Φόβο και ανησυχία έχει προκαλέσει σε λουόμενους και ψαράδες η εμφάνιση ενός ξενικού είδους ψαριών στις ελληνικές παραλίες. Οι λαγοκέφαλοι όμως, δε βρέθηκαν στη λεκάνη της Μεσογείου για πρώτη φορά το φετινό καλοκαίρι, ήδη από το 2003 κολυμπάνε στα νερά της. Μάλιστα, ήδη από το Νοέμβριο του 2025, οι αλιείς που συμμετείχαν στις αγροτικές κινητοποιήσεις είχαν επισημάνει τα προβλήματα που προκαλούν τόσο στην ψαριά τους, όσο και στον εξοπλισμό τους.
«Το ζήτημα του λαγοκέφαλου δεν είναι ούτε απλό, ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές κινήσεις. Μιλάμε για ένα ξενικό χωροκατακτητικό είδος, το οποίο έχει πλέον εξαπλωθεί σημαντικά στις ελληνικές θάλασσες, προκαλεί σοβαρές ζημιές στους επαγγελματίες αλιείς και στα αλιευτικά εργαλεία τους, επηρεάζει τα θαλάσσια οικοσυστήματα και, λόγω της τοξικότητάς του, συνδέεται και με ζήτημα δημόσιας υγείας», εξηγεί στο «Βήμα» ο Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Τι είναι αυτό που κάνει τους λαγοκέφαλους τόσο επικίνδυνους;
«Ο λαγοκέφαλος είναι ένας μεγαλόσωμος θηρευτής, μπορεί να φτάσει τα 8 κιλά σε βάρος και περιέχει μια ισχυρή νευροτοξίνη στη σάρκα, το δέρμα και τα εντόσθιά του, που μπορεί να προκαλέσει δηλητηρίαση ή και θάνατο σε ανθρώπους που θα τον φάνε. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον άνθρωπο μπορεί να προέλθει από την κατανάλωση του είδους αυτού. Σε μελέτη που έχει δημοσιευθεί, σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, σε μια 20ετία έχουν καταγραφεί 144 περιπτώσεις δηλητηρίασης και 27 θάνατοι ανθρώπων που έφαγαν λαγοκέφαλο», σημειώνει στο «Βήμα» η Δρ. Νότα Περιστεράκη, Θαλάσσια Βιολόγος, στο Ινστιτούτο θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων Και Εσωτερικών Υδάτων του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).

Ο Σπύρος Πρωτοψάλτης, από την πλευρά του, τονίζει ότι «περιέχει τετροδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη που δεν καταστρέφεται ούτε με το μαγείρεμα ούτε με την κατάψυξη, η κατανάλωσή του απαγορεύεται. Άρα, οποιοδήποτε σχέδιο δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στο “να τον ψαρέψουμε”. Πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένους κανόνες για την καταγραφή, τη συγκέντρωση, τη μεταφορά και την ασφαλή διαχείριση της βιομάζας».
«Άρα η τοξικότητά του είναι το χαρακτηριστικό που τον κάνει ιδιαίτερα επικίνδυνο για τον άνθρωπο, αλλά μόνο στην περίπτωση που τον καταναλώσει», συμπληρώνει η ίδια. Παράλληλα, αναφέρει πως: «Το χαρακτηριστικό που τον κάνει όμως επικίνδυνο για τους ψαράδες είναι τα ισχυρά και κοφτερά δόντια του (4 μεγάλα δόντια που σχηματίζουν ένα ισχυρό «ράμφος παπαγάλου»), με τα οποία σκίζει τα δίχτυα τους, κόβει τα σκοινιά τους, τις πετονιές και τα αγκίστρια τους και τρώει τα ψάρια που έχουν πιαστεί στα δίχτυα και τα παραγάδια τους, καταστρέφοντας την ψαριά τους. Η μελέτη που έχουμε κάνει για τις ζημιές που προκαλούν στους ψαράδες, δείχνει ένα μέσο ετήσιο κόστος γύρω στις 8500 Ευρώ, για την αντικατάσταση των αλιευτικών εργαλείων που καταστρέφει, τη ζημία από τα φαγωμένα αλιεύματα, τα χαμένα μεροκάματα και τις απλήρωτες εργατοώρες για την επισκευή διχτυών και παραγαδιών».
Η Δρ. Νότα Περιστεράκη τονίζει πως το εν λόγω θέμα έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην κοινή γνώμη, ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι πολλές φορές δε γίνεται σωστή ενημέρωση από τα ΜΜΕ και για αυτό οι πολίτες διακατέχονται από πανικό.
