Τέσσερις δημοσιογράφοι των New York Times έλαβαν κλητεύσεις από το γραφείο του εισαγγελέα του Μανχάταν προκειμένου να καταθέσουν ενώπιον σώματος ενόρκων για δημοσιεύματά τους που αφορούν ζητήματα ασφαλείας του νέου επίσημου αεροσκάφους του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως αποκάλυψε η ίδια η εφημερίδα, οι δημοσιογράφοι αναμένεται να καταθέσουν την ερχόμενη εβδομάδα. Στις κλητεύσεις γίνεται λόγος μόνο για μια αδιευκρίνιστη φερόμενη παραβίαση της ομοσπονδιακής ποινικής νομοθεσίας, χωρίς να παρέχονται περισσότερες λεπτομέρειες.
Σύμφωνα με τους New York Times, οι κλητεύσεις επιδόθηκαν την Παρασκευή, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι εμφανίστηκαν στα σπίτια των δημοσιογράφων για να τις παραδώσουν. Η εφημερίδα χαρακτηρίζει την πρακτική αυτή απόπειρα εκφοβισμού ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και κάνει λόγο για «εντυπωσιακή κλιμάκωση» στις πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ προς τον Τύπο.
«Η εμφάνιση ομοσπονδιακών οργάνων επιβολής του νόμου στα σπίτια δημοσιογράφων προκαλεί σοκ στη συνείδηση κάθε Αμερικανού που πιστεύει στο Σύνταγμα και στην ελευθερία του Τύπου», δήλωσε ο νομικός σύμβουλος της εφημερίδας, Ντέιβιντ Μακρό.
Τα δημοσιεύματα για το νέο Air Force One
Η υπόθεση συνδέεται με πρόσφατα ρεπορτάζ της εφημερίδας, σύμφωνα με τα οποία ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία χρησιμοποιώντας το παλαιό Air Force One, έπειτα από σύσταση της Secret Service.
Στη συνέχεια, επιβιβάστηκε στο νέο προεδρικό αεροσκάφος, το οποίο αποτελεί δώρο του Κατάρ.
Κατά την παραμονή του στην Άγκυρα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ενισχύσει τις φήμες για ζητήματα ασφαλείας του νέου αεροσκάφους, δηλώνοντας ότι ο ίδιος αποτελεί «τον υπ’ αριθμόν ένα στόχο του Ιράν», όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το χρησιμοποιούσε εξαρχής.
Σε δεύτερο δημοσίευμά τους, οι New York Times ανέφεραν ότι το νέο αεροσκάφος δεν διαθέτει ακόμη όλα τα συστήματα ασφαλείας και αμυντικής προστασίας του παλαιού προεδρικού αεροπλάνου.
Η κυβέρνηση Τραμπ απέρριψε τις πληροφορίες αυτές, υποστηρίζοντας ότι η αλλαγή αεροσκάφους δεν σχετιζόταν με λόγους ασφαλείας. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η στάση στη βρετανική αεροπορική βάση του Μάιλντενχολ πραγματοποιήθηκε προκειμένου να παρουσιάσει το νέο αεροσκάφος σε στελέχη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.



