«Γνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά εμείς σε βλέπουμε, βλέπουμε καλά αυτό που κάνεις.
― Ναι, αλλά δεν βλέπετε τη σκέψη μου»
Α. Αρτώ
Αποβλακωνόμαστε. Με επί εικοσιτετραώρου πολιτική βαβούρα και με διανοητική αδράνεια, πρόσθεσε το επικινδυνότερο, την ηθικολογία, βάλε και διαφήμιση, ποδόσφαιρο, εγκλήματα, κι αυτό που ονομάζεις σκέψη (διάλογος, γραφή, ανάγνωση, επινόηση, εντιμότητα) δεν υπάρχει.
Δεν υπάρχει όμως, και η σκέψη εκείνη που προηγείται κάθε σκέψης, επειδή σκέφτεται την καταγωγή της.
Μας ενδιαφέρει;
Αν έχουμε να κάνουμε με ζωτικά θέματα, την φτώχεια ή την αρρώστια, θέλουμε δεν θέλουμε αυτή η σκέψη προκύπτει, χωρίς να μας ρωτήσει, από μόνη της.
Όταν δεν έχουμε τίποτα να πούμε, τάχα εν ονόματι της ιδιοφυΐας ή της πένας μας, όταν δεν έχουμε να πολιτευθούμε, να εξουσιάσουμε, να ζηλέψουμε, αυτή η προ -ηγούμενη σκέψη παράγεται ήδη μέσα στο σώμα μας και το μεταλλάσσει. Κάνει τον Τσίπρα, Τσίπρα, διότι ο Τσίπρας είναι το παράδειγμα κάποιου που το σώμα του δεν γέρασε αλλά έγινε ο ίδιος γέρος.
Και ό,τι βγαίνει από το σώμα του, ξαναειπωμένο, σχεδόν εγγαστρίμυθο, ό,τι προφέρεται για τον υπερφίαλο Μητσοτάκη ή τους “υπόλοιπους” του Βουλαρίνου -αυτού του είδους καλοπληρωμένου “maître penseur” της σήμερον -ό,τι ακούγεται τέλος πάντων, από βουλωμένα αυτιά είναι το τραγούδι της σειρήνας που ξέμεινε απο το δίκιο της Αριστεράς και αρίστευσε στο Πανεπιστήμιο της ίντριγκας με δάσκαλο τον Μαραντζίδη.
Ο λόγος όμως της ιδρυτικής σκέψης, άπαξ και τον εννοήσεις, ακούς το “εγώ” που πιστεύει ότι μιλάει χωρίς όμως να ξέρει και χωρίς να μπορεί να πει το «πόθεν» ομιλεί.
Αυτήν την άγνοια του “πόθεν”, πάλι η σκέψη τη συγκροτεί. Τότε το ”εγώ” ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον άλλον απέναντι -εφόσον ο «μεγάλος Άλλος» δεν είναι φυσικό πρόσωπο αλλά η συμβολική τάξη. Δηλαδή, το σύνολο των δομών που προϋπάρχουν της γέννησής μας και καθορίζουν την πραγματικότητά μας -συν οι ακατονόμαστοι ολιγάρχες που ξέρουμε. Τότε, δεν σε παραμυθιάζει η πονεμένη Καρυστιανού, δεν χαραμίζεσαι σε «Αιχμές».
Καμία χριστιανική παρακαταθήκη (“πνευματικοί”, ευχέλαια, κεριά λιβάνια) στη σκέψη αυτή.
Καμιά ψυχαναλυτική έπαρση, αφού έτσι κι αλλιώς στην ψυχανάλυση «δεν υπάρχει γιατρειά» -έλεγε ο Λακάν.
Εδώ η ομιλία της έχει κλαπεί από τον εαυτό της. “Από έναν κλέφτη”, θα πει ο Ντερριντά γράφοντας για τον Αρτώ, «ο οποίος έχει ήδη χάσει την κυριότητα και την πρωτοβουλία».
Αυτός λοιπόν ο αενάως δημοσκοπούμενος ψηφοφόρος, αν δεν κατανοήσει ότι η γνώμη και συνεπώς η αξία του αφανίστηκε από τον πολιτικό -πλασιέ του Θεού στη θέση Του μέσα στο «σύστημα» που ο ίδιος επινόησε (την αντιπροσωπευτική Δημοκρατία του ακαταμάχητου καπιταλισμού), για να υπάρξει ως Θεός, και επιπλέον, αν δεν συνειδητοποιήσει ότι αυτή η ψεύτικη αξία ενός πολιτικού, όταν συμβαίνει να γίνεται “αξία”, είναι γιατί έχει αντικαταστήσει το σώμα του ψηφοφόρου εξαπατώντας το πνεύμα του (κάτι αναθεωρήσεις του Συντάγματος, κάτι επικλήσεις πατριωτισμού), τότε το νευροκόπημα αρχίζει: κλείνεσαι σπίτι σου σαν τον Ντομένικο στη
«Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι, ή παραφρονείς, ή πας και ψηφίζεις πιστεύοντας πως τιμωρείς, ή ανοίγεσαι χωρίς να το πολυσκεφτείς στο έργο που το χρεωστάς στη ζωή, αποπερατώνοντας ερήμην σου όπως ο Αρτώ τη Δυτική μεταφυσική στις πλέον κριτικές σου στιγμές.
Τον έχεις διαβάσει;
Έχεις αναλογιστεί πως ο κλοιός μέσα στον οποίο ζεις είναι το πρώτο που πρέπει να σκεφτείς σοβαρά;
«Να σκεφτούμε τον κλοιό της παράστασης, σημαίνει λοιπόν να σκεφτούμε την αδυσώπητη δύναμη του θανάτου και του παιχνιδιού, που επιτρέπει στην παρουσία να αυτογεννηθεί, να απολαύσει τον εαυτό της δια της παραστάσεως, όπου αποκρύπτεται από τη διαφωρά της.» Κατάλαβες γιατί ο Ντερριντά γράφει τη “διαφωρά” με ωμέγα; Απο τι θέλει να σε απαλλάξει;
Αυτό που σου ζητάει είναι να μην συγκρίνεσαι (διαφορά) αλλά να αναβάλλεις (διαφωρά).
Η «διαφωρά», είναι η αυτο-κλοπή της παρουσίας σου.
Και αυτό το «se dérobe» (αυτο-κλοπή), όπως μου γράφει ο Γιώργος Κιμούλης, γίνεται η κορύφωση μιας πράξης που διατρέχει – τουλάχιστον σε εμένα- ολόκληρη τη σκέψη μου- όπως η ποίηση την πολιτειακή σκέψη του Προκόπη Παυλόπουλου.
ΥΓ.
Ενοχλεί η δυστροπία του κειμένου μου;
Διαβάζεται σαν την μαγική εικόνα με κουκκίδες και αριθμούς (1, 2, 3…) που το παιδί ενώνει με το μολύβι του για να αποκαλυφθεί το κρυμμένο σχέδιο.



