Οι Κάννες δεν υπήρξαν ποτέ ένας ανέφελος ή εύκολος προορισμός για την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που 30 χρόνια μετά τον θάνατο της εξακολουθεί να μας λείπει. Συνδέθηκαν με δύο κομβικές στιγμές της καριέρας της: το 1960, όταν η «Μανταλένα» απέδειξε ότι μπορούσε να ξεπεράσει την εικόνα της εμπορικής σταρ και να διεκδικήσει καλλιτεχνική αναγνώριση, και το 1966, όταν οι «Διπλοπενιές» έφεραν τη λάμψη, τα διεθνή φλας αλλά και ένα επεισόδιο που πέρασε στα κορυφαία της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου.
Για αυτό τον λόγο η σχέση της Αλίκης με το Φεστιβάλ Καννών δεν γράφτηκε ακριβώς στο κόκκινο χαλί. Γράφτηκε μέσα από μια χαμένη ευκαιρία για διεθνή καταξίωση, ένα θρυλικό πάρτι, έναν επεισοδιακό καβγά και εικόνες που εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον μύθο της 60 χρόνια μετά.
Η «Μανταλένα» και το στοίχημα της καταξίωσης
Το 1960 η Φίνος Φιλμ αποφασίζει να επενδύσει σε μια διαφορετική Αλίκη. Ο Ντίνος Δημόπουλος σκηνοθετεί τη «Μανταλένα», βασισμένη σε σενάριο του Γεωργίου Ρούσσου, ο οποίος έχει ρίζες από το νησί και χρησιμοποιεί ως έμπνευση μια αληθινή ιστορία. Η παραγωγή μεταφέρεται στην Αντίπαρο, όμως οι συνθήκες κάθε άλλο παρά ιδανικές ήταν, καθώς το νησί παρέμενε μακριά από τον μαζικό τουρισμό. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό δίκτυο, οι μετακινήσεις γίνονταν δύσκολα και η παραγωγή έπρεπε να αυτοσχεδιάζει καθημερινά, γεγονός που κατέστησε τα γυρίσματα (με γεννήτρια) στο «απάτητο» ακόμη από τον έξω κόσμο, κυκλαδίτικο νησί, επεισοδιακά. Οι κάτοικοι – όπως είναι γνωστό – είδαν τότε πρώτη φορά αυτοκίνητο και πιάνο από κοντά (του Μάνου Χατζιδάκι που συνέθεσε το υπέροχο σάουντρακ της ταινίας).
Οι απαιτήσεις των εξωτερικών λήψεων δοκίμασαν όλο το συνεργείο. Ο διευθυντής φωτογραφίας Γουόλτερ Λάσαλι –που λίγο αργότερα θα βραβευόταν με Όσκαρ για τον «Ζορμπά»– αξιοποίησε το αιγαιοπελαγίτικο φως με τρόπο που έδωσε στην ταινία μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αίσθηση, ενώ η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι ενίσχυσε την ατμόσφαιρα της ταινίας.

«Μανταλένα» @Finos Film
Σύμφωνα με τη Φίνος Φιλμ: «Ο Χατζιδάκις έστειλε στην Αλίκη τα τραγούδια “Θάλασσα Πλατιά” και “Μέσα σ’ αυτή τη Βάρκα”, γραμμένα σε μαγνητοταινία με τη φωνή της Νανάς Μούσχουρη. Το αρχικό γύρισμα έγινε με τα πρωτότυπα τραγούδια και όταν επέστρεψαν στην Αθήνα αντικαταστάθηκε η φωνή της Νανάς Μούσχουρη με της Αλίκης. Πρόκειται για την πρώτη ελληνική ταινία που γυρίστηκε με τον σύγχρονο ήχο των μηχανημάτων Nagra και η πρώτη φορά που ολόκληρο το συνεργείο της Φίνος Φιλμ αναγκάστηκε να μεταφερθεί εκτός στούντιο για τα γυρίσματα μιας ταινίας.»
