Η «Οδύσσεια», το ομηρικό έπος του Κρίστοφερ Νόλαν εξακολουθεί να σαρώνει στις κινηματογραφικές αίθουσες – και δικαίως – αφού πρόκειται για μια από τις μεγάλες ταινίες της χρονιάς, η οποία παρά τον άδικο πόλεμο που δέχθηκε πριν καν προβληθεί, φαίνεται ότι ενδιαφέρει ακόμα και τους… εχθρούς της.
Το ταξίδι του Οδυσσέα / Ματ Ντέιμον από την Τροία προς την πατρίδα Ιθάκη έχει απασχολήσει χιλιάδες θαμώνες σε δεκάδες σινεμά της Ελλάδας – κλειστά και ανοιχτά – και αυτό το σκηνικό αναμένεται να συνεχιστεί για πολύ καιρό. Είναι λοιπόν και κάπως φυσικό η ποσότητα νέων ταινιών της εβδομάδας να είναι μειωμένη και τα γραφεία εκμετάλλευσης να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις επανεκδόσεις κλασικών ταινιών που έχουν τον πρώτο λόγο, έστω σε πολύ λιγότερες αίθουσες. Δυο ασπρόμαυρες κλασικές ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου δε χάνονται με τίποτα.
«Σταυροί στο μέτωπο» (Paths of glory)

Παραγωγή: ΗΠΑ, 1957
Σκηνοθεσία: Στάνλεϊ Κιούμπρικ
Ηθοποιοί: Κερκ Ντάγκλας, Αντολφ Μεντζού, Τζορτζ Μακρίντι κ.α.
Πίσω από αυτό το αντιπολεμικό αριστούργημα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, που παραμένει η πιο ανθρώπινη ταινία όλων του Αμερικανού σκηνοθέτη – καθώς επίσης ίσως και η καλύτερη – βρίσκεται το μυθιστόρημα του Χάμφρεϊ Κομπ, που με τη σειρά του είναι εμπνευσμένο σε ένα πραγματικό περιστατικό.
Φόντο τα χαρακώματα του Α Παγκοσμίου Πολέμου και στον πυρήνα της ιστορίας μια στυγνή αδικία και εσχάτη προδοσία: όταν μια επίθεση των Γάλλων πηγαίνει στράφι με αποτέλεσμα τον θάνατο εκατοντάδων στρατιωτών εξαιτίας λάθους των επιτελαρχών τους, τρεις στρατιώτες (Ραλφ Μίκερ, Τζο Τέρκελ και Τίμοθι Κάρεϊ) κατηγορούνται για δειλία μπροστά στον εχθρό και περνούν από στρατοδικείο.
Οι τρεις άντρες, ξεκάθαρα, γίνονται οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της όλης κατάστασης, ενώ ο ίδιος ο βασικός υπεύθυνος του λάθους (Τζορτζ Μακ Ρίντι) είναι εκείνος που ασκεί το κατηγορητήριο. Την ίδια ώρα που ένας συνταγματάρχης, ο Νταξ (Κερκ Ντάγκλας) ο οποίος έλαβε μέρος στην επίθεση και γνωρίζει την αθωότητά των κατηγορουμένων, αναλαμβάνει την υπεράσπισή τους.
Η προσπάθεια του συνταγματάρχη να κάνει σωστά την δουλειά του ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη είναι εντελώς μάταιη καθώς όλη η δίκη δεν είναι παρά μια κωμωδία που κολυμπά μέσα σε μια λίμνη αίματος που χύθηκε άδικα. Ο Κιούμπρικ δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Σπανίως το σινεμά έχει παρουσιάσει τόσο ωμά την βαρβαρότητα του πολέμου σε όλα τα επίπεδα. Το μονοπλάνο της εισαγωγής της ταινίας με την κάμερα να ακολουθεί τον Νταξ στο χαράκωμα πριν την επίθεση είναι μια από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές που έχουν καταγραφεί ποτέ στο σινεμά, ενώ όλες οι σκηνές της δίκης με την αδικία να ξεχειλίζει από παντού, δεν μπορούν παρά να σου προκαλέσουν δάκρια.
