Μακριά από τη στενή κομματική στράτευση, ο διανοούμενος που αναδύεται στη Μεταπολίτευση διακρίνεται από ανεξαρτησία γνώμης, ελευθεροφροσύνη, αντιστασιακό ήθος και πίστη στην ηθική της ευθύνης και ανταποκρίνεται σε ιδέες και νοήματα που θέτουν στον δημόσιο λόγο νέες δυναμικές κοινωνικές ομάδες (οι φοιτητές και οι νέοι, οι γυναίκες, οι υποστηρικτές της γλωσσικής μεταρρύθμισης, οι ακτιβιστές των δικαιωμάτων κ.ά.). Ενας νέος λόγος και μια νέα δημόσια σφαίρα συγκροτούνται με κύριο χαρακτηριστικό τη στροφή από την πολιτική στην κουλτούρα. Αυτή η στροφή, ειδικά, αποτελεί κοινό τόπο των μελετών για τη Μεταπολίτευση που έχουν τόσο πληθύνει, αρχής γενομένης από τα χρόνια της οικονομικής κρίσης με κορύφωση την πρόσφατη συμπλήρωση πεντηκονταετίας από το τυπικό όριο του 1974. Ηταν διαμορφωτικό στοιχείο μιας χρυσής εποχής εκδημοκρατισμού και πολυφωνίας ή μιας εποχής ευτελισμού και ματαιώσεων; Τις δικές του παρατηρήσεις οργανώνει σε μια χαρτογράφηση της δημόσιας σφαίρας στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αυτόν τον μπαχτινικό «χρονότοπο», ο νεοελληνιστής Κώστας Καραβίδας, διδάσκων στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στη μελέτη του Η περιπέτεια των ιδεών. Διανόηση, λογοτεχνική κριτική και δημόσια σφαίρα στη σύγχρονη Ελλάδα (εκδ. Πόλις).
Από την ηγεμονία
στην αντι-ηγεμονία
Το βιβλίο εστιάζει κυρίως στα πρώτα τριάντα χρόνια της Μεταπολίτευσης φτάνοντας ως το γύρισμα του αιώνα, στους τόπους όπου αρθρώνεται δημόσιος λόγος και σε παραδειγματικές περιπτώσεις δημόσιων διανοουμένων από τους χώρους της νεοελληνικής φιλολογίας και της βιβλιοκριτικής, χώρους που αναδεικνύονται σε προνομιακό πεδίο μελέτης. Στο πρώτο μέρος του τόμου, ως πεδία έκφρασης αυτής της μετάβασης από το πολιτικό στο πολιτισμικό, από το συλλογικό στο ιδιωτικό, ο μελετητής εξετάζει τρία εμβληματικά μεταπολιτευτικά περιοδικά της Αριστεράς, το περιοδικό «Αντί» του Χρίστου Παπουτσάκη – αντικείμενο και της ανέκδοτης διδακτορικής διατριβής του: Το περιοδικό «Αντί» (1972, 1974-2008) και η συμβολή του στην ανάδειξη της νέας ελληνικής φιλολογίας (ΤΕΑΠΗ ΕΚΠΑ, 2014) – και τον «Πολίτη» (1976-2008) του Αγγελου Ελεφάντη. Τα δύο περιοδικά αποστασιοποιούνται από την ιδιωτική σφαίρα, την οποία ταυτίζουν με τη δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας και τον κιτρινισμό, σε αντίθεση με το τολμηρότερο τρίτο, τον «Σχολιαστή» (1983-1990), ο οποίος επικρίνεται από τα άλλα δύο περιοδικά για το άνοιγμα στο ιδιωτικό ως «αριστερό lifestyle».
Ο ερευνητής παρακολουθεί πώς τοποθετούνται τα περιοδικά αυτά σε συζητήσεις της εποχής, π.χ., για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ή για τη γιουγκοσλαβική κρίση, και τη μετακίνησή τους από τον αμιγώς αριστερό πολιτικό λόγο στον λόγο υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Opinion leaders» και συνδιαμορφωτές της δημόσιας σφαίρας, τα περιοδικά αυτά πειραματίστηκαν με την ανανέωση της εμφάνισης και της ύλης τους, δίνοντας χώρο στον πολιτισμό, ιδιαιτέρως στη λογοτεχνία και στο βιβλίο στη δεκαετία του 1990, αλλά θα παρακμάσουν τελικά στο τέλος του 20ού αιώνα, εκφράζοντας, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, «την περιπέτεια των αριστερών ιδεών από την ηγεμονία στην αντι-ηγεμονία και στο περιθώριο».
Λογοτεχνική κριτική
και επιφυλλιδογραφία
Η επιφυλλιδογραφία και η πολιτισμική κριτική σε μεγάλες εφημερίδες και ποικίλης ύλης περιοδικά είναι αυτή που, μεσούσης της δικτατορίας, δημιουργεί ένα ευρύ κοινό προσφέροντας «δημοκρατικές ανάσες» και προετοιμάζει το νέο πεδίο δημόσιου διαλόγου της Μεταπολίτευσης. Σημαντικός είναι εδώ ο ρόλος του «Βήματος», όπως σημειώνει ο μελετητής: «Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τέτοιου εντύπου είναι η εφημερίδα του κεντρώου και φιλελεύθερου πολιτικού χώρου “Το Βήμα”, με μακρά παράδοση επιφυλλίδων υψηλού επιπέδου, από τον Κ. Θ. Δημαρά, τον Αγγελο Τερζάκη […], πρακτική που συνεχίζεται, εμπλουτίζεται και διαδίδεται και σε άλλες εφημερίδες στη Μεταπολίτευση». Δύο επιφυλλιδογράφους του «Βήματος», τον πανεπιστημιακό νεοελληνιστή Γ. Π. Σαββίδη και τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, ως φορείς ενός νέου λόγου ηθικοπολιτικής κριτικής, και τον κριτικό της μεταπολεμικής Επιθεώρησης Τέχνης, Δημήτρη Ραυτόπουλο, ως εκπρόσωπο μιας νέας πολιτισμικής κριτικής χρησιμοποιεί ο Καραβίδας ως παραδείγματα διανοουμένων που μεταμορφώνουν τον δημόσιο λόγο.
