Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οι τελευταίες δημογραφικές προβολές της Eurostat για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Απριλίου 2026, ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί κατά 30,1% έως το τέλος του αιώνα, από 10,37 εκατομμύρια σήμερα σε περίπου 7,24 εκατομμύρια κατοίκους. Η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το όριο των 10 εκατομμυρίων ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2030.

Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η δημογραφική υποχώρηση δεν αποτελεί μελλοντικό ενδεχόμενο αλλά παρούσα πραγματικότητα. Οι γεννήσεις υποχώρησαν για πρώτη φορά κάτω από τις 70.000, ενώ οι γάμοι κατέγραψαν νέα σημαντική μείωση. Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις έναντι 126.916 θανάτων, οδηγώντας σε αρνητικό φυσικό ισοζύγιο 58.449 ατόμων.

Η συνηθισμένη ανάλυση θα σταματούσε εδώ: οικονομική κρίση, ακρίβεια, έλλειψη κατοικίας, η «brain drain» γενιά που αδειάζει τη χώρα. Όλα αυτά υπάρχουν και μετράνε. Όμως αφήνουν αναπάντητο ένα ερώτημα που τα δεδομένα του 2026 κάνουν επιτακτικό: γιατί η υπογεννητικότητα επιταχύνεται σε χώρες με εντελώς διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, κατά την ίδια περίοδο που επεκτάθηκε ραγδαία η χρήση smartphones και social media;

Από το 4G στη δημογραφική μετάβαση: Ένα εύρημα που προκαλεί συζήτηση

Τον Μάιο του 2026 δυο οικονομολόγοι, οι Nathan Hudson και Hernan Moscoso Boedo από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι, δημοσίευσαν μια μελέτη που έκανε πρωτοσέλιδο στους Financial Times. Ανέλυσαν δεδομένα από 128 χώρες με διαφορετικά συστήματα υγείας, κοινωνικές πολιτικές, θρησκείες και οικονομικά επίπεδα. Το ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι ότι η μείωση της γονιμότητας παρατηρείται σε μία συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου, αλλά ότι εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα σε κοινωνίες με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Βασικό εύρημα έρευνας Hudson & Moscoso Boedo (SSRN, Απρίλιος 2026)

Η γονιμότητα στις ΗΠΑ μεταξύ εφήβων κατέρρευσε κατά 71% από το 2007, τη χρονιά κυκλοφορίας του πρώτου iPhone. Η πτώση ήταν ταχύτερη και βαθύτερη εκεί που η κάλυψη 4G έφτασε νωρίτερα. Η ίδια ανάλυση για Αγγλία και Ουαλία (NHS: ελεύθερη αντισύλληψη) επέστρεψε το ίδιο αποτέλεσμα, αποκλείοντας κοινωνικές πολιτικές ως αιτία.
Τα ημερολόγια χρήσης χρόνου αποκαλύπτουν τον μηχανισμό: η δια ζώσης κοινωνικοποίηση στους νέους υποδιπλασιάστηκε, ο ψηφιακός χρόνος αναψυχής τριπλασιάστηκε.

Η μεθοδολογική καινοτομία ήταν η χρήση της γεωγραφίας ως φυσικού πειράματος: περιοχές με ορεινό ανάγλυφο έλαβαν αργότερα κάλυψη 4G, και αυτή η καθυστέρηση αποκάλυψε την αιτιότητα. Τα ευρήματα της μελέτης υποδεικνύουν έναν πιθανό μηχανισμό: όσο μειώνεται ο χρόνος δια ζώσης κοινωνικοποίησης, τόσο περιορίζονται οι ευκαιρίες δημιουργίας σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων, με πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες και στη γονιμότητα.

Η αλγοριθμική μοναξιά: Το ελληνικό παράδοξο

Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου χρησιμοποιώ τον όρο «αλγοριθμική μοναξιά» για να περιγράψω την κατάσταση κατά την οποία η αυξημένη ψηφιακή διασύνδεση συνυπάρχει με τη μείωση της δια ζώσης κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Δεν πρόκειται για κλινικό ή καθιερωμένο δημογραφικό όρο, αλλά για ένα ερμηνευτικό σχήμα που επιχειρεί να περιγράψει μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.