Ένα πραγματικά μεγαλειώδες φιλμ, ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, μια ταινία που όχι απλώς δεν μπορεί με τίποτα να γεράσει αλλά έχει εμπνεύσει μεταγενέστερους σκηνοθέτες (ανάμεσά τους ο Στίβεν Σπίλμπεργκ στην «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν») και πάνω από όλα, μια ταινία που δεν πάψαμε ποτέ να «ζούμε» δίπλα μας.
Βαθμολογία: 5
ΑΘΗΝΑ: ΑΤΕΝΕ
«Μια θέση στον ήλιο» (A place in the sun)

Παραγωγή: ΗΠΑ, 1951
Σκηνοθεσία: Τζορτζ Στίβενς
Ηθοποιοί: Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Σέλει Γουίντερς κ.α.
Ένα δεύτερο αριστούργημα που μετά από αρκετά χρόνια βλέπουμε από σήμερα ξανά στις αίθουσες είναι το κλασικό μελόδραμα – νουάρ του Τζορτζ Στίβενς που αναφέρεται στην προσπάθεια ενός απεγνωσμένου άντρα, του Τζορτζ (Μοντγκόμερι Κλιφτ) να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα – με τον λάθος τρόπο. Πιασμένος στην φάκα του έρωτα με μια πλούσια γυναίκα (Ελίζαμπεθ Τέιλορ) και την δέσμευση με την φτωχή (Σέλεϊ Γουίντερς) την οποία έχει αφήσει έγκυο, ο Τζορτζ, θα χάσει τον έλεγχο και θα φερθεί εκτός εαυτού.
Πέρα από τον κοινωνικό σχολιασμό της ταινίας, διότι η θεματολογία της αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στους επιπόλαιους πλούσιους και τους καταπιεσμένους, περιθωριοποιημένους φτωχούς (κάτι που υπήρξε κομβικό στοιχείο στο μυθιστόρημα «An American tragedy» του Θίοντορ Ντράιζερ που εκδόθηκε το 1925), το ασπρόμαυρο αυτό φιλμ θέτει σε λειτουργία την διεξαγωγή ενός παράξενου ψυχολογικού «παχνιδιού» με τα συναισθήματα του κοινού, εμπλέκοντάς το βαθιά μέσα στην υπόθεση και καθιστώντας το συνένοχο στην τραγική κατάληξη.
Στυλιστικά, η ταινία είναι πολύ σκοτεινή και σε ορισμένες σκηνές πραγματικά δυσάρεστη, αλλά την ίδια στιγμή περιλαμβάνει μερικές από τις πιο ρομαντικές και παθιασμένες σκηνές που έχουν γυριστεί ποτέ – κυρίως ανάμεσα στη λαμπερή μόλις 18 χρονών Τέιλορ (στον πρώτο της ρόλο ως ενήλικη) και τον 29χρονο Κλιφτ.
Με άλλα λόγια αυτή η ταινία που προτάθηκε για εννιά Οσκαρ κερδίζοντας έξι ανήκει στα μνημεία του αμερικανικού κινηματογράφου που κάθε θεατής που αγαπά τον κινηματογράφο οφείλει να έχει υπόψη του. Να σημειωθεί τέλος ότι το 1991, η ταινία «Μια θέση στον ήλιο» θεωρήθηκε «σημαντική πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά». από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου που την επέλεξε για διατήρηση στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου των Ηνωμένων Πολιτειών (National Film Registry).
