Ο Φρέντερικ Γουάιζμαν, ένας από τους σπουδαιότερους ντοκιμαντερίστες στον κόσμο, που συνέβαλε στην καθιέρωση της τέχνης του ντοκιμαντέρ δημιουργώντας ταινίες τεκμηρίωσης για τη λειτουργία νευραλγικών τομέων των αμερικανικών θεσμών, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών. Ως σκηνοθέτης υπέγραψε εμβληματικά έργα όπως τα «Titicut Follies», «Titicut Follies», «At Berkeley», «National Gallery» και «Ex Libris», μια πολύτιμη παρακαταθήκη.

«Για σχεδόν έξι δεκαετίες, ο Φρέντερικ Γουάιζμαν δημιούργησε ένα απαράμιλλο έργο, μια εκτενή κινηματογραφική καταγραφή των σύγχρονων κοινωνικών θεσμών και της καθημερινής ανθρώπινης εμπειρίας, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία», ανέφερε η κοινή δήλωση της οικογένειας Γουάιζμαν και της εταιρείας Zipporah Films. «Οι ταινίες του – από το «Titicut Follies» (1967) έως το πιο πρόσφατο έργο του, «Menus-Plaisirs – Les Troisgros» (2023) – είναι γνωστές για την πολυπλοκότητα, τη δύναμη της αφήγησης και την ανθρωπιστική τους ματιά. Η παραγωγή και η σκηνοθεσία των 45 ταινιών του έγινε υπό την αιγίδα της Zipporah Films, Inc.».

Πορεία και έργο

Γεννημένος στη Βοστώνη, ο Γουάιζμαν αποφοίτησε από το Williams College και τη Νομική Σχολή του Γέιλ. Η πρώτη ταινία, δικής του παραγωγής, ήταν το «The Cool World», σε σκηνοθεσία της Σίρλεϊ Κλαρκ, που αφορούσε τη ζωή μιας συμμορίας στο Χάρλεμ. Ήταν σκηνοθέτης και παραγωγός της επόμενης ταινίας του, «Titicut Follies», που καταγράφει τη σκληρή ζωή των τροφίμων του Bridgewater State Hospital για εγκληματίες με ψυχικές διαταραχές.

Ως παραγωγικότατος ντοκιμαντερίστας, ο Γούαιζμαν επικεντρώθηκε σε εξονυχιστική έρευνα των αμερικανικών θεσμών σε περισσότερα από 40 ντοκιμαντέρ, από τα οποία ξεχωρίζουν ακόμη το «High School» του 1968, το «Law and Order» για το Αστυνομικό Τμήμα του Κάνσας Σίτι, το «Hospital», το «Public Housing» και το «City Hall» του 2020.

Το ύφος του υπηρετούσε τη λιτότητα της κινηματογραφικής αφήγησης ενώ ο ίδιος είχε συχνά και την ευθύνη της ηχοληψίας στα έργα του προσδίδοντας ένταση. Οι αντιδράσεις στα ντοκιμαντέρ του, εξαιτίας των θεμάτων που έθιγε, ήταν συχνές, οδηγώντας ακόμη και σε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες, όπως συνέβη με το «Titicut Follies».

Τα φιλμ του έχουν προβληθεί επανειλημμένα στην δημόσια τηλεόραση, τιμηθεί σε φεστιβάλ και παρουσιαστεί σε αναδρομικές εκθέσεις. Παράλληλα, έχουν ενταχθεί στη συλλογή της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου για τη διαφύλαξη τους ως πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Γουάιζμαν έλαβε τιμητικό Όσκαρ το 2016, καθώς και το Χρυσό Λιοντάρι για το σύνολο του έργου του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 2014.