Με μια σειρά αποφάσεων του το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, δημιουργεί μια εντελώς νέα συνθήκη για τις ισορροπίες εντός του πλέγματος των εξουσιών και του συστήματος των θεσμικών αντίβαρων, καθώς ναι μεν κάποιες εκ των αποφάσεων του, όπως αυτή για το δικαίωμα της χορήγησης υπηκοότητας ήταν κατά των πολιτικών που προωθεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και οι οποίες πλήττουν δικαιώματα, όμως κάποιες άλλες ενίσχυσαν ιδιαίτερα τις εξουσίες του προέδρου.
Το ανώτατο δικαστικό όργανο των ΗΠΑ εξέδωσε την Τρίτη αποφάσεις σε τρεις ιδιαίτερα σημαντικές υποθέσεις, ολοκληρώνοντας ακόμη μία ιδιαίτερα καθοριστική εννεάμηνη δικαστική περίοδο, κατά την οποία κυριάρχησαν οι νομικές διαμάχες που αφορούσαν τον Τραμπ και την κυβέρνησή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου οι συντηρητικοί δικαστές διαθέτουν πλειοψηφία έξι έναντι τριών, επέφερε στον Τραμπ τρεις σημαντικές ήττες κατά τη διάρκεια της δικαστικής χρονιάς – σχετικά με τους δασμούς, το δικαίωμα στην ιθαγένεια λόγω γέννησης στις ΗΠΑ και την προσπάθειά του να απομακρύνει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve). Παράλληλα, όμως, συνέχισε να στηρίζει την επιθετική αξιοποίηση των προεδρικών εξουσιών από τον Αμερικανό πρόεδρο, διευρύνοντας σημαντικά τις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας.
«Η κυβέρνηση Τραμπ προώθησε μια ιδιαίτερα διευρυμένη αντίληψη για τις προεδρικές εξουσίες, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο σε μεγάλο βαθμό υιοθέτησε», δήλωσε ο καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο George Mason, Ρόμπερτ Λούθερ Γ΄.
«Σοβαρή αναστάτωση»
Κατά τη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ επιχείρησε να επεκτείνει τις εξουσίες του τόσο στην εσωτερική πολιτική όσο και στην εξωτερική πολιτική, προκαλώντας σειρά δικαστικών προσφυγών.
Όταν αυτές οι υποθέσεις έφτασαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι δικαστές επέδειξαν, κατά γενικό κανόνα, ιδιαίτερη επιείκεια απέναντί του, αποφεύγοντας την άμεση σύγκρουση με έναν πρόεδρο που έχει ανατρέψει πολλές από τις καθιερωμένες πολιτικές πρακτικές, εκτός από τις περιπτώσεις όπου οι διεκδικήσεις του κρίθηκαν εξαιρετικά ακραίες.
«Οι εξαιρέσεις σε αυτή τη γενική τάση ήταν οι υποθέσεις στις οποίες οι θέσεις του προέδρου απείχαν τόσο πολύ από οποιαδήποτε εύλογη νομική βάση ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ήταν διατεθειμένο να τον ακολουθήσει μέχρι εκεί ή εκείνες στις οποίες το δικαστήριο φάνηκε να φοβάται ότι οι αποφάσεις του θα προκαλούσαν σοβαρή αναστάτωση στις αγορές ή στην οικονομία συνολικά», σχολίασε η καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Syracuse, Τζένι Μπριν.
Με διαδικασίες εξπρές οι αποφάσεις που ενισχύουν τον πρόεδρο
Η δικαστική περίοδος που ολοκληρώθηκε χαρακτηρίστηκε σε ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό από υποθέσεις που αφορούσαν τον πρόεδρο, με πολλές από αυτές να εξετάζονται μέσω της λεγόμενης «σκιώδους ατζέντας» του Ανώτατου Δικαστηρίου. Πρόκειται για διαδικασίες κατά τις οποίες οι δικαστές λαμβάνουν ταχύτατες αλλά ιδιαίτερα σημαντικές αποφάσεις εκτός της συνήθους δικαστικής διαδικασίας, χωρίς εκτενή υπομνήματα, δημόσιες ακροάσεις ή προφορικές αγορεύσεις και συνήθως χωρίς να εξηγούν αναλυτικά το νομικό τους σκεπτικό.
Η συντηρητική πλειοψηφία στήριξε τον Τραμπ στις περισσότερες από αυτές τις υποθέσεις, επιτρέποντάς του να εφαρμόσει βασικές πολιτικές του όσο οι προσφυγές κατά της νομιμότητάς τους εξελίσσονταν στα κατώτερα δικαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο του επέτρεψε να προχωρήσει σε επιθετικές επιχειρήσεις για τον εντοπισμό και τη σύλληψη μεταναστών, κατά τις οποίες μπορούσαν να στοχοποιούνται άτομα με βάση τη φυλή ή τη γλώσσα τους, να περικόψει επιχορηγήσεις των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (National Institutes of Health) για έρευνες που αφορούσαν φυλετικές μειονότητες ή ΛΟΑΤΚΙ άτομα, καθώς και να απαγορεύσει στους αιτούντες διαβατήριο να επιλέγουν στο έγγραφο το φύλο που ανταποκρίνεται στην ταυτότητα φύλου τους.
