Στις 11 Ιουλίου 1832, γεννήθηκε στο Ναύπλιο μία από τις σημαντικότερες και επιδραστικότερες προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας, o Χαρίλαος Τρικούπης.
«Κυβερνήτης αληθινός. Σιδηρούς δε». Με αυτές τις λέξεις περιέγραφε δημοσίευμα της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον άνθρωπο που διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας και συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης, τα μεγάλα έργα υποδομής, αλλά και την οικονομική κρίση που κατέληξε στην πτώχευση του 1893.
Γιος του πολιτικού, διπλωμάτη και ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον στενά συνδεδεμένο με την πολιτική και διπλωματική ζωή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η προσωπικότητα και η πολιτική διαδρομή του εξακολουθούσαν να προκαλούν θαυμασμό, αλλά και αντιπαραθέσεις.
Χαρακτηριστική είναι η προσωπογραφία του που προτασσόταν σε σειρά άρθρων του Στέφανου Στεφάνου στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 10ης Μαρτίου 1927, για τις οικονομικές και πολιτικές περιπέτειες της Ελλάδας από το 1893 έως το 1898.
Το δημοσίευμα παρουσίαζε τον Τρικούπη ως μία πολιτική φυσιογνωμία που υπερέβαινε τα συνηθισμένα μέτρα:
«Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε πολιτική φυσιογνωμία πρώτης τάξεως. […] Η ντεβίζα του ήτο: “Θραύομαι, αλλά δεν κάμπτομαι”. Αυτός έδωσε πρώτος μορφήν εις το κράτος, οργανωτής ο ίδιος· αναμορφωτής ο ίδιος· άνθρωπος της μελέτης· άνθρωπος του βήματος».
Η εικόνα που παραθέτει ο Στ. Στεφάνου είναι εκείνη ενός ανθρώπου που δεν στηριζόταν τόσο στη φυσική ευγλωττία όσο στην επιμονή, την προετοιμασία και την αυτοπειθαρχία του:
«Δεν εγεννήθη ρήτωρ όπως ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης· έγινε όμως ρήτωρ διά της θελήσεως. Η θέλησις του Τρικούπη ήτο τρομακτική, όπως και το πείσμα του».
Αγέρωχος απέναντι σε φίλους και αντιπάλους
Το δημοσίευμα περιγράφει λεπτομερώς την εξωτερική εμφάνιση του Τρικούπη, αλλά και την επιβλητική εντύπωση που προκαλούσε στους συνομιλητές του:
«Πιστός απέναντι των φίλων του, αμείλικτος και αδυσώπητος απέναντι των αντιπάλων του· αριστοκρατικός την εμφάνισιν, επιβλητικός, ολιγόλογος, χαλκόχρους, με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς, από τους οποίους εξεπέμποντο λάμψεις και αστραπαί.
»Ουδέποτε εδέχετο τους φίλους του καθιστός. Πάντοτε όρθιος. Και με τας χείρας προς τα οπίσω. Αι χειραψίαι του ήσαν άγνωστοι. Οι παρουσιαζόμενοι προ αυτού κατελαμβάνοντο από ένα παράδοξον αίσθημα δειλίας, εάν μη και φόβου».
Η αγέρωχη συμπεριφορά του, ωστόσο, δεν περιοριζόταν απέναντι στους ασθενέστερους. Αντιθέτως, γινόταν εντονότερη όταν βρισκόταν ενώπιον ισχυρών προσώπων:
«Αγέρωχος προ των ασθενών και μικρών. Αλλ’ αγερωχότερος προ των μεγάλων και ισχυρών. Ουδέποτε ουδένα εκολάκευσε. Ουδέποτε ουδένα παρεκάλεσε».
Σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις του διαδραμάτιζε η αδελφή του, Σοφία Τρικούπη. Το σαλόνι της αποτελούσε σημείο συνάντησης προσωπικοτήτων της πολιτικής, της διπλωματίας και των γραμμάτων:
«Το σαλόνι της ήτο όνομαστόν. Όλοι οι Έλληνες επέρασαν από αυτό. Και όλοι οι επιφανείς ξένοι. Και πρίγκηπες και βασιλείς ακόμη ξένων χωρών.