«Τα ισχυρά του δόντια, έχουν προκαλέσει και τον τρόμο στους κολυμβητές, κυρίως λόγω του πανικού που σπείρουν τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα αυτές τις μέρες, αλλά και τα 5 λεπτά δημοσιότητας για μη ειδικούς, που δεν διστάζουν να τοποθετηθούν επί του θέματος. Στα πλαίσια της μελέτης που αναφέρεται παραπάνω, σε μιά 20ετία, σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, οι επιβεβαιωμένες “επιθέσεις” λαγοκέφαλου σε λουόμενους ήταν 28. Αν και μπορεί να υπάρχουν και κάποιες που δεν ανακοινώθηκαν σε site, social και ΜΜΕ, η σπανιότητα αυτών των επιθέσεων δεν δικαιολογεί όλον αυτόν τον θόρυβο, τον τρόμο και τον πανικό των τελευταίων ημερών», λέει χαρακτηριστικά.

Πώς έφτασαν οι λαγοκέφαλοι στην Ελλάδα και σε ποιες άλλες χώρες έχουν εντοπιστεί;
«Ο λαγοκέφαλος εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και στην Ελλάδα καταγράφηκε για πρώτη φορά το 2005, αρχικά σε Κρήτη και Δωδεκάνησα. Από τότε έχει εξαπλωθεί με ταχύτητα, λόγω και της αύξησης της θερμοκρασίας των θαλασσών, της μεγάλης αναπαραγωγικής του ικανότητας και της απουσίας επιβεβαιωμένων φυσικών θηρευτών. Πρόκειται για ιδιαίτερα ανθεκτικό και επιθετικό είδος, που τρέφεται με ψάρια, καρκινοειδή και κεφαλόποδα, ενώ με τα ισχυρά του δόντια προκαλεί μεγάλες φθορές σε δίχτυα, παραγάδια και αλιεύματα», επισημαίνει ο Σπύρος Πρωτοψάλτης.
Η Δρ. Νότα Περιστεράκη προσθέτει από την πλευρά της, πως ο λαγοκέφαλος ήρθε στη Μεσόγειο μέσω του Καναλιού του Σουέζ -επισήμως το 2003.
«Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, λόγω της κλιματικής αλλαγής, ευνοεί αυτό το τροπικό είδος. Σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτο, Συρία, Ισραήλ, Γάζα, Λίβανο, Τουρκία, Κύπρο) υπάρχουν πολύ μεγαλύτεροι πληθυσμοί του είδους, σε σχέση με την Ελλάδα. Ωστόσο, ο λαγοκέφαλος έχει φτάσει πλέον σε όλες τις χώρες της Μεσογείου. Λόγω της τοξίνης που περιέχει, δεν έχει εχθρούς στη Μεσόγειο -προς το παρόν- ενώ οι αλιείς αποφεύγουν τις περιοχές που είναι άφθονος ο λαγοκέφαλος, για να αποφύγουν τις ζημιές που τους προκαλεί. Όλα αυτά, μαζί με κάποια βιολογικά χαρακτηριστικά του, βοηθούν να αυξάνονται ανεξέλεγκτα οι πληθυσμοί του στη Μεσόγειο», υπογραμμίζει η ίδια.
Ποιος έχει την ευθύνη για την επίλυση του προβλήματος και τι προτείνει η επιστημονική κοινότητα;
Η Δρ. Νότα Περιστεράκη τονίζει αρχικά, ότι «ένα σημαντικό κομμάτι στη λύση του προβλήματος είναι η σωστή ενημέρωση. Αν και οι επιστήμονες ενημερώνουν τους πολίτες μέσω των ΜΜΕ, η ευθύνη της ενημέρωσης πρέπει να αναληφθεί από υπηρεσίες του κράτους και αρμόδιους τοπικούς φορείς, με συμβουλή από επιστημονικούς φορείς. Δεν νοείται, στα πλαίσια δήθεν ενημέρωσης, να δημιουργούνται στρεβλές εντυπώσεις και να διασπείρεται πανικός και παραπληροφόρηση».
