή της μεταψυχροπολεμικής εποχής, στον πρώτο πόλεμο του Ιράκ (1991), ο οποίος κερδήθηκε κυρίως λόγω της αεροπορικής υπεροχής και λιγότερο λόγω της συγκέντρωσης μιας τεράστιας στρατιάς.
Είναι αξιοσημείωτο ότι όταν παραμερίστηκαν οι παραδοχές που επικράτησαν μετά το Βιετνάμ, η Αμερική ενεπλάκη σε δύο μακροχρόνιους πολέμους, στο Αφγανιστάν (2001-2021) και στο Ιράκ (2003-2011). Οι πόλεμοι αυτοί ήταν επιτυχείς στην αρχική φάση τους, αλλά εν τέλει η αμερικανική πολιτική προσέκρουσε στην αδυναμία της να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση στο εσωτερικό των κοινωνιών.
Η ιδεολογική κινητοποίηση του φονταμενταλιστικού Ισλάμ ήταν τέτοιας έντασης που κατέστησε απαγορευτικό το οικονομικό, ψυχολογικό και πολιτικό κόστος της αμερικανικής παρουσίας, ενώ η αμερικανική υπεροχή διεθνώς, συντρεχούσης της παγκόσμιας ανακατανομής ισχύος, υπονομεύθηκε μάλλον ανεπιστρεπτί. Οι τελευταίοι πόλεμοι, Ρωσίας – Ουκρανίας και Αμερικής – Ιράν, πρόσθεσαν το στοιχείο της διασποράς της νέας τεχνολογίας, που φέρνει μια πραγματική επανάσταση καθώς λειτουργεί υπέρ των ασθενέστερων δυνάμεων.
Ο κύριος Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.
Τα κενά του διεθνούς θεσμικού συστήματος
Του Πέτρου Λιάκουρα

Δεν υπάρχει στερεότυπη απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν τελειώνουν οι πόλεμοι, υπό τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου. Oμως, ότι ο πόλεμος και εν γένει η χρήση βίας συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου είναι μια επαναλαμβανόμενη φράση κάθε φορά που συμβαίνει. Δεν υπάρχει μέθοδος τερματισμού του πολέμου, πρωτίστως διότι ο αποκεντρωμένος μηχανισμός του διεθνούς συστήματος και της έννομης τάξης του δεν τον αντιμετωπίζει χωρίς την επενέργεια ενός ελλείποντος κεντρικού εκτελεστικού οργάνου.
Οπως και να εκληφθεί, το διεθνές θεσμικό σύστημα έχει οργανωθεί με οριζόντια τη λογική της κυρίαρχης ισότητας και όχι της κάθετης επιβολής, όπως συμβαίνει στην εσωτερική έννομη τάξη, κάθε δημοκρατίας (republic).
Με τη σειρά, λοιπόν, εξετάζουμε τι όπλα υπάρχουν ώστε να πετύχουν τα κράτη που δέχονται ένοπλη επίθεση τον τερματισμό της. Η νόμιμη άμυνα κατέχει τα σκήπτρα, μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο, να αποκαταστήσει την πληγείσα κυριαρχία και να αποτρέψει παράνομη κατοχή. Βεβαίως, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απεριόριστο, υπόκειται σε όρους. Πρέπει να έχει προηγηθεί η ένοπλη επίθεση, μεγάλης κλίμακας, όχι μεμονωμένο επεισόδιο, ούτε παρενόχληση εδαφικής κυριαρχίας ή του εναέριου χώρου της.
Η απειλή που δεν έχει ωριμάσει σε επίθεση δεν εγείρει δικαίωμα άμυνας, ούτε προληπτικής, εκτός εάν η επίθεση είναι πραγματικά άμεση και επικείμενη. Αυτά είναι τα όρια σε ατομικό επίπεδο, δηλαδή να αντιδράσει έγκαιρα το κράτος-θύμα και να αποκρούσει την ένοπλη επίθεση που δέχεται. Ως επιτυχημένο παράδειγμα νόμιμης άμυνας καταγράφηκε η ανάκτηση των Φόκλαντς από το Ηνωμένο Βασίλειο το 1982, διαλύοντας κάθε προοπτική, όχι μόνο πολέμου, αλλά και περαιτέρω διεκδίκησής τους από την Αργεντινή.