Βαθμολογία: 4 ½
ΑΘΗΝΑ: ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – CINE PARIS ΘΕΣ/ΚΗ: ΑΠΟΛΛΩΝ (Κυριακη)
«Τρέξε, Λόλα, τρέξε» (Rent, Lola, Rent)

Παραγωγή: Γερμανία, 1999
Σκηνοθεσία:Τομ Τίκβερ
Ηθοποιοί: Φράνκα Ποτέντε, Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ κ.α.
Μέσα σε είκοσι λεπτά, η Λόλα, μια εικοσάχρονη βερολινέζα, θα πρέπει να συγκεντρώσει τα εκατό χιλιάδες μάρκα που ο φίλος της χρειάζεται για να ξελασπώσει. Ο χρόνος δείχνει απίστευτα λίγος για την Λόλα, όμως ο Τομ Τίκβερ, που με αυτή την ταινία αναδείχθηκε σε έναν από τον πιο ταλαντούχους Γερμανούς σκηνοθέτες της γεινά του, επιμηκύνει τα δρώμενα, δίνοντας μέσα σε 81 λεπτά, τρεις διαφορετικές εξελίξεις της ίδιας ιστορίας.
Ποιά θα μπορούσε να είναι η «πραγματική»; Ποιό φινάλε θα προτιμούσαμε; Και πόση τελικά σημασία έχει; Καμία. Αρκεί που η Λόλα (Φράνκα Ποτέντε), μια κυβερνοπάνκ φιγούρα παρμένη θαρρείς από κόμικ, τρέχει ασταμάτητα. Οπως και η ταινία. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί κάθε κανόνα του θρίλερ, κάθε «κόλπο» που μπορεί να ανεβάσει την αδρεναλίνη.
Με τη βοήθεια του προσεγμένου μοντάζ και της συναρπαστικής τέκνο μουσικής των Τζόνι Κλίμεκ, Ράινχολντ Χέιλ και του ίδιου του σκηνοθέτη, η ταινία μας άφησε με κομμένη την ανάσα, ακριβώς σαν την λαχανιασμένη ηρωίδα της. Με δεξιοτεχνία, ο Τίκβερ κατάφερε να ξεπεράσει το μεγαλύτερο εμπόδιο: να μην εξαντλήσει τα όρια της υπομονής μας.
Το εγχείρημα του πολλαπλασιασμού των πιθανοτήτων της ίδιας ιστορίας, δεν χαίρει βεβαίως πρωτοτυπίας. Ο Ακίρα Κουροσάβα έκανε κάτι παρόμοιο στο «Ρασομόν» (διαφορετικά «βλέμματα» πάνω στο ίδιο τραγικό γεγονός), όπως και ο Κριστόφ Κισλόφσκι με την «Διπλή ζωή της Βερόνικα». Στα 34 του ο σκηνοθέτης του «Τρέξε Λόλα, τρέξε», αποδείχθηκε άξιος «μαθητής» τους.
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΑΝΕΣΙΣ – ΦΙΛΟΘΕΗ κ.α.
«Θρέψε κοράκια» (Cria cuervos)

Παραγωγή: Ισπανία, 1976
Σκηνοθεσία: Κάρλος Σάουρα
Ηθοποιοί: Αννα Τόρεντ, Τζεραλντίν Τσάπλιν κ.α.
Σε ένα πρώτο επίπεδο το επί χρόνια εξαφανισμένο φιλμ του Ισπανού σκηνοθέτη Κάρλος Σάουρα είναι ένα ψυχολογικό δράμα που ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και στη φαντασία, ενώ ερευνά τις συνέπειες που θα έχει στη ζωή τριών μικρών αδελφών, της Αννα (Αννα Τόρεντ) της Ιρένε (Κοντσίτα Πέρες) και της Μάιτε (Μάιτε Σάντσεζ) ο θάνατος του στρατιωτικού πατέρα τους (Εκτορ Αλτέριο).
