Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Εχετε ποτέ σκεφτεί τον ίσκιο σας; Μάλλον όχι, είναι δεδομένος, πάντοτε εκεί, κι ακολουθεί, δίπλα σας. Αν όμως, ξαφνικά, μέσα σε μια ανατρεπτική στιγμή, αντιλαμβανόσασταν ότι εξαφανίστηκε ο ίσκιος σας; Τι θα πυροδοτούσε αυτό; Και τι θα κάνατε; Εφόσον ο ίσκιος σας δεν υπάρχει πια (ας δεχτούμε το συγκεκριμένο ενδεχόμενο, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να το φανταστούμε), εσείς υπάρχετε όντως στην πραγματικότητα; Κι αν δεν υπάρχετε σε τούτη την πραγματικότητα, τότε, πού υπάρχετε, μήπως αλλού, εν πάση περιπτώσει;

Εντάξει, είναι σαφές ότι η συνθήκη που μόλις περιγράψαμε δεν ασκεί την ίδια επίδραση σε όλους: από κάποιους, ίσως τους περισσότερους, θα θεωρηθεί φοβερή ή σαγηνευτική, σχεδόν μαγική, ενώ οι υπόλοιποι θα την προσεγγίσουν ορθολογικά, μπορεί καχύποπτα, μπορεί και υπεροπτικά. Πέραν της γενικής ατμόσφαιρας, αν συνεκτιμήσουμε επίσης την αισθητική, τον τρόπο γραφής, η λογοτεχνία του Χαρούκι Μουρακάμι ξεσήκωνε ανέκαθεν συγκρούσεις, ιδίως από την περίοδο κατά την οποία ο ιάπωνας συγγραφέας άρχισε να κατακτά το παγκόσμιο κοινό. Διότι, κακά τα ψέματα, έχει πιστούς οπαδούς (που κάθε χρόνο απαιτούν το Νομπέλ Λογοτεχνίας για τον «αιώνιο υποψήφιο», το είδωλό τους) και σταθερούς αρνητές (που καγχάζουν ακόμα και στην ιδέα ενός τέτοιου βραβείου, το οποίο έχουν λάβει κατά το παρελθόν o Γιασουνάρι Καουαμπάτα και ο Κενζαμπούρο Οε).

Η λογοτεχνία της αμφισημίας

Πλην όμως το κρίσιμο ζήτημα για το «φαινόμενο Μουρακάμι» παραμένει και είναι διπλό: τι αρέσει σε όσους εξακολουθούν να τον διαβάζουν και τι δεν αρέσει σε όσους συνεχίζουν να τον απορρίπτουν ή τον έχουν ήδη εγκαταλείψει αναγνωστικά; Αν επιχειρήσουμε, με απροκατάληπτη απορία, να σταθούμε στη μέση, σε μια ενδιάμεση ζώνη, που δεν είναι ούτε λατρευτική ούτε εντελώς υποτιμητική για τον συγγραφέα, αδυνατούμε να παραβλέψουμε το εξής: ο 77χρονος πλέον Μουρακάμι, για το βιβλίο, ενσαρκώνει μία από τις πιο ανθεκτικές σπαζοκεφαλιές σε διεθνές επίπεδο εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ανάμεσα στην «ευέλικτη» και στην «απαιτητική» μυθοπλασία ή, για να το θέσουμε αγοραία, μεταξύ «popular fiction» και «literary fiction». Πού ανήκει ο Μουρακάμι, σε ποια κατηγορία; Σε καμία, ακριβώς, από τις δύο. Αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ανήκει στον δικό του, αμφίσημο, άνισο, πλην ενδιαφέροντα μετεωρισμό. Μια σελίδα του μπορεί να είναι ατόφια συναρπαστική, να προκαλεί συναισθηματική ένταση, να αγγίζει ένα στοχαστικό βάθος. Μια άλλη σελίδα πάλι μπορεί να είναι η επιτομή της ευκολίας, της ανακύκλωσης, ένα χαλαρό τζόκινγκ στην επιφάνεια, στην κοινοτοπία.

Αντιμεταθέσεις εαυτών

Στο πλέον πρόσφατο βιβλίο του στα ελληνικά, το μυθιστόρημα «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της» (πρωτοκυκλοφόρησε στα ιαπωνικά το 2023), το δέκατο πέμπτο συνολικά, ο συγγραφέας προσφέρει μια τυπικότατη μουρακαμική αφήγηση. Εφηβο αγόρι ερωτεύεται σφόδρα έφηβο κορίτσι (ένα χρόνο μικρότερο). Ρομαντισμός, γλυκύτητα, τρυφερότητα. Ωστόσο, το παράξενο αυτό κορίτσι ολοένα συννεφιάζει, κάτι την απασχολεί, κάτι κρύβει. Δεν αργεί να το αποκαλύψει: ο αληθινός εαυτός της δε βρίσκεται εκεί μαζί του, στο παγκάκι, την ώρα του ηλιοβασιλέματος, εκεί μαζί του δεν κάθεται παρά μόνο η σκιά της. Η ίδια, η αυθεντική δηλαδή, ζει μακριά, πολύ μακριά, σε μια «περιτειχισμένη πόλη», μια μυστηριώδη πόλη γεμάτη «επινοημένες ιστορίες» και «αντιφάσεις», στην οποία οι άνθρωποι έχουν χάσει τις σκιές τους (για την ακρίβεια οι σκιές τους είναι «ξεριζωμένες», αλλά δεν προβληματίζονται ιδιαιτέρως για αυτό).