Συνεχίζει εξηγώντας πως «όσον αφορά τα διαχειριστικά μέτρα για τη μείωση των πληθυσμών, η ευθύνη βρίσκεται στους διαχειριστικούς φορείς της πολιτείας (π.χ. Υπουργεία, Διαχειριστικές αρχές). Οι επιστήμονες, παρ’ όλο που η χρηματοδότηση για εκπόνηση μελετών είναι από ισχνή ως ανύπαρκτη, έχουν προτείνει διαχειριστικά μέτρα. Ένα από αυτά είναι η επιδότηση της εξαλίευσης του λαγοκέφαλου από την παράκτια εμπορική αλιεία, η οποία υφίσταται και τις μεγαλύτερες ζημίες, πρόταση που έχει περιληφθεί και στη νομοθεσία περί τοξικών και επιβλαβών ξενικών ειδών. Ωστόσο χρειάζεται εξειδίκευση της νομοθεσίας για τη γενική εφαρμογή του μέτρου, γι’ αυτό χρειάζεται άμεσα να εκπονηθούν κάποια πιλοτικά προγράμματα για να λυθούν νομοθετικά και τεχνικά προβλήματα που υπάρχουν στην εφαρμογή του».

«Αυτό που κάνουμε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, είναι να επεξεργαζόμαστε ένα οργανωμένο σχέδιο παρέμβασης. Βασικός άξονας είναι η στοχευμένη εξαλίευση του είδους από επαγγελματίες αλιείς, με οικονομικό κίνητρο, ώστε να υπάρξει πραγματική συμμετοχή του επαγγελματικού αλιευτικού κόσμου και ουσιαστική μείωση της πίεσης που ασκεί το είδος στις περιοχές, όπου εμφανίζεται εντονότερα», εξηγεί ο Σπύρος Πρωτοψάλτης.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΥπΑΤΤ προσθέτει δε, πως «στο πλαίσιο αυτό εξετάζουμε και τι μπορεί να αξιοποιηθεί από το σχέδιο διαχείρισης/σχέδιο δράσης που εκπονήθηκε το 2024 από το ΕΛΚΕΘΕ για λογαριασμό του ΟΦΥΠΕΚΑ. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Υπάρχει επιστημονική δουλειά, υπάρχουν δεδομένα και υπάρχουν προτάσεις που πρέπει να αξιολογηθούν επιχειρησιακά, οικονομικά και θεσμικά, ώστε να δούμε τι μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα και τι χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση».
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες;
«Οι πολίτες, το πρώτο που πρέπει να γνωρίζουν είναι ότι δεν πρέπει να καταναλώνουν το είδος αυτό. Επίσης, να είναι ενήμεροι ότι πολύ σπάνια θα δούν το συγκεκριμένο είδος λαγοκέφαλου στη θάλασσα (αντιθέτως, μπορεί να δούν τον νανολαγοκέφαλο), αλλά στη σπάνια περίπτωση που θα το συναντήσουν πρέπει να απομακρυνθούν και να μην επιχειρήσουν να τον πλησιάσουν. Να γνωρίζουν ότι τα ισχυρά του δόντια μπορεί να προκαλέσουν σημαντικά τραύματα, αλλά και ότι η πιθανότητα να συμβεί ένα τέτοιο περιστατικό είναι απειροελάχιστη, με τα μέχρι τώρα δεδομένα», τονίζει η Δρ. Νοτά Περιστεράκη.
Η ίδια υπογραμμίζει πως οι λουόμενοι δε θα πρέπει να φοβούνται, αντιθέτως θα πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες των ειδικών και να ενημερώνονται σωστά. «Προφανώς, δεν πρέπει να φοβούνται να κολυμπήσουν και προφανώς δεν πρέπει να τρομοκρατούνται από την τρομολαγνεία πολλών ΜΜΕ/social/sites. Πολλές πληροφορίες μπορούν να βρούν στο site: lionhare.hcmr.gr. Βεβαίως, λόγω του αυξημένου τουρισμού, υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι ενήμεροι και καλό θα ήταν να υπάρξει μέριμνα συστηματικής ενημέρωσής τους από αρμόδιους φορείς», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Πώς μπορεί να επιλυθεί το πρόβλημα;
Η κυβέρνηση προχωράει στην ανακοίνωση μέτρων για την αντιμετώπιση του προβλήματος, όπως εξηγεί χαρακτηριστικά ο Σπύρος Πρωτοψάλτης, «η λογική μας είναι ότι η παρέμβαση πρέπει να έχει τρία χαρακτηριστικά: να είναι στοχευμένη, να είναι ελεγχόμενη και να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Δεν παρουσιάζουμε τη στοχευμένη εξαλίευση ως “μαγική λύση” ή ως οριστική εξάλειψη του προβλήματος. Μπορεί, όμως, να συμβάλει στον περιορισμό του αναπαραγωγικού αποθέματος του λαγοκέφαλου, να μειώσει τις ζημιές για τους αλιείς και να μας δώσει πολύτιμα στοιχεία για την παρουσία, την εξάπλωση και τις περιοχές συγκέντρωσης του είδους».