Η Ελλάδα παρουσιάζει μια ιδιαίτερη σύνθεση παραγόντων που κάνουν το φαινόμενο ακόμη πιο οξύ από τον διεθνή μέσο όρο. Σύμφωνα με τα στοιχειά της Eurostat, το 89,3% των νέων 16-29 ετών χρησιμοποιεί καθημερινά social media, ενώ η ηλικιακή ομάδα 25-34 στην Ελλάδα είναι η πιο ψηφιακά ενεργή, ακριβώς εκείνη που βρίσκεται στο «παράθυρο» απόκτησης πρώτου παιδιού.

Το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν οι νέοι χρησιμοποιούν περισσότερο τα ψηφιακά μέσα για κοινωνική αλληλεπίδραση. Αυτό είναι πλέον δεδομένο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η ψηφιακή επικοινωνία μπορεί να υποκαταστήσει τις κοινωνικές σχέσεις που παραδοσιακά αναπτύσσονταν στον φυσικό χώρο.

Τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν την αίσθηση συνεχούς διασύνδεσης. Ωστόσο, η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι η συχνότητα της ψηφιακής επικοινωνίας δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την ποιότητα ή το βάθος των διαπροσωπικών σχέσεων.

Οι τρεις αλγοριθμικοί μηχανισμοί

(*): Ενδεικτική απεικόνιση παραγόντων που συνδέονται στη βιβλιογραφία με την αναβολή τεκνοποίησης

Δεν είναι τυχαίο ότι η Γενική Έκθεση στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026 επέλεξε ως θέμα τη σχέση social media και μοναξιάς. Η γενιά των 18χρονων το διατυπώνει με ακρίβεια: «το πραγματικό πρόβλημα της γενιάς μου δεν είναι η μοναξιά, αλλά η έκλειψη της ουσίας».

Από το Cafe Economy στο Screen Economy: Μια Ελληνική Τομή

Η ελληνική κοινωνία διέθετε διαχρονικά ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα απέναντι στις τάσεις κοινωνικής απομόνωσης: το καφενείο, την πλατεία, τη γειτονιά και τον δρόμο ως χώρους καθημερινής συνάντησης. Σε προηγούμενα άρθρα και δημόσιες παρεμβάσεις μου έχω περιγράψει αυτό το ιδιαίτερο κοινωνικό κεφάλαιο της Ελλάδας με τον όρο “Cafe Economy”. Πρόκειται για ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που δεν βασίζεται μόνο στην οικονομική δραστηριότητα, αλλά κυρίως στην καθημερινή δια ζώσης συνάντηση, στην αυθόρμητη κοινωνικοποίηση και στη δημιουργία δεσμών εμπιστοσύνης στον δημόσιο χώρο. Ως ερευνητής, θεωρώ ότι η σταδιακή αποδυνάμωση αυτών των χώρων συνάντησης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταβολές της τελευταίας εικοσαετίας.

Η μετάβαση προς αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Screen Economy» αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταβολές στον τρόπο κοινωνικοποίησης των Ελλήνων κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Οι δυνατότητες ψηφιακής επικοινωνίας έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των δια ζώσης κοινωνικών σχέσεων ή αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, λειτούργησε υποκαταστατικά προς αυτές.

Η Γεωγραφία της Κρίσης: Ποιες Περιφέρειες Εκπέμπουν SOS

Η δημογραφική κρίση δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η Ελλάδα χωρίζεται πλέον σε περιοχές σχετικής ανθεκτικότητας και σε περιοχές όπου η πληθυσμιακή συρρίκνωση αποκτά χαρακτηριστικά μόνιμης τάσης. Κρίσιμος δείκτης είναι η αναλογία θανάτων προς γεννήσεις: όταν ξεπεραστεί το 2,0 σημαίνει ότι η περιφέρεια παράγει λιγότερα από μισά παιδιά για να αντικαταστήσει εκείνους που φεύγουν.

Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας εμφανίζει τον πιο δυσμενή δείκτη στη χώρα, με 3.359 θανάτους έναντι μόλις 1.293 γεννήσεων, αναλογία 2,60. Η ίδια περιφέρεια καταγράφει επίσης τη μεγαλύτερη πτώση γεννήσεων στη χώρα: 9,5% σε ένα μόνο χρόνο. Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει χρονικά με τις οικονομικές και παραγωγικές ανακατατάξεις που προκάλεσε η απολιγνιτοποίηση, καθώς και με τη συνεχιζόμενη εκροή νεότερων ηλικιακών ομάδων προς μεγαλύτερα αστικά κέντρα.

Η Περιφέρεια Βόρειου Αιγαίου παρουσιάζει δείκτη 2,14 και αρνητικό ισοζύγιο μεγαλύτερο του πληθυσμού που μπορεί να αναπληρωθεί. Ακολουθούν η Περιφέρεια Ηπείρου, η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας και η Περιφέρεια Πελοποννήσου, γεγονός που υποδηλώνει ότι πέρα από τους οικονομικούς παράγοντες, ενδέχεται να λειτουργούν και ευρύτερες κοινωνικές και δημογραφικές μεταβολές.

Η ελληνική περιφέρεια σε τροχιά δημογραφικής συρρίκνωσης

Μόνο δυο περιφέρειες στην Ελλάδα κατέγραψαν αύξηση γεννήσεων το 2024: τα Ιόνια Νησιά και το Νότιο Αιγαίο, λόγω εποχιακής μεταναστευτικής εισροής. Σε όλες τις υπόλοιπες 11 περιφέρειες οι θάνατοι υπερτέρησαν κατά πολύ. Στις 6 από τις 13 περιφέρειες η αναλογία θανάτων προς γεννήσεις υπερβαίνει το 2,0, γεγονός που υποδηλώνει ιδιαίτερα έντονη δημογραφική αποδυνάμωση και αδυναμία φυσικής αναπλήρωσης του πληθυσμού.

Η Ελλάδα ως Κρίσιμη Περίπτωση του Παγκοσμίου Μοτίβου

Αυτό που καθιστά την ελληνική περίπτωση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από ερευνητική και πολιτική σκοπιά είναι η ταυτόχρονη παρουσία πολλών αρνητικών δημογραφικών παραγόντων: εξαιρετικά χαμηλός δείκτης γονιμότητας (1,30 παιδιά ανά γυναίκα έναντι 2,1 που απαιτείται για την αναπλήρωση του πληθυσμού), ταχεία γήρανση, συνεχιζόμενη εκροή νέων επιστημόνων και εργαζομένων, αλλά και εξαιρετικά υψηλή χρήση ψηφιακών μέσων στις ηλικιακές ομάδες που βρίσκονται στον πυρήνα της οικογενειακής και αναπαραγωγικής δραστηριότητας.

Οι μακροχρόνιες προβολές της Eurostat δείχνουν ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη αναμενόμενη πληθυσμιακή συρρίκνωση έως το τέλος του αιώνα.

Τι Πρέπει να Αλλάξει: Ολοκληρωμένο Πλαίσιο Δημογραφικής Πολιτικής

Η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλοϊκές προσεγγίσεις ή σε μια γενική κριτική της τεχνολογίας. Η ψηφιακή μετάβαση είναι πλέον δομικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών. Το ζητούμενο είναι πώς οι δημόσιες πολιτικές μπορούν να ενισχύσουν εκείνες τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που ευνοούν τη δημιουργία οικογένειας και τη συνοχή των κοινοτήτων.