Χαρούκι Μουρακάμι
« Η πόλη και τα αβέβαια τύχη της»
Μετάφραση Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2026,
σελ 544, τιμή 22,20 ευρώ

Το αγόρι είναι περίεργο, ζητά από το κορίτσι περισσότερες πληροφορίες, και ζητά να μάθει επειδή, κυρίως, η καρδιά του έχει σκιρτήσει για εκείνη, επειδή την αγαπάει. Το κορίτσι φαίνεται ότι εκεί, στο άλλο εκεί, εργάζεται σε μια βιβλιοθήκη (όπου τα «παλιά όνειρα» έχουν ωοειδές σχήμα και είναι τοποθετημένα, σκονισμένα, σε ράφια). Κατά τα λοιπά, η πόλη αναπτύσσεται σταδιακά στο μυαλό του αγοριού σαν ένα απροσδιόριστο πλέγμα που, επιπροσθέτως, δε σταματά να μετασχηματίζεται. Και καταλαβαίνει το αγόρι, από όσα έχει ακούσει, ότι όποιος έφτανε στην πόλη, περνώντας το ψηλό κι αρράγιστο τείχος της, δύσκολα θα κατάφερνε να επιστρέψει πίσω, εκεί όπου οι άνθρωποι διατηρούν, κανονικά, τις σκιές τους (μονάχα τα «θηρία» μπαινόβγαιναν από μια προβλεπόμενη πύλη, πρωί και βράδυ, επιτηρούμενα από τον σωματώδη Φύλακα με το ξυρισμένο κεφάλι, τα μοναδικά ζώα της πόλης, οι μονόκεροι).

Η δύναμη της απώλειας

Λοιπόν, όταν η σκιά του κοριτσιού απομακρύνεται, φεύγει ανεξήγητα, αφήνοντας πίσω ένα τελευταίο μακροσκελές γράμμα, το αγόρι, ο αφηγητής του βιβλίου, αποφασίζει να πάει να τη βρει στην αβέβαιη πόλη (όπου, μάλιστα, ο ίδιος θα γίνει «Αναγνώστης Ονείρων» στη βιβλιοθήκη, συνεργαζόμενος μαζί της, κάθε μέρα, όμως προσέξτε, με τον αληθινό εαυτό εκείνης που, αναπόφευκτα, το αγόρι δεν το αναγνωρίζει).

Τώρα, τι σχέση έχει το αγόρι αυτό με τον μεσήλικο άντρα που αναδύεται, αργότερα, στην αφήγηση; Αυτόν τον απογοητευμένο, καταρρακωμένο τύπο, τον ταλανιζόμενο από το κενό και τη σιωπή, ο οποίος εγκαταλείπει τη δουλειά του στο Τόκιο και (προκειμένου να ηρεμήσει, να ησυχάσει) μεταβαίνει με το τρένο στην ορεινή ενδοχώρα, στα χιονισμένα βουνά, στην περιφέρεια της Φουκουσίμα, όπου αναλαμβάνει (όχι και τόσο τυχαία) τη διεύθυνση μιας ταπεινής βιβλιοθήκης σε μια αδιάφορη γωνιά της επαρχίας; Η σχέση είναι προφανέστατη, όσο κι αν τα γνώριμα μοτίβα του Μουρακάμι (οι παρεκβάσεις, ο σουρεαλισμός, τα παράλληλα σύμπαντα, οι εναλλαγές των χωροχρονικών επιπέδων) δεν την καθιστά απροκάλυπτα γραμμική μέσα στην πλοκή: ο σαρανταπεντάρης είναι η μετεξέλιξη του εφήβου που δεν ξεπέρασε ποτέ τη θλίψη του, που η καρδιά του δε γιατρεύτηκε ποτέ από την ερωτική απώλεια.

Και είναι συνήθως η απώλεια, εν γένει, στα βιβλία του Μουρακάμι, η οποία υπονομεύει και παραμορφώνει το πραγματικό, η απώλεια είναι που εκρήγνυται μέσα από τα πληθωρικά στοιχεία της φαντασίας του. Ο αφηγητής εδώ, για παράδειγμα, συνομιλεί τις νύχτες στη βιβλιοθήκη, σε ένα ημιυπόγειο, τετράγωνο δωμάτιο, δίπλα σε μια ξυλόσομπα που ευωδιάζει, με τον κύριο Κογιάσου. Ο ευγενέστατος (και πονεμένος) κύριος   Κογιάσου φοράει μπερέ και φούστες, είναι μια περιφερόμενη συνείδηση χωρίς υλική υπόσταση, κοντολογίς, ένα φάντασμα.