Εάν η ατομική νόμιμη άμυνα δεν είναι εφικτή, τότε δικαιολογείται η συλλογική εκδοχή της, με τη συνδρομή φίλιων ή συμμαχικών κρατών επί τη βάσει επίσημου αιτήματος του κράτους-θύματος της επίθεσης. Παράδειγμα η ανάκτηση του Κουβέιτ όταν καταλήφθηκε από το Ιράκ. Με το επίσημο αίτημα του εμίρη η Συμμαχία των Προθύμων (υπό το ΝΑΤΟ) συνέδραμε αμυντικά το 1991, τερματίζοντας τον πόλεμο και την προσάρτηση.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας (ΣΑ) του ΟΗΕ είναι το κατεξοχήν εκτελεστικό όργανο επιφορτισμένο να λαμβάνει μέτρα προς αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας όταν απειλούνται. Θα μπορούσε το ΣΑ/ΟΗΕ να τερματίσει έναν πόλεμο; Αυτό είναι το μείζον ερώτημα. Θεωρητικά, ναι, αλλά στην πράξη έχει τους σκοπέλους του.
Πρώτον, διαθέτει ευχέρεια, όχι υποχρέωση να επιληφθεί. Δεύτερον, εκτός από το να επιληφθεί, πρέπει να δηλώσει εάν οι αποφάσεις του δεσμεύουν όλα τα κράτη να τις υλοποιήσουν. Τρίτον, πρέπει να διαπιστώσει εάν πρόκειται για κατάσταση που διασαλεύει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Τέταρτον, εάν έχει πρόθεση να εξαντλήσει τον κύκλο της λήψης μέτρων μέχρι την αποκατάσταση της ειρήνης και ασφάλειας. Πέμπτο, και πολύ βασικό, να μην εμποδιστεί η λήψη απόφασης από ένα από τα μόνιμα μέλη που διαθέτουν δικαίωμα αρνησικυρίας. Ενα δικαίωμα που συχνά ασκείται καταχρηστικά για να ικανοποιηθούν ίδια πολιτικά συμφέροντα ή συμμαχίες, ή για να εξυπηρετηθούν γεωπολιτικές ισορροπίες.
Πολλές φορές το δικαίωμα αρνησικυρίας έχει λειτουργήσει ως ασυλία ή ατιμωρησία για τον παραβάτη, ειδικά μάλιστα εάν παραβάτης είναι μόνιμο μέλος του ΣΑ/ΟΗΕ. Το ΣΑ/ΟΗΕ για πρώτη φορά το 1991 έφτασε έως την απόφαση να εξουσιοδοτήσει επιχείρηση ανάκτησης του κατεχόμενου Κουβέιτ. Αλλά ο τότε συντηρητικός αμερικανός πρόεδρος Μπους (πρεσβύτερος) προέκρινε τη συλλογική νόμιμη άμυνα αντί της διεθνούς επέμβασης υπό το ΣΑ/ΟΗΕ, για να μην αποτελέσει προηγούμενο.
Το ΣΑ/ΟΗΕ είναι πολιτικό όργανο. Στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου είχε περιπέσει σε παραλυσία. Στη δεκαετία του 1990 απέκτησε δυναμική διότι ξεκλείδωσε και κατέστη παρεμβατικό, λαμβάνοντας με δημιουργική πρακτική στοχευμένα μέτρα. Κατέστη το κέντρο λήψης αποφάσεων για ανθρωπιστικές επεμβάσεις, επιχειρώντας ακόμη και σε εμφύλιες συρράξεις. Με το ψήφισμα 1244/1999 τερματίστηκαν οι επιχειρήσεις στη Σερβία, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της διάλυσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ανοίχτηκε έτσι η προοπτική σύστασης κράτους του Κοσόβου, έχοντας διακόψει τη σερβική εξουσία επ’ αυτού.