Η ασκητική καθημερινότητα
Πίσω από την αυστηρή πολιτική φυσιογνωμία, το δημοσίευμα καταγράφει επίσης λεπτομέρειες για την προσωπική του ζωή:
«Τα ρούχα του ο Τρικούπης τα έφερνεν από το Λονδίνον. Πορτοφόλι με χρήματα ουδέποτε εκράτει επάνω του. Δεν εκάπνιζε. Δεν έπινε παρά μόνον τσάϊ. Έτρωγε πολύ ολίγον. Ήτο αρθριτικός».
Ήταν γνώστης ξένων γλωσσών, με ιδιαίτερη εξοικείωση με τη βρετανική πολιτική και πνευματική ζωή:
«Ωμίλει την αγγλικήν σαν Άγγλος. Έγραφε γαλλικά σαν Γάλλος. Εγνώριζε γερμανικά και ιταλικά. Ητο ενήμερος της συγχρόνου εξελίξεως των πολιτικών επιστημών. Κατεβρόχθιζε τας αγγλικάς ιδίως εφημερίδας. Εύρισκε καιρόν να διαβάζει και τα εκδιδόμενα εν Ευρώπη φιλολογικά και καλλιτεχνικά έργα. Ήτο ομιλητής, οσάκις ήθελε, θαυμάσιος. Εργατικώτατος και φύσις ακούραστος και χαρακτήρ αδάμαστος».
Το «Τις πταίει;» και η αρχή της δεδηλωμένης
Καθοριστικό σημείο της πολιτικής του πορείας αποτέλεσε το άρθρο «Τις πταίει;», το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καιροί» στις 29 Ιουνίου 1874 και αρχικά ήταν ανυπόγραφο. Με αυτό, ο Τρικούπης κατήγγειλε τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και απέδιδε ευθύνη στο Στέμμα για τον διορισμό κυβερνήσεων που δεν διέθεταν την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το άρθρο συνδέθηκε άμεσα με την πορεία προς την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης.
Ο Τρικούπης συνελήφθη και προφυλακίστηκε. Αλλά η σύλληψή του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ο Στ. Στεφάνου αφηγείται:
«Την επιούσαν της προφυλακίσεως επεσκέφθησαν τον Τρικούπην εις τας φυλακάς όλοι οι πρέσβεις και ό,τι εκλεκτόν είχαν τότε αι Αθήναι. Ο βασιλεύς θορυβηθείς επενέβη και ο Τρικούπης απηλλάγη δια βουλεύματος. Αυτός υπήρξεν ο εισηγητής της θεωρίας της δεδηλωμένης».
Λίγο αργότερα, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναγνώρισε στην πράξη ότι η κυβέρνηση όφειλε να απολαμβάνει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Ήταν μια θεμελιώδης αλλαγή για τη λειτουργία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού.
Η συνάντηση με τον βασιλιά στη λεωφόρο Αμαλίας
Ένα περιστατικό που διηγείται ο αρθρογράφος μεταξύ των δύο προσωπικοτήτων αποτυπώνει την δύσκολη σχέση μεταξύ τους. Λίγο μετά την περιπέτεια της σύλληψής του, ο Τρικούπης περπατούσε στη λεωφόρο Αμαλίας μαζί με τον φίλο του Γεώργιο Κοζάκη Τυπάλδο. Από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ο βασιλιάς, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του Ευθύμιο Χατζηπέτρο:
«“Αγαπητέ μου Χαρίλαε”, είπεν αίφνης ο Κοζάκης Τυπάλδος, μετά συγκινήσεώς τινος και ταραχής, “έρχεται ο βασιλεύς. Θέλεις να γυρίσωμε πίσω;” “Όχι, όχι”, απήντησεν ο Τρικούπης. “Εγώ τουλάχιστον θα προχωρήσω ίσια και εάν ο βασιλεύς δεν στρίψη πλαγίως αλλά έλθη κατ’ επάνω μου, σε ειδοποιώ ότι δεν θα τον χαιρετίσω”.