Ο Γενικός Γραμματέας του αρμόδιου υπουργείου προσθέτει δε, ότι «ως προς την οικονομική ενίσχυση, δεν μιλάμε για μια οριζόντια επιδότηση. Μιλάμε για στοχευμένο οικονομικό κίνητρο προς επαγγελματίες αλιείς που θα συμμετάσχουν στην οργανωμένη δράση εξαλίευσης και παράδοσης λαγοκέφαλων, με συγκεκριμένους όρους, διαδικασίες ελέγχου και κανόνες ασφαλούς διαχείρισης».

«Ένας τρόπος περιορισμού των προβλημάτων, που προέρχονται από τους αυξημένους πληθυσμούς λαγοκέφαλου σε κάποιες περιοχές, είναι ο περιορισμός των πληθυσμών του. Η εμπειρία που υπάρχει μέχρι τώρα για τον περιορισμό των πληθυσμών του λαγοκέφαλου στη Μεσόγειο, προέρχεται κυρίως από την Κύπρο, όπου έχει εφαρμοστεί πρόγραμμα επιδοτούμενης εξαλίευσης του λαγοκέφαλου εδώ και μερικά χρόνια (και πρόσφατα στην Τουρκία). Γνωρίζουμε ότι ψαρεύονται, μόνο στην ελεύθερη Κύπρο, γύρω στους 35-40 τόνοι λαγοκέφαλων ετησίως», σημειώνει η Δρ. Νότα Περιστεράκη, από την πλευρά της επιστημονικής κοινότητας.
Ως προς το οικονομικό σκέλος ο Σπύρος Πρωτοψάλτης επισημαίνει ότι «η κατεύθυνση που εξετάζουμε είναι το ύψος της ενίσχυσης να είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο κυπριακό μοντέλο, όπου το οικονομικό κίνητρο διαμορφώνεται στα 4,73 ευρώ ανά κιλό. Θέλουμε το κίνητρο να είναι πραγματικό και να λαμβάνει υπόψη το κόστος των επαγγελματιών αλιέων, αλλά και τις ειδικές απαιτήσεις που έχει η διαχείριση ενός τοξικού είδους».
«Η επικοινωνία μας με Κύπριους συναδέλφους δείχνει ότι τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά. Στην Ελλάδα, έχουμε δημιουργήσει ισχυρά πειραματικά επιλεκτικά εργαλεία για τον λαγοκέφαλο, τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποτελεσματική στόχευσή του από τους αλιείς, αν τους δοθεί το οικονομικό κίνητρο. Επίσης, η εφαρμογή του μέτρου θα δημιουργούσε προϋποθέσεις και για την περαιτέρω αξιοποίηση της βιομάζας του για άλλες χρήσεις (π.χ. κομποστοποίηση, ιχθυοτροφές κ.α), δίνοντας ένα επιπλέον οικονομικό κίνητρο στους αλιείς για να τον στοχεύσουν», συμπληρώνει η Δρ. Νότα Περιστεράκη.
«Οι τελικές ανακοινώσεις θα εξειδικεύσουν το ακριβές ποσό, τις περιοχές εφαρμογής, τους δικαιούχους, τον τρόπο καταβολής, τα σημεία συγκέντρωσης και τον μηχανισμό ελέγχου. Προτεραιότητά μας είναι να υπάρξει ένα σχέδιο σοβαρό, εφαρμόσιμο και ασφαλές, που θα στηρίζει τους επαγγελματίες αλιείς, θα προστατεύει τη δημόσια υγεία και θα συμβάλλει στην προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας», καταλήγει ο Σπύρος Πρωτοψάλτης.
Τέλος, η Δρ. Νότα Περιστεράκη αναφέρει πως: «Έχουν γίνει και κάποιες επιστημονικές μελέτες για πιθανή αξιοποίηση της βιομάζας του. Η εφαρμογή, ωστόσο, είτε πιλοτικά είτε καθολικά, του μέτρου αυτού θα δημιουργούσε προϋποθέσεις και για την περαιτέρω αξιοποίηση της βιομάζας του για άλλες χρήσεις (π.χ. κομποστοποίηση, ιχθυοτροφές κ.α), δίνοντας ένα επιπλέον οικονομικό κίνητρο στους αλιείς για να τον στοχεύσουν».