Η επιστημονική εξειδίκευση, η πανεπιστημιακή ιδιότητα ως εισιτήριο στη δημόσια σφαίρα θα χαρακτηρίσουν τον διανοούμενο της Μεταπολίτευσης, ενδεικτικό παράδειγμα του οποίου είναι ο Σαββίδης. Στον αντίποδα, ο Μαρωνίτης, πανεπιστημιακός μεν, δεν προσέρχεται στην κριτική με την επιστημονική ιδιότητα του κλασικού φιλολόγου και εξελίσσεται σε έναν από τους μεγάλους στοχαστές της Μεταπολίτευσης που καταπιάνεται με μιας ευρείας θεματολογίας αρθρογραφία (γλώσσα, λογοτεχνία, πανεπιστήμιο, εκπαίδευση, αρχαιότητα, θέατρο κ.ά.) γύρω από τον άξονα δημοκρατική παιδεία – ανθρωπιστική κριτική – μεταρρυθμιστική προοπτική. Ο Ραυτόπουλος, μια εμβληματική μορφή της αριστερής μεταπολεμικής κριτικής, αρχισυντάκτης μεταπολιτευτικά του περιοδικού «Ηριδανός» και αργότερα επιφυλλιδογράφος της κυριακάτικης «Αυγής», θα συγκρουστεί με τον αριστερό λόγο του Ελεφάντη με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά της Φιλοσοφίας του μπουντουάρ του Μαρκήσιου ντε Σαντ και θα συνδέσει το αυθεντικό ενδιαφέρον του «για την ανανέωση της λογοτεχνίας με την έγνοια για την τύχη των χειραφετητικών πολιτικών ιδεών και της πολιτικής κουλτούρας».

Κώστας Καραβίδας, «Η περιπέτεια των ιδεών. Διανόηση, λογοτεχνική κριτική και δημόσια σφαίρα στη σύγχρονη Ελλάδα», Εκδόσεις Πόλις, 2026, σελ. 520, τιμή 25 ευρώ.
Επεισόδια από μια Ιστορία
της μεταπολιτευτικής κριτικής
Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο μελετητής εξετάζει παραδειγματικά την έννοια του λαϊκού. Παραμένοντας κυρίως στον γνώριμο χώρο των εντύπων που προαναφέρθηκαν και χρησιμοποιώντας ως ενδεικτική περίπτωση τους εορτασμούς για το «Ετος παράδοσης» το 1979 από το υπουργείο Παιδείας, ο συγγραφέας εξετάζει τις μετακινήσεις από το λαϊκό στον λαϊκό πολιτισμό και την παράδοση – παράλληλα και με μια διεθνή τάση «επιστροφής στις ρίζες» – για να καταλήξει στην έννοια του πολιτισμικού λαϊκισμού, στο εσωτερικό της οποίας συναντιούνται η πολιτική με την κουλτούρα.
Ο λογοτεχνικός λόγος, ο βιβλιοκριτικός και ο φιλόλογος καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος και αποτελούν συνδετικούς κρίκους που συναρμόζουν τα μέρη αυτού τόμου, στον οποίο υποστηρίζεται, όχι ατεκμηρίωτα, όπως φάνηκε παραπάνω, ότι «χάρη στις επιφυλλίδες και στα νέα, πολυσυλλεκτικά ως προς την ύλη, περιοδικά σημειώνεται για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση η διάχυση των νεοελληνικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα και σε ευρύτερα ακροατήρια. Η νεοελληνική φιλολογία και κριτική παύει να είναι μια υπόθεση που αφορά μόνο τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και το ειδικό κοινό και γίνεται μέρος της συζήτησης για την οργάνωση της κουλτούρας και την κοινωνική αλλαγή».
Δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο συγγραφέας ανήκει και ο ίδιος σε αυτό το περιβάλλον των νεοελληνικών σπουδών, που ανέδειξε τους προνομιακούς δημόσιους διανοουμένους της Μεταπολίτευσης, και, ελλείψει μιας συνολικής Ιστορίας, μπορούμε να διαβάσουμε τον τόμο ως ανθολογία επεισοδίων της μεταπολιτευτικής νεοελληνικής κριτικής την οποία διατρέχει υπόρρητα ένας ανομολόγητος αναστοχαστικός χαρακτήρας για την τύχη της φιλολογικής επιστήμης και τις επιτελέσεις της στον δημόσιο χώρο, μιας επιστήμης η οποία, όπως θρηνείται συχνά τελευταίως, έχει απολέσει τη μετασχηματιστική ισχύ της στο κοινωνικό πεδίο. Το τέλος της Μεταπολίτευσης είναι και το δικό της τέλος; Τι θα έλεγε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης που ενδιαφερόταν για ό,τι επιβιώνει; Ο συγγραφέας της μελέτης δεν θέτει τα ερωτήματα, ίσως όμως οι 500 σελίδες του τόμου δίνουν την απάντηση: σε καιρούς μετάβασης, ισχύουν και στη φιλολογία και στην κοινωνία οι νόμοι της βιολογίας, επιβιώνουν οι συλλογικότητες που διαθέτουν τις διανοητικές ικανότητες προσαρμογής στη νέα κατάσταση.