Μετανάστευση και εθνική ασφάλεια αλά Τραμπ με τη βούλα του Ανώτατου Δικαστηρίου
Πέρα από τις επείγουσες προσφυγές, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του Τραμπ και σε υποθέσεις που εξετάστηκαν μέσω της κανονικής δικαστικής διαδικασίας, ύστερα από εκτενή προετοιμασία, ανταλλαγή υπομνημάτων και ακροαματική διαδικασία, μεταξύ άλλων αποδεχόμενο τις προσπάθειές του να περιορίσει τη μετανάστευση.
Το δικαστήριο έχει επανειλημμένα επιδείξει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στην κρίση του προέδρου σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και η εθνική ασφάλεια. Την περασμένη εβδομάδα, οι συντηρητικοί δικαστές χάρισαν στην κυβέρνηση Τραμπ τρεις ακόμη νίκες, παρά τη διαφωνία των φιλελεύθερων μελών του δικαστηρίου, διευκολύνοντας την απέλαση μεταναστών ή την άρνηση εισόδου στις ΗΠΑ ακόμη και σε άτομα που διαθέτουν νόμιμο καθεστώς παραμονής.
Μεταξύ αυτών των αποφάσεων ήταν και η δυνατότητα της κυβέρνησης να αφαιρέσει από εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από την Αϊτή και τη Συρία το ειδικό ανθρωπιστικό καθεστώς που τους προστάτευε από την απέλαση.
Η ανατροπή της υπόθεσης Humphrey’s Executor
Τη Δευτέρα, οι συντηρητικοί δικαστές εξέδωσαν μία απόφαση-ορόσημο, την οποία αρκετοί νομικοί θεωρούν ότι ενισχύει τις εξουσίες του προέδρου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόφαση στην ιστορία του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Με την απόφαση αυτή επέτρεψαν στον Τραμπ να απομακρύνει επικεφαλής ανεξάρτητων ομοσπονδιακών ρυθμιστικών αρχών, συγκεντρώνοντας ουσιαστικά στα χέρια του τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Παράλληλα, το δικαστήριο ανέτρεψε το ιστορικό προηγούμενο του 1935 στην υπόθεση Humphrey’s Executor κατά ΗΠΑ, το οποίο μέχρι σήμερα προστάτευε τους επικεφαλής αυτών των ανεξάρτητων αρχών από την αυθαίρετη απομάκρυνσή τους από τον εκάστοτε πρόεδρο.
Η ανατροπή του συγκεκριμένου δεδικασμένου αποτελούσε επί σειρά ετών βασικό στόχο του συντηρητικού νομικού κινήματος στις ΗΠΑ.
Οι επικριτές της απόφασης υποστηρίζουν ότι αυτή θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πολιτικοποίηση των ομοσπονδιακών υπηρεσιών, τις οποίες το Κογκρέσο είχε επιδιώξει να εμπιστευθεί σε ανεξάρτητους και ακομμάτιστους ειδικούς, ενώ παράλληλα θα εντείνει τις κομματικές εναλλαγές στη ρυθμιστική πολιτική του αμερικανικού κράτους.
Οι τρεις φιλελεύθεροι δικαστές της μειοψηφίας υποστήριξαν ότι η απόφαση εκχωρεί υπερβολική εξουσία στον πρόεδρο, επιτρέποντάς του ακόμη και να ενεργεί αντίθετα προς τους νόμους.
«Το δικαστήριο παραχωρεί στον πρόεδρο μία εξουσία που δεν είχε γνωρίσει ούτε το αγγλικό Στέμμα, εναντίον του οποίου επαναστάτησαν οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών», έγραψε η δικαστής Σόνια Σοτομαγιόρ, με τη σύμφωνη γνώμη των συναδέλφων της Έλενα Κέιγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον.
Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Cornell, Γκοτάμ Χανς, χαρακτήρισε την απόφαση «τη δικαίωση δεκαετιών συντηρητικής νομικής επιχειρηματολογίας».
«Όποιες κι αν ήταν οι ήττες της κυβέρνησης, είναι μάλλον ιδιαίτερα ικανοποιημένη που εξασφάλισε αυτό το τόσο σημαντικό κέρδος», σημείωσε.