Η Βουγιουκλάκη υποδύεται μια νεαρή γυναίκα που αναλαμβάνει να συντηρήσει τα μικρά αδέρφια της σε μια ανδροκρατούμενη νησιωτική κοινωνία. Ήταν ένας ρόλος πολύ διαφορετικός από τις ανάλαφρες ηρωίδες που την είχαν ήδη κάνει αγαπητή στο κοινό. Η ίδια δούλεψε εντατικά για να αποβάλει κάθε ίχνος της «χαριτωμένης ξανθιάς» και να πείσει ότι μπορούσε να σηκώσει ένα καθαρόαιμο κοινωνικό δράμα.

«Μανταλένα» @Φίνος Φιλμ
Η επιλογή αποδείχθηκε σωστή. Η «Μανταλένα» κατέκτησε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – Α΄ γυναικείου ρόλου για την Αλίκη Βουγιουκλάκη, Β΄ ανδρικού ρόλου για τον Παντελή Ζερβό και καλύτερου σεναρίου για τον Γεώργιο Ρούσσο. Και σημείωσε διεθνή καλλιτεχνική επιτυχία ακολουθώντας τον δρόμο προς το Φεστιβάλ Καννών, ενταγμένη στο διαγωνιστικό του πρόγραμμα. Αποτέλεσε μάλιστα και την ελληνική πρόταση για το Οσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, χωρίς να καταφέρει να το διεκδικήσει. Η Αλίκη βρέθηκε τότε για πρώτη φορά στο επίκεντρο ενός διεθνούς κινηματογραφικού γεγονότος, χωρίς όμως να πάει ποτέ στις Κάννες. Από φόβο να χάσει τη λαμπερή του πρωταγωνίστρια, ο Φίνος απέτρεψε την Αλίκη από το να πάει στο Φεστιβάλ ενώ στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι φήμες περί ειδυλλίου της με τον τότε διάδοχο του θρόνου, Κωνσταντίνο, έδιναν κι έπαιρναν.
Η «Μανταλένα» ώθησε την Αλίκη προς την αγγλόφωνη παραγωγή «Aliki My Love» (1964), μία τελικά άκαρπη προσπάθεια διεθνούς καριέρας. Σε παραγωγή του Φίνου, σενάριο του Τζορτζ Σεν Τζορτζ και σκηνοθεσία του Ρούντολφ Ματέ, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, όπως και στη «Μανταλένα»«, θα υποδυόταν μια νησιώτισσα που ερωτεύεται έναν ξένο κληρονόμο στο νησί της. Αποτυχημένο αντίγραφο της επιτυχίας του Ντίνου Δημόπουλου, με δύσκολα γυρίσματα στην Ίο εξαιτίας των ιδιοτροπιών του σκηνοθέτη, η αγγλόφωνη ταινία δεν κατάφερε να πείσει κανέναν.
Οι «Διπλοπενιές» και μια άλλη Αλίκη
Εξι χρόνια μετά τη «Μανταλένα», όταν η Αλίκη πήγε στις Κάννες το 1966 με τις «Διπλοπενιές» του Γιώργου Σκαλενάκη (Dancing the Syrtaki στα αγγλικά) και μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου ως μεγάλο πλέον εμπορικό όνομα του ελληνικού κινηματογράφου, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο περίφημο κλαμπ Akou Akou, πήραν μυθικές διαστάσεις βγάζοντας στη φόρα τις εντάσεις στο ελληνικό σταρ σίστεμ.
Το ελληνικό πάρτι για την προβολή της ταινίας η οποία προβλήθηκε εκτός διαγωνιστικού προγράμματος και οργανώθηκε στο Akou Akou από τους παραγωγούς Θεοφάνη Δαμασκηνό και Βίκτορα Μιχαηλίδη, ξεπέρασε κάθε ζωηρή φαντασία.
Η ιδέα ήταν απλή: να μεταφερθεί η ατμόσφαιρα της ελληνικής νύχτας στη Γαλλική Ριβιέρα. Ο Γιώργος Ζαμπέτας θα έπαιζε μπουζούκι, τα τραγούδια της ταινίας θα ερμήνευαν οι πρωταγωνιστές της και η αποστολή θα βρισκόταν με άνεση στο επίκεντρο της κοσμικής ζωής του φεστιβάλ.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη στις Κάννες με τον Ομάρ Σαρίφ.