Στην ουσία ο Σάουρα κατέθεσε μια πανέξυπνη και ατμοσφαιρικά γυρισμένη πολιτική αλληγορία που υπογείως στοχεύει το δικτατορικό καθεστώς της πατρίδας του (η ιστορία τοποθετείται στα 1970 όταν ο δικτάτορας Φράνκο βρισκόταν ακόμα στην εξουσία) και παράλληλα μιλά τόσο για την ανάγκη της νέας γενιάς να σβήσει το παρελθόν και να κοιτάξει στο μέλλον, όσο και για τις επιπτώσεις αυτού του καθεστώτος στην ψυχολογία της.
Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει στην ισπανική παροιμία, «Θρέψε κοράκια και θα σου βγάλουν τα μάτια» και υποδηλώνει την παράλογη παρόρμηση των παιδιών για εκδίκηση και αυτοκαταστροφή: η έμφυτη επιθυμία της Άνα για τον θάνατο του πατέρα της· η γοητεία που της ασκεί ένα μυστηριώδες βάζο, το οποίο είχε πετάξει η μητέρα της (Τζεραλντίν Τσάπλιν)· η προσευχή των παιδιών για ανάσταση, αφού έπαιξαν κρυφτό· ο εφιάλτης της Ιρένε για την απαγωγή της.
Υποψήφιο για το ξενόγλωσσο Οσκαρ και διακεκριμένο με το βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών, το φιλμ διακρίνεται επίσης από τη σχεδόν τρομακτική παρουσία της νεαρής Αννα Τόρεντ που εκείνη την εποχή θεωρούνταν παιδί-θαύμα στην Ισπανία έχοντας παίξει και στο «Πνεύμα του μελισσιού» του Βιτόρ Ερίθε.
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΒΟΞ – ΖΕΦΥΡΟΣ – ΑΜΙΚΟ – ΟΑΣΙΣ
«Επτά ψυχοπαθείς» (Seven psychopaths)

Παραγωγή:ΗΠΑ, 2012
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Μακ Ντόνα
Ηθοποιοί: Γούντι Χάρελσον, Κόλιν Φάρελ κ.α.
Ποτέ δεν κατάλαβα πως έγινε και υπήρξε τόσο απογοητευτική αυτή η μάζωξη καλών ηθοποιών όπως ο Γούντι Χάρελσον, ο Κόλιν Φάρελ, ο Κρίστοφερ Γουόκεν, ο Τομ Γουέιτς και ο Σαμ Ρόκγουελ σε μια ταινία του εξαιρετικού σεναριογράφου / σκηνοθέτη Μάρτιν Μακ Ντόνα. Η ταινία μοιάζει με βίαιο ανέκδοτο που πολύ θα ήθελε να ήταν ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο αλλά τελικά το μόνο που καταφέρνει είναι να μοιάσει με κακέκτυπο ταινίας του Κουέντιν Ταραντίνο. Ενα ψευδο-σουρεαλιστικό αλαλούμ ανταλλαγής πυροβολισμών σύμφωνα με το οποίο η πραγματικότητα των καταστάσεων που ζουν οι ήρωες (όντως ψυχοπαθείς οι περισσότεροι) συνδυάζεται με την φαντασία ενός σεναρίου που θέλει να γράψει ένας από αυτούς (Κ. Φάρελ). Τελικά, όλα αυτά μαζί καταλήγουν σε ένα άγευστο κοκτέιλ που προσωπικά μου προκάλεσε στεναχώρια γιατί οι περισσότεροι ήρωες της ταινίας έχουν τα φόντα να προκαλέσουν ενδιαφέρον λόγω των έξοχων ηθοποιών που τους υποδύονται. Ομως το πάμπτωχο αυτή την φορά σενάριο του σκηνοθέτη Μάρτιν Μακ Ντόνα («Αποστολή στην Μπριζ», «Τα πνεύματα του Ινισέριν») σου δίνει την εντύπωση ότι η ταινία γυρίστηκε απλώς για την πλάκα του θέματος, χωρίς κανέναν βάθος, χωρίς καμία ουσία.