Υιοθέτηση των θέσεων της κυβέρνησης Τραμπ
Ορισμένοι νομικοί επισήμαναν επίσης ότι το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις νομικές θέσεις της κυβέρνησης Τραμπ και σε σημαντικές υποθέσεις στις οποίες ο πρόεδρος δεν ήταν διάδικος, αλλά παρενέβη ως amicus curiae («φίλος του δικαστηρίου»).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορική απόφαση του Απριλίου, με την οποία αποδυναμώθηκε καθοριστική διάταξη του Νόμου περί Δικαιωμάτων Ψήφου (Voting Rights Act).
Με ψήφους 6 έναντι 3, οι συντηρητικοί δικαστές κατέστησαν δυσκολότερη τη δικαστική αμφισβήτηση εκλογικών περιφερειών ως προϊόντων φυλετικών διακρίσεων βάσει του ιστορικού νόμου περί πολιτικών δικαιωμάτων του 1965.
Η απόφαση ανοίγει τον δρόμο ώστε πολιτείες του αμερικανικού Νότου που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς να αναδιαμορφώσουν εκλογικές περιφέρειες στις οποίες πλειοψηφούν Αφροαμερικανοί ή Λατινοαμερικανοί ψηφοφόροι και σήμερα εκλέγονται Δημοκρατικοί βουλευτές, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Οι Αφροαμερικανοί και οι Λατινοαμερικανοί ψηφοφόροι στηρίζουν παραδοσιακά τους υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Οι σημαντικές ήττες
Παρά τη γενικότερη ευνοϊκή στάση του δικαστηρίου απέναντι στον Τραμπ, δύο από τις σημαντικότερες ήττες του κατά τη φετινή δικαστική περίοδο έδειξαν ότι οι δικαστές δεν ήταν διατεθειμένοι να ενισχύσουν περαιτέρω τις εξουσίες του σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής.
Τον Φεβρουάριο, με ψήφους 6-3 και απόφαση που συνέταξε ο συντηρητικός πρόεδρος του δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τους εκτεταμένους παγκόσμιους δασμούς που είχε επιβάλει ο Τραμπ επικαλούμενος νόμο ο οποίος προορίζεται για περιπτώσεις εθνικής έκτακτης ανάγκης.
Η ήττα αυτή προκάλεσε την έντονη προσωπική αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος επιτέθηκε ακόμη και σε δύο δικαστές που είχε ο ίδιος διορίσει, τους Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνι Μπάρετ.
«Νομίζω ότι είναι ντροπή για τις οικογένειές τους, αν θέλετε να ξέρετε την αλήθεια, και οι δύο τους», δήλωσε ο Τραμπ.
Σε μία ακόμη σημαντική ήττα, τη Δευτέρα, το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να του επιτρέψει να απομακρύνει τη διοικήτρια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Λίζα Κουκ, προστατεύοντας την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Πολύ ευνοϊκότερες οι αποφάσεις του Δικαστηρίου για τον Τραμπ σε σχέση με τον Μπάιντεν
Παρά τις συγκεκριμένες ήττες, η μέχρι τώρα πορεία του Τραμπ στο μέσο της δεύτερης προεδρικής του θητείας είναι αισθητά ευνοϊκότερη από εκείνη του Δημοκρατικού προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με μία μακρά σειρά ιστορικών δικαστικών αποτυχιών ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
«Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ουσιαστικά την ίδια σύνθεση και επί προεδρίας Μπάιντεν, ωστόσο ήταν πολύ πιο πρόθυμο να απορρίψει τις σημαντικές πρωτοβουλίες του για την άσκηση της προεδρικής εξουσίας», παρατήρησε η Τζένι Μπριν. «Φυσικά, κάθε υπόθεση παρουσιάζει διαφορετικά νομικά επιχειρήματα, όμως η σύγκριση είναι εντυπωσιακή».
Την Τρίτη, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε επίσης ότι το προεδρικό διάταγμα του Τραμπ, με το οποίο επιχειρούσε να στερήσει το δικαίωμα στην αμερικανική ιθαγένεια από τα παιδιά ορισμένων μεταναστών που γεννιούνται στις ΗΠΑ, παραβιάζει τη διάταξη της 14ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία αναγνωρίζει την αμερικανική υπηκοότητα σε όσους γεννιούνται στις ΗΠΑ και «υπάγονται στη δικαιοδοσία τους».
Ο Ρόμπερτ Λούθερ χαρακτήρισε την απόφαση για την ιθαγένεια λόγω γέννησης «λανθασμένη» και «καταστροφική ήττα».
«Οι συνέπειές της θα γίνουν αισθητές σε ολόκληρη τη χώρα για πολλές δεκαετίες», δήλωσε. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι «η κυβέρνηση Τραμπ συνολικά έχει ανταμειφθεί επειδή προώθησε μια φιλόδοξη αντίληψη για τις προεδρικές εξουσίες και θεωρώ ότι πρέπει να συνεχίσει να το κάνει, αφού μέχρι σήμερα αυτή η στρατηγική έχει, σε γενικές γραμμές, δικαιωθεί».