Ομοίως στοχεύοντας στον τερματισμό πολέμων σύστησε και τα ad hoc διεθνή ποινικά δικαστήρια, θεσμοθετώντας την ατομική ποινική ευθύνη για τα εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας και της γενοκτονίας. Οι απειλές και η έλλειψη ασφάλειας είναι ζητήματα που παραπέμπουν σε ψυχολογία πολέμου. Οσο το αίσθημα ανασφάλειας υποβόσκει, τόσο απαιτεί προ-δραστικές λύσεις.
Ομως, μπορεί να δικαιολογηθεί η πολύ έγκαιρη εξουδετέρωση τέτοιου κινδύνου, κατά τα άλλα υποθετικού, δεδομένων των όρων αναγκαιότητας και αναλογικότητας που περιορίζουν τέτοια δυνατότητα; Πρόκειται για τις ασύμμετρες απειλές που συνδέονται με δίκτυα τρομοκρατών ή παρακρατικών ομάδων. Ο πόλεμος εναντίον τους είναι εκ της φύσεώς τους μόνο προληπτικός (preemptive), αλλά αμφισβητούμενος.
Ο κύριος Πέτρος Λιάκουρας είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
Οταν είναι πιο βαρύ το κόστος της ειρήνης
Του Αθανάσιου Πλατιά
Το ζήτημα του τερματισμού των πολέμων αποτελεί ένα από τα πλέον παραμελημένα θέματα της στρατηγικής θεωρίας. Η αδυναμία τερματισμού ενός πολέμου συνιστά σοβαρό στρατηγικό ελάττωμα. Το να κερδίζει κανείς μάχες χωρίς να μπορεί να μετατρέψει στρατιωτικά κέρδη σε πολιτικά αποτελέσματα ισοδυναμεί με σπατάλη αίματος, χρόνου και πόρων.
Οι πόλεμοι αρχίζουν εύκολα γιατί κάθε πλευρά αισιοδοξεί ότι ο αντίπαλος θα υποκύψει γρήγορα. Κατά κανόνα τα κράτη υπερεκτιμούν τη δική τους ισχύ και υποτιμούν την αντίπαλη ικανότητα – μια ψευδαίσθηση που ο ίδιος ο πόλεμος αργά ή γρήγορα διαλύει. Η ιστορία προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Ο Βίσμαρκ γνώριζε πότε ακριβώς να σταματήσει τους πολέμους που ξεκινούσε. Μετά από κάθε νίκη τερμάτιζε τον πόλεμο μόλις επιτύγχανε τους πολιτικούς του στόχους, αποφεύγοντας έτσι να δημιουργήσει νέους συνασπισμούς εναντίον της Πρωσίας. Ο Χίτλερ ακολούθησε την αντίθετη πορεία. Ανοιγε διαρκώς νέα μέτωπα εναντίον ολοένα ισχυρότερων αντιπάλων, αδυνατώντας να αντιληφθεί τα όρια της γερμανικής ισχύος. Η διαφορά ανάμεσά τους ήταν τελικά η διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας, νίκης και ήττας.
Παρόμοια προβλήματα αδυναμίας τερματισμού πολέμων αντιμετώπισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική τους υπεροχή, βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε μακροχρόνιες συγκρούσεις χωρίς σαφή θεωρία νίκης και στρατηγική εξόδου. Το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη ικανής στρατιωτικής ισχύος αλλά η αδυναμία μετατροπής της σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Γιατί όμως οι πόλεμοι παρατείνονται; Μια εύλογη απάντηση είναι ότι αρχίζουν όταν δύο κράτη διαφωνούν ως προς την ισορροπία ισχύος μεταξύ τους και τελειώνουν όταν συμφωνήσουν ποια είναι πραγματικά αυτή. Ο πόλεμος λειτουργεί έτσι ως ένας βίαιος μηχανισμός αποκάλυψης ισχύος. Μέσα από τη σύγκρουση αποκαλύπτονται οι πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες, η οικονομική αντοχή, η κοινωνική συνοχή και η πολιτική βούληση των αντιπάλων. Η διαδικασία αυτή σπάνια είναι γρήγορη.