Στο συνέδριο «Δημογραφικό 2026» η κυβερνητική πλευρά χαρακτήρισε τις αναγκαίες πολιτικές «μαραθώνιο που πρέπει να τρέξουμε με ρυθμό σπριντ». Ο χαρακτηρισμός αποτυπώνει με ακρίβεια τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Παράλληλα, η επιστημονική κοινότητα έχει επισημάνει με σαφήνεια ότι ακόμη και αν αυξηθούν άμεσα οι γεννήσεις, ο πληθυσμός της χώρας θα συνεχίσει να μειώνεται για τα επόμενα 10 με 15 χρόνια, λόγω της ήδη διαμορφωμένης δημογραφικής δομής. Αυτή η ρεαλιστική εκτίμηση δεν αποτρέπει την ανάγκη δράσης, αντίθετα την καθιστά ακόμη πιο επιτακτική. Όσο καθυστερεί η εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών, τόσο δυσκολότερη και δαπανηρότερη θα γίνεται η δημογραφική ανάκαμψη.

Καμία μεμονωμένη παρέμβαση δεν έχει αποδειχθεί διεθνώς ικανή να αναστρέψει από μόνη της την υπογεννητικότητα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα καλύτερα αποτελέσματα προκύπτουν από συνδυασμό οικονομικών, στεγαστικών, κοινωνικών και θεσμικών παρεμβάσεων. Με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία και τα παραδείγματα χωρών που έχουν επιτύχει μερική ανάσχεση της δημογραφικής πτώσης, μπορούν να εξεταστούν οι ακόλουθοι άξονες πολιτικής.

Κρίσιμη παρατήρηση: η Γάλλια ως δίδαγμα

Η Γάλλια, η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα με δείκτη γονιμότητας κοντά στο 1,7 (έναντι 1,30 της Ελλάδας), ξοδεύει το 3,6% του ΑΕΠ της σε οικογενειακές πολιτικές, έναντι λιγότερου από 1,5% στην Ελλάδα. Το γαλλικό μοντέλο βασίζεται στη συνδυαστική εφαρμογή φορολογικών κινήτρων, δωρεάν βρεφονηπιακής φροντίδας και όσης γονικής άδειας. Ακόμη και έτσι, ο δείκτης γονιμότητας στη Γάλλια έχει πέσει στο 1,68 το 2024, επιβεβαιώνοντας ότι καμία χώρα δεν έχει βρει ακόμη αποτελεσματικό αντίδοτο στη σύγχρονη κρίση γονιμότητας των ανεπτυγμένων κοινωνιών.

Οι Συνέπειες της Δημογραφικής Αδράνειας

Από δημογραφική σκοπιά, η μείωση του πληθυσμού έχει έντονα αυτοτροφοδοτούμενα χαρακτηριστικά. Λιγότεροι νέοι σήμερα σημαίνουν λιγότερες γεννήσεις αύριο, γεγονός που οδηγεί σε ακόμη μικρότερες νεότερες γενιές στο μέλλον. Ο δείκτης γήρανσης που ήδη ανήλθε σε 182,0 το 2024 σημαίνει ότι υπάρχουν σχεδόν διπλάσιοι ηλικιωμένοι άνω των 65 από παιδιά κάτω των 14. Έως το 2050, η αναλογία αυτή θα επιδεινωθεί δραματικά: αύξηση 188% στα άτομα άνω των 65 και 351% σε αυτά άνω των 85.

Οι προβολές αυτές δεν αποτελούν προβλέψεις με βεβαιότητα, αλλά σενάρια που βασίζονται στη συνέχιση των σημερινών δημογραφικών τάσεων.

Τι σημαίνει πρακτικά μια Ελλάδα με 7,24 εκατομμύρια κατοίκους το 2100, από τα όποια το 39% θα είναι άνω των 65 ετών; Πρώτον, θα αυξηθούν σημαντικά οι πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, καθώς η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους θα επιδεινώνεται διαρκώς: ο λόγος εργαζομένων προς συνταξιούχους θα φτάσει κοντά στο 1 προς 1, καθιστώντας τη μακροχρόνια χρηματοδότηση του συστήματος ολοένα και πιο απαιτητική. Δεύτερον, η αγορά εργασίας θα υποστεί χρόνιο έλλειμμα εργατικού δυναμικού: Η αγορά εργασίας ενδέχεται να αντιμετωπίσει σημαντικές ελλείψεις προσωπικού σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η φροντίδα ηλικιωμένων. Τρίτον, ορισμένες αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές είναι πιθανό να γνωρίσουν περαιτέρω πληθυσμιακή αποδυνάμωση και έντονη γήρανση: το φαινόμενο που ήδη βιώνει η Δυτική Μακεδονία και τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου θα εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα.