Ανάμεσα στους καλεσμένους, δήλωσαν παρουσία διεθνείς σταρ, όπως ο Ομάρ Σαρίφ, που απολάμβανε μεγάλη δημοσιότητα μετά την επιτυχία του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» και ο Ιταλός Αλμπέρτο Σόρντι. Οι φωτογραφίες της Αλίκης δίπλα σε ονόματα πρώτης γραμμής έκαναν τον γύρο του ελληνικού Τύπου, ενισχύοντας την εικόνα της ως σταρ διεθνούς βεληνεκούς.
Η βραδιά που έγραψε ιστορία
Όμως η βραδιά πήρε την κατιούσα. Το λαμπερό event κατέληξε σε έναν μυθικό καβγά ανάμεσα στον έξαλλο Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τους παραγωγούς, που έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες ως «το ελληνικό γλέντι που κατέληξε σε ξυλοδαρμό», με αφορμή –σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν τότε αλλά και μετέπειτα από τους συμμετέχοντες – τη Ρίκα Διαλυνά.
Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι πίστευε ότι οι παραγωγοί είχαν στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας περισσότερο στη Διαλυνά, η οποία μάλιστα στην ταινία ως πλούσια πελάτισσα αποτελεί και το μήλον της έριδος ανάμεσα στο νιόπαντρο ζεύγος Παπαμιχαήλ-Βουγιουκλάκη, που δυσκολεύεται μεν να τα φέρει βόλτα οικονομικά αλλά και πέφτει στην παγίδα των κάθε λογής θαυμαστριών και θαυμαστών, όταν εκείνος γνωρίζει την επιτυχία στο νυχτερινό κέντρο που τραγουδάει.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη στο Φεστιβάλ Καννών. Φωτογραφία: BHMAgazino
Η Ρίκα Διαλυνά, σε συνεντεύξεις της έχει δώσει τη δική της εκδοχή λέγοντας ότι εκείνη βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής των παρευρισκόμενων και όχι η εθνική μας σταρ, ενώ η Αλίκη Βουγιουκλάκη, έχει αποδώσει την ευθύνη για το επεισόδιο κυρίως στους παραγωγούς της ταινίας, γιατί πίστευε ότι ήθελαν να προωθήσουν τη Διαλυνά, βάζοντας τρικλοποδιά στην παρουσία τη δική της στις Κάννες.
Η Αλίκη είχε αφηγηθεί το περιστατικό ως εξής: «Από τις Κάννες θυμάμαι τον καβγά του Παπαμιχαήλ με τον Βίκτορα Μιχαηλίδη. Ο Δημήτρης κι εγώ μετά την παράσταση που παίζαμε στη Θεσσαλονίκη, είχαμε ταξιδέψει με νυχτερινή πτήση για τις Κάννες, είχαμε αλλάξει τρία αεροπλάνα και ήμασταν άυπνοι. Έπρεπε να παραβρεθούμε στην προβολή της ταινίας και στο πάρτι… Πάμε στο πάρτι και είχαμε συμφωνήσει ότι στο “Κάτω στον Πειραιά στα καμίνια” θα σηκωνόμασταν με τον Δημήτρη. Εκείνος να χορέψει ζεϊμπέκικο και εγώ να τραγουδήσω… άρχισε να γίνεται σαματάς και κατέβασαν το γενικό. Έκοψε ο Βίκτωρας το γλέντι έδιωξε τις κάμερες και τους είπε είναι νωρίς…Έγινε χαμός, βγήκαν έξω από το κέντρο και ο Ομάρ Σαρίφ κράταγε τον Δημήτρη και ο Αλμπέρτο Σόρντι τον Μιχαηλίδη. Η Ρίκα Διαλυνά εξακολουθούσε να χορεύει, οι κάμερες παίρνανε. Έγινε τέτοιος καβγάς… Κι εγώ στην άκρη έκλαιγα».
Το επεισόδιο ανέδειξε την ισχύ της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο εγχώριο κινηματογραφικό στερέωμα και μνημονεύεται ακόμα και σήμερα ως θρύλος και διεθνές γεγονός που περνάει από στόμα σε στόμα, 60 χρόνια μετά. Οι φωτογραφίες εξάλλου από εκείνο το πέρασμά της στις Κάννες αποτελούν αδιάσειστα ντοκουμέντα σήμερα.