Οι πόλεμοι δεν τελειώνουν ακόμη και όταν έχουν εξαντληθεί οι αντίπαλοι – τελειώνουν όταν πεισθούν ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών δεν πρόκειται να βελτιώσει αλλά να χειροτερέψει τη θέση τους. Επιπλέον, ο τερματισμός δυσχεραίνεται από ένα δεύτερο εμπόδιο: την έλλειψη εμπιστοσύνης ότι η άλλη πλευρά θα τηρήσει την όποια συμφωνία.
Οι πόλεμοι δεν διαρκούν επειδή οι αντίπαλοι αγνοούν το κόστος τους. Διαρκούν επειδή πιστεύουν ότι το κόστος της ειρήνης μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ενα κράτος μπορεί να αποδέχεται τεράστιες ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες εφόσον θεωρεί ότι ένας συμβιβασμός σήμερα θα το οδηγήσει σε δυσμενέστερη στρατηγική θέση αύριο. Αυτό ακριβώς παρατηρούμε στην Ουκρανία.
Η Ρωσία θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και ότι η φθορά θα μειώσει σταδιακά την ουκρανική αντοχή και τη δυτική υποστήριξη. Η Ουκρανία αντίθετα εκτιμά ότι το οικονομικό κόστος του πολέμου σε συνδυασμό με τις δυτικές κυρώσεις και οι στρατιωτικές απώλειες θα οδηγήσουν τελικά σε κάμψη της Μόσχας. Καμία από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί ότι βρίσκεται πλησιέστερα στην εξάντληση από ό,τι βρίσκεται ο αντίπαλός της.
Για κάθε ηγεσία, μάλιστα, μια συμφωνία που υπολείπεται των διακηρυγμένων στόχων μπορεί να υπονομεύσει την πολιτική της επιβίωση. Και οι δύο πλευρές, τέλος, αδυνατούν να εμπιστευθούν οποιαδήποτε εγγύηση τήρησης συμφωνίας – και αυτό από μόνο του αρκεί για να συντηρεί τον πόλεμο.
Παρόμοια δυναμική παρατηρείται στον πόλεμο του Κόλπου. Η αμερικανοϊσραηλινή πλευρά εκτιμά ότι ο συνδυασμός στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης θα εξαναγκάσει τελικά την Τεχεράνη σε σημαντικές παραχωρήσεις – πρωτίστως την εγκατάλειψη του εκκολαπτόμενου πυρηνικού της προγράμματος. Το Ιράν, αντιθέτως, πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του και ότι η διατάραξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ απειλεί να εκτροχιάσει την παγκόσμια οικονομία, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από την Ουάσιγκτον.
Κάθε πλευρά θεωρεί ότι η άλλη βρίσκεται πιο κοντά στο σημείο καμπής. Παράλληλα, και οι δύο αντιμετωπίζουν τον ενδεχόμενο συμβιβασμό ως μεγαλύτερο κίνδυνο από τη συνέχιση του πολέμου – κι εδώ επίσης η αξιόπιστη δέσμευση παραμένει ζητούμενο, αφού καμία πλευρά δεν εμπιστεύεται την άλλη, ούτε υπάρχει τρίτος αξιόπιστος εγγυητής.
Το βασικό δίδαγμα είναι απλό. Οι πόλεμοι δεν παρατείνονται επειδή οι ηγέτες αγνοούν το κόστος τους. Παρατείνονται επειδή διαφωνούν για το ποιος θα αντέξει περισσότερο, επειδή φοβούνται ότι το κόστος της ειρήνης θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος του πολέμου και επειδή δεν μπορούν να εμπιστευθούν ο ένας τον άλλον να τηρήσει τις συμφωνίες τερματισμού. Τερματίζονται μόνο όταν οι πιο πάνω προσδοκίες καταρρεύσουν και όταν οι αντίπαλοι καταλήξουν σε μια κοινή αντίληψη για την πραγματική κατανομή ισχύος.
Ο κύριος Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.