Βαθμολογία: 1 ½
ΑΘΗΝΑ: ΕΚΡΑΝ
Δύο ταινίες σε Α προβολή
«Η δική της κόλαση» (Her private hell)

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026
Σκηνοθεσία: Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν
Ηθοποιοί: Σόφι Θάτσερ, Τσαρλς Μέλτον κ.α.
Ελάχιστη – αν όχι καμία – ουσία βρίσκει κανείς στο άδειο, επιδεικτικό στυλιζάρισμα της τελευταίας δημιουργίας του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν που γυρίστηκε ύστερα από δέκα χρόνια σιωπής του Δανού σκηνοθέτη ταινιών όπως οι «Drive» και «Μόνο ο Θεός συγχωρεί». Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ρεφν η ταινία γεννήθηκε όταν ο ίδιος «σχεδόν πέθανα και ήρθα ξανά στη ζωή» και με αυτή τη νέα ματιά στη ζωή, θέλησε «να μπλέξω τον τρόπο που σκέφτομαι με τον τρόπο που βιώνω τη δημιουργικότητα». Αυτά ακούγονται πολύ καλά ως προθέσεις, όμως στην οθόνη το κουραστικό αποτέλεσμα σε αφήνει γεμάτο απορίες να ξύνεις το κεφάλι σου. Αν κάτι κάπως σώζει αυτή την ταινία αυτό είναι η αισθητική της: βυθισμένη μέσα σε ένα neon φωτισμό όπου τα χρώματα κυριαρχούν με έναν μεθυστικό τρόπο (μπλε, ροζ, πορτοκαλί), η ταινία είναι μοιρασμένη σε δύο (άχρονους) χρόνους και προσπαθεί να αφηγηθεί δύο (στην κυριολεξία) εφιάλτες: στην πρώτη ιστορία, μια νεαρή ανερχόμενη σταρ (Σόφι Θάτσερ) νιώθει να καταρρέει από το βάρος της προδοσίας του πατέρα της (Ντάγκρεϊ Σκοτ) που πρόκειται να παντρευτεί την πρώην φίλη της (Αβάνα Ρόουζ Λιου). Στη δεύτερη, ένας Αμερικανός στρατιώτης (Τσαρλς Μέλτον) αναζητεί την κόρη του πεπεισμένος ότι βρίσκεται παγιδευμένη στην κόλαση. Στη δεύτερη ιστορία τα ξεσπάσματα βίας είναι τόσο άκαιρα και ακραία, που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να τρομάξεις. Στην πρώτη ιστορία, οι γυναικείοι χαρακτήρες περιφέρονται δείχνοντας τα κάλλη τους και λένε αρλούμπες. Προσωπικά δεν βρήκα κανένα νόημα στο να παρακολουθήσω ούτε την μία, ούτε την άλλη.
Βαθμολογία: 1
ΑΘΗΝΑ: VILLAGE THE MALL – ΝΑΝΑ – ΣΠΟΡΤΙΓΚ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – ΒΑΚΟΥΡΑ – VILLAGE κ.α.
Μια δεύτερη ταινία που προβάλλεται από σήμερα και για την οποία δε θα εκφραστούμε αφού η εταιρία διανομής της επέλεξε να μην την παρουσιάσει στους δημοσιογράφους (κάτι θα ξέρει) είναι η γαλλική κωμωδία «Συμπέθεροι απο σοϊ 2!» (Cocorico 2, Γαλλία, 2026) με τους Κριστιάν Κλαβιέ και Ντιντιέ Μπουρντόν να επαναλαμβάνουν τους ρόλους των συμπεθέρων που πρωτοέπαιξαν στην ταινία «Συμπέθεροι από σόι» (2024) που σκηνοθέτησε ο ίδιος σκηνοθέτης, Ζαν Ερβ.