»Όπερ και συνέβη. Ο Κοζάκης Τυπάλδος εστάθη και εχαιρέτισε ευσεβάστως τον βασιλέα, ενώ ο Τρικούπης του έστρεψε τα νώτα».
Η ιστορία αυτή έφθασε στον συντάκτη μέσα από προφορική διήγηση. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο διατηρήθηκε στη συλλογική μνήμη η εικόνα του Τρικούπη, ως ενός πολιτικού που δεν υποχωρούσε απέναντι στην εξουσία.
Η εξωτερική πολιτική
Στην εξωτερική πολιτική ο Τρικούπης υπήρξε περισσότερο πραγματιστής παρά οραματιστής της πολεμικής επέκτασης. Πίστευε ότι η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να συγκρουστεί μόνη της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία:
«Επίστευεν ότι η Ελλάς, άνευ της φιλίας και της υποστηρίξεως της Αγγλίας και άνευ συμμάχων βαλκανικών, δεν ηδύνατο να επιτύχη τι. Πολεμικήν μονομαχίαν με την Τουρκίαν εθεώρει καθαράν παραφροσύνην».
Αυτή του η στάση ήταν που τον έφερε συχνά αντιμέτωπο με τους εκπροσώπους της πιο επιθετικής εθνικής πολιτικής. Ο ίδιος θεωρούσε αναγκαία μια μακρά περίοδο ειρήνης, ώστε η χώρα να αποκτήσει υποδομές, ισχυρή διοίκηση, παραγωγική βάση και οργανωμένο στρατό.
Η επιλογή του να μην ενισχύσει το επαναστατικό κίνημα που ξέσπασε στην Κρήτη το 1889 προκάλεσε σφοδρές επιθέσεις. Ο Δημήτριος Ράλλης τον αποκάλεσε στη Βουλή «προδότη των εθνικών δικαίων». Εκείνος, όμως, επέμενε ότι η εθνική ισχύς δεν μπορούσε να οικοδομηθεί με συνθήματα. Προϋπέθετε οικονομική ανάπτυξη, θεσμούς, έργα υποδομής, διεθνείς συμμαχίες και μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Τα δάνεια και η πτώχευση
Η οικονομική πολιτική του παραμένει μέχρι σήμερα το πιο αμφιλεγόμενο τμήμα της κληρονομιάς του. Ο Τρικούπης επιχείρησε να μεταμορφώσει μια χώρα με περιορισμένες υποδομές σε ένα οργανωμένο ευρωπαϊκό κράτος. Έτσι για να χρηματοδοτήσει τα έργα του, στράφηκε στον εξωτερικό δανεισμό.
Στο δημοσίευμα ο Στ. Στεφάνου τον χαρακτηρίζει «διαπρεπέστατο οικονομολόγο, αδιαφόρως εάν υπερετίμησε τας οικονομικάς δυνάμεις της χώρας.
»Επίστευε, και ορθώς, ότι η Ελλάς δεν ηδύνατο διά των ιδίων αυτής πόρων ν’ αναπτυχθή πλουτοπαραγωγικώς και ότι είχεν ανάγκην να επικουρηθή έξωθεν οικονομικώς.
»Εφήρμοσε την πολιτικήν των εξωτερικών δανείων και ήλπιζε να επιτύχη μίαν ενοποίησιν του δημοσίου χρέους της Ελλάδος, ήτις θα εμείωνε σημαντικώς την τοκοχρεωλυτικήν υπηρεσίαν αυτού. […]
»Αλλ’ αντί βοηθείας, συνήντησεν άγριον πόλεμον εκ μέρους των αντιπάλων του, οι οποίοι πλήττοντες αυτόν δεινώς, εμμέσως έπληττον την Eλλάδα απέναντι του ξένου κόσμου των κεφαλαίων, μέχρις ότου εφθάσαμεν εις την πτώχευσιν, αλλά με μίαν περήφανη νίκην ήτις συνίστατο εις το φάγωμα του Τρικούπη!»