Η μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας επηρεάζεται άμεσα από τη δημογραφική εξέλιξη και το μέγεθος του εργατικού δυναμικού. Το ΑΕΠ συνδέεται δομικά με τον αριθμό των εργαζομένων και των καταναλωτών. Μια χώρα με 3 εκατομμύρια λιγότερους κατοίκους, εκ των οποίων 4 στους 10 συνταξιούχοι, θα αντιμετωπίζει αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις να χρηματοδοτεί κράτος πρόνοιας, άμυνα ή εθνικές υποδομές. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων θα κατευθύνεται προς συνταξιοδοτικές και υγειονομικές δαπάνες, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για επενδύσεις στην εκπαίδευση, την καινοτομία και την παραγωγική ανασυγκρότηση: να ξοδεύει όλους τους πόρους της για να πληρώνει συντάξεις και νοσοκομειακή περίθαλψη ηλικιωμένων, χωρίς κεφάλαιο για επενδύσεις στο μέλλον.

Το 2050 η Ελλάδα θα αριθμεί περίπου 9 εκατομμύρια κατοίκους, έναντι σχεδόν 95 εκατομμυρίων της Τουρκίας, ενώ σχεδόν το 40% του ελληνικού πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι θα είμαστε, αλλά πόσοι θα βρίσκονται σε παραγωγική, δημιουργική και στρατεύσιμη

ηλικία. Η δημογραφία δεν καθορίζει μόνη της τη γεωπολιτική ισχύ, αλλά αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις συντελεστές της. Για τον λόγο αυτό, το δημογραφικό δεν είναι μόνο κοινωνικό ή οικονομικό πρόβλημα· είναι και ζήτημα μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής.

Το Καταληκτικό Συμπέρασμα: Ο Αλγόριθμος ως Πολιτική χωρίς Ψήφισμα

Από δημογραφική σκοπιά, η πληθυσμιακή συρρίκνωση παρουσιάζει έντονα αυτοτροφοδοτούμενα χαρακτηριστικά. Λιγότεροι νέοι σήμερα σημαίνουν λιγότερες γεννήσεις αύριο και συνεπώς ακόμη μικρότερες γενιές στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό, η αναστροφή τέτοιων τάσεων απαιτεί συνήθως δεκαετίες και όχι λίγα χρόνια πολιτικής παρέμβασης.

Τα συμπεράσματα της ανάλυσης είναι τέσσερα και δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού.

Πρώτον, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει ένα δημογραφικό πρόβλημα, αντιμετωπίζει τρία ταυτόχρονα και αλληλοτροφοδοτουμενα: κατάρρευση γεννήσεων, γήρανση του υπάρχοντος πληθυσμού και εκροή νέων λόγω brain drain. Κανένα από τα τρία δεν αντιμετωπίζεται μεμονωμένα. Χρειάζεται ενιαία εθνική στρατηγική με ορίζοντα δεκαετιών, όχι προεκλογικά επιδόματα.

Δεύτερον, η ψηφιακή διάσταση του προβλήματος αξίζει πλέον να εξεταστεί συστηματικά ως πιθανός πρόσθετος παράγοντας της υπογεννητικότητας στη δημόσια συζήτηση. Πρόσφατες διεθνείς μελέτες αναδεικνύουν πιθανές συνδέσεις ανάμεσα στην ψηφιακή συμπεριφορά, την κοινωνικοποίηση και τη γονιμότητα, ανοίγοντας ένα νέο και ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο έρευνας και δημόσιας πολιτικής.

