Η έξοδος της Ελλάδας από τη διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση την προηγούμενη εβδομάδα ως ένας θριαμβευτικός σταθμός οικονομικής σταθερότητας. Μια όμως προσεκτικότερη ανάγνωση στο κείμενο συμπερασμάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποκαλύπτει μια σχεδόν επιλεκτική προσέγγιση προς αυτό το συμπέρασμα. Η θετική αυτή εξέλιξη σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναφορές εστιάζει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στη δημοσιονομική πρόοδο και στη μεγάλη σημασία που έχει η απομείωση του κινδύνου για το δημόσιο χρέος, αποσιωπώντας ταυτοχρόνως τις βαθιές, δομικές παθογένειες που συνεχίζουν να ταλανίζουν την ελληνική οικονομία και να υποβαθμίζουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια στιγμή που το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο βγάζει την Ελλάδα από τη σχετική λίστα, τα επίσημα στοιχεία της Eurostat προσγειώνουν απότομα την κοινωνία στην πραγματικότητα, κατατάσσοντας τη χώρα στην πρώτη τριάδα της ακρίβειας στην Ευρωζώνη, με πληθωρισμό στο 5% (σχηματικά περίπου 50% υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο) και με τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στα τρόφιμα (περίπου 7,9%) και την τρίτη στην ενέργεια (20%). Παράλληλα ο πληθωρισμός παραμένει επιμόνως υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα. Αυτή η εμμονή της ακρίβειας δεν μπορεί απλώς να αποδοθεί σε εισαγόμενους παράγοντες.
Συνδέεται και με τις ολιγοπωλιακές συνθήκες σε κρίσιμους κλάδους και τη δυσανάλογη διεύρυνση των επιχειρηματικών κερδών σε σχέση με την εξέλιξη των μισθών. Ταυτόχρονα, παρά την αύξηση των εταιρικών κερδών και τη διαφαινόμενη ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων, η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη μεταβεί σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, στηριγμένο στην αύξηση της παραγωγικότητας, της εξωστρέφειας και της εγχώριας προστιθέμενης αξίας. Χωρίς αυτή τη μετάβαση, οι επενδύσεις δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε ουσιαστική αύξηση των μισθών παρουσία των ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων που δέχεται η οικονομία μας.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξάλλου, στην έκθεσή της δεν παραγνωρίζει τους μακροπρόθεσμους κινδύνους, αναδεικνύοντας ως μείζονες προκλήσεις για την επόμενη δεκαετία το επίμονα υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών (κοντά στο 6% του ΑΕΠ), τις καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, το εκρηκτικό δημογραφικό πρόβλημα και, βεβαίως, την καθηλωμένη παραγωγικότητα της χώρας, η οποία παραμένει σχεδόν στη μέση του ευρωπαϊκού όρου.
Αυτή η παγίωση της παραγωγικότητας σε χαμηλά επίπεδα αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα. Συνδέεται όχι μόνο με την περιορισμένη και μονοθεματική παραγωγική βάση της οικονομίας, επηρεάζει και τη μακροπρόθεσμη δυναμική του δημοσίου χρέους. Διότι η μόνιμη απομείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον μόνο σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Απαιτείται διατηρήσιμη ανάπτυξη, που θα στηρίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας και θα μετουσιώνεται σε πραγματική σύγκλιση των εισοδημάτων με την Ευρώπη.
Εν κατακλείδι, η επικοινωνιακή διαχείριση της εξόδου από τη διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών επιχειρεί να παρουσιάσει τη δημοσιονομική βελτίωση ως συνολική οικονομική κανονικότητα. Ομως μπροστά στις μελλοντικές προκλήσεις της οικονομίας, η σταθερότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη μεταρρυθμιστική άπνοια. Ο πραγματικός λογαριασμός των χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων, της χαμηλής παραγωγικότητας και της ακρίβειας παραμένει ανοιχτός – και κινδυνεύει, για άλλη μια φορά, να μεταφερθεί στις επόμενες γενιές.
Ο δρ Γιώργος Παλαιοδήμος είναι Γραμματέας του Τομέα Οικονομικών του ΠαΣοΚ.
Ο κ. Ηλίας Πεντάζος είναι τέως Γ.Γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής του ΥπΟικ.