Το ύφος του δημοσιεύματος είναι χαρακτηριστικό του πολιτικού πάθους της εποχής, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει πόσο στενά είχε συνδεθεί η οικονομική πορεία της χώρας με το πρόσωπο του Τρικούπη.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης στη «θάλασσα» της λαϊκής οργής: Γελοιογραφία του «Νέου Αριστοφάνη» για την πολιτική δανείων και φορολογικής επιβάρυνσης.
Ο πολιτικός των έργων και των γραμμάτων
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, διακατεχόταν από ένα προσωπικό πάθος, να μετατρέψει την Ελλάδα σε οργανωμένο κράτος:
«Ο Τρικούπης ήτο τύπος ανθρώπου δυνατού. Είχε αληθή φιλοδοξίαν. Πάθος να κάμη την Ελλάδα κράτος με οργάνωσιν εσωτερικήν».
Γύρω του συγκεντρώθηκαν πολλοί από τους σημαντικότερους λογίους, συγγραφείς και δημοσιογράφους της εποχής: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Δημήτριος Βικέλας, ο Άγγελος Βλάχος, ο Αχιλλέας Παράσχος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης και ο Δημήτριος Καμπούρογλου ήταν ορισμένοι μόνο από όσους το δημοσίευμα τοποθετεί στο ευρύτερο τρικουπικό περιβάλλον.
«Σχεδόν όλοι οι λόγιοι και οι επιφανείς δημοσιογράφοι της εποχής εκείνης ανήκον εις το τρικουπικόν στρατόπεδον».
Ο ίδιος αντιλαμβανόταν πλήρως τη δύναμη του Τύπου: «Εσυνήθιζε να εμπνέη ο ίδιος τα άρθρα των φιλικών του εφημερίδων.
Εις την αρχήν δε του σταδίου του έγραφε και ο ίδιος πολιτικά άρθρα εις την “Ώραν”, όργανον του τρικουπικού κόμματος».
Ο άνθρωπος πίσω από τον πολιτικό
Παρότι έμεινε γνωστός για την αυστηρότητα και την αφοσίωσή του στην πολιτική, ο νεαρός Τρικούπης διέθετε και καλλιτεχνική πλευρά.
«Όταν ο Τρικούπης ήτο νέος και κατείχε την θέσιν του εν Λονδίνω επιτετραμμένου της Ελλάδος, έπαιζε θαυμάσια πιάνο».
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, παρότι, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, είχε δεχθεί προτάσεις γάμου από εύπορες Ελληνίδες του Λονδίνου. Η ζωή του περιγράφεται ως ασκητική, ολοκληρωτικά αφιερωμένη στην πολιτική.
«Ο Τρικούπης απέθανε πτωχός»
Μετά την εκλογική του ήττα το 1895 και την αποτυχία του να εκλεγεί ακόμη και βουλευτής, ο Τρικούπης αποχώρησε από την πολιτική ζωή. Πέθανε στις Κάννες στις 30 Μαρτίου 1896, σε ηλικία 63 ετών:
«Ο Τρικούπης απέθανε πτωχός. Είχε μικράν πατρικήν περιουσίαν, την οποίαν απεστράγγισε η πολιτική. Αφήκεν ολίγα χρέη εις την Εθνικήν Τράπεζαν.
»Η αδελφή του δεν είχε τα μέσα δια να μεταφέρη από τας Κάννας εις τας Αθήνας την σορόν του εκλιπόντος πολιτικού. Η κυβέρνησις Δηλιγιάννη δεν ηθέλησε δια κρατικού σκάφους να μεταφέρη τον νεκρόν. Και τα έξοδα της μεταφοράς τα προσέφερεν ο Ανδρέας Συγγρός».
Μετά τον θάνατό του, ο βασιλιάς Γεώργιος ζήτησε να του επιστραφούν οι επιστολές που είχε στείλει κατά καιρούς στον Τρικούπη. Η Σοφία Τρικούπη αρνήθηκε.
Ο αρθρογράφος κλείνει τη σκιαγραφία του με μια αναφορά στο απόρρητο αρχείο του Τρικούπη, το οποίο, όπως έγραφε, φυλασσόταν σφραγισμένο στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής Τράπεζας:
«Ποίος άραγε και πότε θα το ανοίξη; Μυστήριον!»