Τρίτον, η γεωγραφία της κρίσης αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα δεν συρρικνώνεται ομοιόμορφα, διαλύεται από τα όρια προς το κέντρο. Η Δυτική Μακεδονία, η Ήπειρος, το Βόρειο Αιγαίο βρίσκονται ήδη σε φάση έντονης δημογραφικής αποδυνάμωσης. Σε μια γενιά, οι εικόνες που σήμερα βλέπουμε από τα ερημωμένα ορεινά χωριά θα είναι η κανονικότητα για ολόκληρες επαρχιακές πόλεις.

Τέταρτον, και ίσως το πιο ανησυχητικό, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει το παράθυρο δράσης. Δεν υπάρχει δημογραφική πολιτική που να δίνει καρπούς σε λιγότερο από 20 χρόνια. Αν δεν ληφθούν αποφάσεις σήμερα, το διαθέσιμο δημογραφικό απόθεμα των νεότερων ηλικιών θα είναι σημαντικά μικρότερο, περιορίζοντας τις δυνατότητες ανάκαμψης ακόμη και υπό ευνοϊκότερες συνθήκες..

Ωστόσο, το μεγαλύτερο παράδοξο παραμένει αυτό: Το μεγαλύτερο ίσως παράδοξο της ψηφιακής εποχής είναι ότι τεχνολογίες που σχεδιάστηκαν για να αυξήσουν τη συνδεσιμότητα και την αλληλεπίδραση ενδέχεται να παράγουν κοινωνικές συνέπειες που δεν είχαν προβλεφθεί. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δεν δημιουργήθηκαν για να επηρεάσουν τη δημογραφία. Δημιουργήθηκαν για να μεγιστοποιούν την προσοχή και τη συμμετοχή των χρηστών. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν η βαθιά μεταβολή στον τρόπο κοινωνικοποίησης έχει και μακροπρόθεσμες δημογραφικές επιπτώσεις.

Στα τέλη του 18ου αιώνα ο Thomas Malthus ανησυχούσε ότι ο πληθυσμός θα αυξανόταν ταχύτερα από τους διαθέσιμους πόρους. Δύο αιώνες αργότερα, πολλές ανεπτυγμένες κοινωνίες αντιμετωπίζουν το αντίστροφο πρόβλημα: όχι την υπερβολική αύξηση του πληθυσμού αλλά τη διαρκή συρρίκνωσή του.

Η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν πολέμους, οικονομικές κρίσεις και μεγάλες κοινωνικές αναταράξεις. Το δημογραφικό πρόβλημα είναι διαφορετικό, γιατί εξελίσσεται αργά και συχνά περνά απαρατήρητο μέχρι να γίνει ορατό στα στατιστικά δεδομένα. Τα τελευταία χρόνια, μέσα από τη συστηματική παρακολούθηση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat και διεθνών δημογραφικών βάσεων δεδομένων, έχω επανειλημμένα ασχοληθεί με το δημογραφικό ζήτημα της Ελλάδας. Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία δεν είναι μια μεμονωμένη αρνητική ένδειξη, αλλά η σταθερότητα με την οποία οι ίδιες δυσμενείς τάσεις επανεμφανίζονται σε διαφορετικούς δείκτες, χρονικές περιόδους και γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Γι’ αυτό και απαιτεί έγκαιρη δράση, μακροχρόνιο σχεδιασμό και πολιτικές που θα ενισχύσουν όχι μόνο την οικονομική δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας αλλά και τους κοινωνικούς δεσμούς που τη στηρίζουν. Αν το δημογραφικό είναι η μεγάλη πρόκληση του 21ου αιώνα για την Ελλάδα, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ξενοφοβική ούτε μοιρολατρική. Πρέπει να είναι συλλογική, τεκμηριωμένη και διαγενεακή.

* Ο Δρ Παναγιώτης Ε. Τζαβάρας είναι καθηγητής ανάλυσης δεδομένων στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου