Έχει σημασία που ο 36χρονος Αρνό Ντιφεΐς, βραβευμένος παραγωγός και μικρομηκάς από τη Λιέγη του Βελγίου, συνυπογράφει με την Σαρλότ Ντεβιλέρς, επαγγελματία υγείας που εργάζεται συχνά με θύματα κακοποίησης, την πρώτη του – γροθιά στο στομάχι – ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο «Σας πιστεύουμε» σε σχεδόν πραγματικό χρόνο (55 λεπτά), γύρω από την εξέλιξη ενός οικογενειακού δράματος σε μια αίθουσα Δικαστηρίου Προστασίας Ανηλίκων.
Η ιστορία που πραγματεύεται η ταινία του, φορτωμένη με πληθώρα βραβείων από το Φεστιβάλ Βερολίνου το 2025 όπου ξεκίνησε την πορεία της μέχρι σήμερα, αφορά την Αλίς, η οποία καταθέτει σε ένα δικαστήριο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να κάνει κανένα λάθος. Πρέπει να υπερασπιστεί τα παιδιά της, καθώς το διακύβευμα είναι η κηδεμονία τους. Θα μπορέσει να τα προστατεύσει από τον πατέρα τους πριν να είναι αργά; Ο μικρός γιος – ένα αγρίμι που αποκαλύπτει ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα του – επιζητά τη λύτρωση και την επούλωση των πληγών του. Όμως το νομικό σύστημα αποδεικνύεται καφκικά δαιδαλώδες και εδώ δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις για τα ελάχιστα βήματα που έχει κάνει η ευρωπαϊκή δικαιοσύνη στο ζήτημα της προστασίας των ανηλίκων σε περιπτώσεις κακοποίησης.
Όπως λένε οι δημιουργοί: «Ο τίτλος της ταινίας αντανακλά την πεποίθησή μας ότι, ως ενήλικες, έχουμε την ευθύνη να ακούμε τα παιδιά, να λαμβάνουμε τα λόγια τους στα σοβαρά και να τα προστατεύουμε. Όταν τα παιδιά αποκαλύπτουν εμπειρίες βίας, χρειάζεται τεράστιο θάρρος. Εάν η φωνή τους απορριφθεί, μπορεί να διαβρώσει την εμπιστοσύνη τους στον κόσμο των ενηλίκων.»
Για όλα αυτά τα ζητήματα, μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Αρνό Ντιφεΐς στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όπου η ταινία προβλήθηκε σε πανελλήνια πρεμιέρα.
«Η κακοποίηση ανηλίκων δεν είναι ένα μεμονωμένο εθνικό πρόβλημα, αλλά κάτι βαθιά δομικό, που αφορά πολλές κοινωνίες ταυτόχρονα.»
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με αυτό το θέμα και να γυρίσετε την ταινία;
Η αφετηρία μας ήταν τα στατιστικά στοιχεία, τα οποία είναι πραγματικά συντριπτικά. Στη Γαλλία, όπου τα δεδομένα είναι επαρκώς καταγεγραμμένα, η υψηλή τάση που καταγράφεται σε σχέση με την σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων και την ενδοοικογενειακή βία είναι ανησυχητική. Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει πραγματοποιήσει διεθνείς έρευνες που δείχνουν ότι το φαινόμενο αυτό είναι εκτεταμένο σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο εθνικό πρόβλημα, αλλά για κάτι βαθιά δομικό, που αφορά πολλές κοινωνίες ταυτόχρονα.
Προτού αποφασίσουμε να κάνουμε την ταινία, είχαμε την αίσθηση ότι, παρότι αυτά τα περιστατικά συνέβαιναν πάντα, μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίσαμε να τα συζητάμε δημόσια. Το κίνημα #MeToo έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτό, γιατί απελευθέρωσε τη φωνή των θυμάτων και προετοίμασε, κατά κάποιον τρόπο, το έδαφος ώστε να μπορούμε σήμερα να ακούσουμε αυτές τις ιστορίες κακοποίησης με περισσότερη προσοχή και λιγότερη καχυποψία.
Το σενάριο το γράψαμε μαζί με τη Σαρλότ Ντεβιλέρς, η οποία γνωρίζει το θέμα σε βάθος, τόσο από προσωπική εμπειρία όσο και από τη δουλειά της ως νοσηλεύτρια σε κέντρο σεξουαλικής υγείας στο Παρίσι. Εκεί έρχεται καθημερινά σε επαφή με ανθρώπους που έχουν υποστεί κακοποίηση. Παράλληλα, επισκεφθήκαμε έναν σύλλογο θυμάτων στο Παρίσι, όπου οι άνθρωποι καταθέτουν δημόσια τις εμπειρίες τους. Αυτό που μας συγκλόνισε ήταν το πόσο όμοιες είναι αυτές οι μαρτυρίες: τα ίδια μοτίβα, οι ίδιες σχέσεις εξουσίας, και σχεδόν πάντα η ίδια δυσκολία να αποδοθεί δικαιοσύνη, επειδή καλούνται να αποδείξουν κάτι που συχνά δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Ο σκηνοθέτης Αρνό Ντιφεϊς στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 2025 @Aris Rammos
Πώς προσεγγίσατε την έρευνα και τη συγγραφή του σεναρίου, ιδιαίτερα σε σχέση με τη δικαιοσύνη και το νομικό πλαίσιο;
Η έρευνα έγινε σε πολλά επίπεδα. Αρχικά, οι μαρτυρίες αποτέλεσαν τη βάση του λόγου της μητέρας. Στη συνέχεια, δουλέψαμε τους υπόλοιπους χαρακτήρες —τον πατέρα, τη δικαστή, το νομικό πλαίσιο— διασταυρώνοντας διαφορετικές πηγές. Παρακολουθήσαμε δικαστικές ακροάσεις, συναντήσαμε δικαστές τόσο στο Βέλγιο όσο και στη Γαλλία και διαβάσαμε πολλά σχετικά κείμενα.
Ένα πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς ήταν το βιβλίο του Εντουάρ Ντιράν, ενός ιδιαίτερα γνωστού συνηγόρου ανηλίκων στη Γαλλία, που έχει γράψει εκτενώς για την προστασία των παιδιών- θυμάτων κακοποίησης. Είδαμε πολλές ταινίες και ντοκιμαντέρ γύρω από τις νομικές διαδικασίες, συνεργαστήκαμε με επαγγελματίες δικηγόρους, οι οποίοι είτε επικύρωναν όσα είχαμε γράψει είτε μας βοηθούσαν να τα στοιχειοθετήσουμε με ακρίβεια.
Μας ενδιέφερε πολύ να δουλέψουμε μαζί τους και μέσω αυτοσχεδιασμών, σαν να βρισκόμασταν σε πραγματική ακρόαση σε δικαστήριο. Αυτό μας επέτρεψε να έχουμε έναν λόγο απολύτως ρεαλιστικό, βασισμένο στην εμπειρία τους. Τίποτα στην ταινία δεν είναι επινοημένο με την έννοια της φαντασίας· όλα προέρχονται από καταστάσεις και γεγονότα που έχουν πραγματικά συμβεί.
«Θέλαμε να αναδείξουμε το πώς η επαναλαμβανόμενη φύση των δικαστικών διαδικασιών εντείνει το τραύμα. Τα παιδιά καλούνται να αφηγηθούν τις λεπτομέρειες των εμπειριών τους ξανά και ξανά και όταν τα λόγια τους αμφισβητούνται, αισθάνονται απροστάτευτα από το ίδιο το νομικό σύστημα.»
Ταυτόχρονα έπρεπε να διαχειριστείτε και την ηθική ευθύνη απέναντι στα θύματα και τις ιστορίες που σας εμπιστεύτηκαν.
Η ηθική διάσταση του θέματος ήταν προτεραιότητα για εμάς. Θεωρήσαμε απολύτως απαραίτητο να ακούσουμε πραγματικά τη φωνή των θυμάτων και να τους αποδώσουμε δικαιοσύνη μέσα από την ταινία. Ταυτόχρονα, όμως, δεν θέλαμε να κάνουμε μια ταινία που απλώς καταγγέλλει τη δικαιοσύνη συνολικά. Αυτό δεν θα ήταν εποικοδομητικό. Μας ενδιέφερε να δείξουμε την πολυπλοκότητα του συστήματος. Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας της δικαστού: είναι μια γυναίκα που, με τα εργαλεία που διαθέτει —τα οποία συχνά είναι ανεπαρκή— προσπαθεί να κάνει το καλύτερο δυνατό. Θέλαμε να δείξουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά οι διαδικασίες.
Παράλληλα, για εμάς ήταν σημαντικό να δείξουμε πώς η μητέρα, μέσα από την ίδια τη διαδικασία της ακρόασης, καταφέρνει σταδιακά να επαναπροσδιορίσει τη θέση της ως μητέρα και να διεκδικήσει την προστασία των παιδιών της μέσω του διαλόγου. Πιστεύουμε ότι η δυνατότητα να μιλήσεις και να ακουστείς έχει και μια θεραπευτική διάσταση. Η δικαιοσύνη οφείλει να μάθει να ακούει καλύτερα αυτή τη «φωνή», ενδεχομένως αλλάζοντας και ορισμένες διαδικασίες ώστε να γίνει πιο προστατευτική, ειδικά απέναντι στα παιδιά.
Θέλαμε να αναδείξουμε το πώς η επαναλαμβανόμενη φύση των δικαστικών διαδικασιών εντείνει το τραύμα. Τα παιδιά καλούνται να αφηγηθούν τις λεπτομέρειες των εμπειριών τους ξανά και ξανά και όταν τα λόγια τους αμφισβητούνται, αισθάνονται απροστάτευτα από το ίδιο το νομικό σύστημα.

«Σας πιστεύουμε» των Σαρλότ Ντεβιλέρς & Αρνό Ντιφεΐς.
Η επιλογή του φωτεινού, γυάλινου δικαστηρίου έχει και μεταφορική διάσταση. Πώς προέκυψε αυτή η απόφαση;
Η βασική μας αναφορά ήταν το Δικαστικό Μέγαρο του Παρισιού, ένα τεράστιο, φωτεινό, γυάλινο κτίριο. Αυτού του είδους η αρχιτεκτονική επιλογή που συναντάται σε πολλά αντίστοιχα κτίρια ανά τον κόσμο, όπως και στο Βέλγιο, αντανακλά μια ιδεολογική βούληση: τη διαφάνεια της δικαιοσύνης. Θεωρητικά, είναι μια πολύ θετική πρόθεση, όμως στην πράξη, αυτή η διαφάνεια συνυπάρχει με έντονες αντιφάσεις.
Στην ταινία, παρότι ο χώρος είναι φωτεινός και «ανοιχτός», ο πατέρας βρίσκεται πολύ κοντά στα παιδιά, και η απειλή είναι διαρκώς παρούσα. Υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτό: η δικαιοσύνη φαίνεται διαφανής, αλλά δεν είναι πάντα. Παράλληλα, ήταν και μια καθαρά αισθητική επιλογή. Δεν θέλαμε τα βαριά, σκοτεινά δικαστήρια με ξύλινες επενδύσεις που βλέπουμε συχνά στον κινηματογράφο. Θέλαμε κάτι σύγχρονο, που να ανήκει στον κόσμο του σήμερα.
Σε αυτόν τον κόσμο φαίνεται να ταιριάζει ιδανικά η Μιριέμ Ακεντιού στον ρόλο της μητέρας.
Ανακάλυψα τη Μιριέμ πριν από χρόνια, σε έναν πολύ μικρό ρόλο στην ταινία Δύο μέρες, μία νύχτα των αδελφών Νταρντέν. Παρότι είχε ελάχιστο χρόνο στην οθόνη, με είχε εντυπωσιάσει βαθιά. Την κράτησα στο μυαλό μου. Αργότερα δουλέψαμε μαζί σε έναν πιλότο σειράς και εκεί διαπιστώσαμε ότι μοιραζόμασταν τον ίδιο τρόπο σκέψης στη δουλειά με τους ηθοποιούς.
Όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε το σενάριο με τη Σαρλότ, γράφαμε ήδη έχοντάς τη στο μυαλό μας. Κάθε λέξη, κάθε σιωπή, κάθε έκφραση είχε το πρόσωπό της. Όταν τελικά της προτείναμε τον ρόλο, τον ήθελε πάρα πολύ — σε σημείο που φοβόταν μήπως της τον πάρουμε πίσω. Αυτό μας επιβεβαίωσε ότι είχαμε κάνει τη σωστή επιλογή.
Αλλά και η Ναταλί Μπρουντς στον ρόλο της δικαστή μας εντυπωσίασε με την παρουσία της.
Αρχικά θέλαμε μια πραγματική δικαστή, όπως κάναμε με τους δικηγόρους, αλλά δεν καταφέραμε να βρούμε καμία διαθέσιμη λόγω περιορισμών στο πρόγραμμα τους. Τελικά επιλέξαμε μια Φλαμανδή ηθοποιό, για να δώσουμε στην ταινία αυτή την αίσθηση της πολυγλωσσίας και της πολιπολιτισμικότητας στις Βρυξέλλες, όπου τα διαφορετικά γλωσσικά υπόβαθρα συνυπάρχουν.

Οι Μιριέμ Ακεντιού και Λοράν Καπελούτο στην ταινία «Σας πιστεύουμε».
Ο ρόλος του πατέρα είναι επίσης ιδιαίτερα απαιτητικός. Πώς δουλέψατε με τον Λοράν Καπελούτο;
Ο Λοράν διάβασε το σενάριο και αρχικά το απέρριψε. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του μέσα σε αυτόν τον χαρακτήρα. Λίγες μέρες αργότερα, όμως, επέστρεψε και μας είπε ότι το σενάριο δεν έφευγε από το μυαλό του και ότι ένιωθε πως έπρεπε να το κάνει.
Στην αρχή προσπαθήσαμε να αναλύσουμε σε βάθος το «γιατί» του χαρακτήρα, αλλά κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Για την ταινία, αρκούσε ένα πράγμα: να είναι απολύτως πεπεισμένος για την αθωότητά του. Του είπαμε απλώς: «Παίξε σαν να είσαι αθώος». Αυτό δημιούργησε την απαραίτητη αμφιβολία στον θεατή, που δεν ξέρει ποτέ με βεβαιότητα ποια είναι η αλήθεια.
Και βεβαίως είχατε το δύσκολο έργο της καθοδήγησης των παιδιών στην ταινία – ειδικά του μικρού Ουλίς. Η μαρτυρία που καταθέτει ο χαρακτήρας του είναι αυτή που πρέπει να γίνει πιστευτή από τους ενήλικες.
Η σχέση ανάμεσα στα παιδιά και τη μητέρα ήταν καθοριστική για την ταινία, γι’ αυτό αφιερώσαμε πολύ χρόνο πριν από το γύρισμα. Θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, ώστε να νιώθουν άνετα μεταξύ τους και με τους ενήλικες.
Ο μικρός ηθοποιός, ο Ουλίς, αντιμετώπιζε επιπλέον δυσκολίες λόγω δυσλεξίας. Γι’ αυτό περιορίσαμε στο ελάχιστο την ανάγκη του να μάθει κείμενα απ’ έξω. Τον καθοδηγούσαμε λίγο πριν από κάθε σκηνή για το τι θα πει ή τι θα κάνει, δίνοντάς του πάντα πολύ απλές οδηγίες, όπως, για παράδειγμα, να θέλει ο πατέρας να φύγει από το δωμάτιο ή να νιώθει ότι δεν μπορεί να μείνει μαζί του.
Στόχος μας ήταν να αντιδράσει αυθόρμητα σε όσα συνέβαιναν γύρω του, κυρίως στους ενήλικες και στη μεγάλη αδερφή του, η οποία έφερνε αρκετή ενέργεια στο παιχνίδι. Καθώς προχωρούσε το γύρισμα, παρατηρήσαμε σημαντική εξέλιξη στο παιδί: από την πρώτη ημέρα που βρισκόταν μπροστά στην κάμερα, μέχρι την ολοκλήρωση, είχε αποκτήσει σιγουριά και άρχισε να παίζει πιο φυσικά, σαν μικρός ηθοποιός.
Αυτή η προσεκτική προετοιμασία επέτρεψε στο παιδί να είναι αυθεντικό στην εκφραστικότητα και στις αντιδράσεις του, χωρίς να αισθάνεται πίεση ή φόβο, κάτι που ήταν κρίσιμο για το συναίσθημα της ταινίας.
Πιστεύετε ότι η ταινία μπορεί να συμβάλει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό ή πολιτικό διάλογο;
Το ελπίζουμε, χωρίς να είναι αυτός ο πρωταρχικός μας στόχος. Θα θέλαμε να ανοίξει ο διάλογος σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση και την αντιμετώπιση του νομικού συστήματος σε διαπροσωπικό επίπεδο: να γίνει αντιληπτό το ζήτημα από τους θεατές, να περάσει μέσα από τις οικογένειες και ακολούθως να αγγίξει την κοινωνία. Να πάψουμε να κρύβουμε αυτές τις ιστορίες.
Αν η δικαιοσύνη ή οι θεσμοί αξιοποιήσουν την ταινία, τόσο το καλύτερο. Ήδη βλέπουμε σχολές νομικών σπουδών στο Βέλγιο να οργανώνουν προβολές της ταινίας καθώς και συζητήσεις στη Γαλλία σε θεσμικό επίπεδο. Αυτό μας ξεπερνά και μας χαροποιεί πολύ ταυτόχρονα, γιατί δείχνει ότι η ταινία βρίσκει πεδίο διαλόγου έξω από την κινηματογραφική αίθουσα.
Ποιες είναι οι αντιδράσεις του κοινού μετά την προβολή της ταινίας;
Η ταινία έχει τύχει θερμής υποδοχής από τις πρώτες προβολές. Είναι σαφές πόσο σημαντικό θεωρούν οι θεατές το θέμα. Η αίσθηση ήταν έντονη, σχεδόν συγκλονιστική, γιατί πολλοί θεατές μας μιλούσαν για προσωπικά βιώματα ή για το πώς η ταινία τους έκανε να σκεφτούν διαφορετικά την πραγματικότητα γύρω τους.
Η διεθνής ανταπόκριση μας εξέπληξε. Δεν περιμέναμε ότι το θέμα θα είχε τόσο καθολικό αντίκτυπο. Είχαμε πωλήσεις της ταινίας σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Βραζιλία, η Ινδονησία και η Ελβετία. Σε πολλές από αυτές τις χώρες οργανώνονται ήδη συζητήσεις και στρογγυλά τραπέζια για τα κοινωνικά ζητήματα που θέτει η ταινία, ενώ συμμετέχουν και πολιτικοί ως προσκεκλημένοι. Η υποδοχή αυτή δείχνει το εύρος της παγκόσμιας απήχησης του θέματος αλλά και το πώς η ταινία μπορεί να ανοίξει έναν διάλογο.
Και υπάρχουν πραγματικά πολλές δικαστικές υποθέσεις που έτυχαν το τελευταίο διάστημα μεγάλης δημοσιότητας, όπως η υπόθεση Πελικό στη Γαλλία. Αυτό δίνει επιπλέον ορατότητα στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα θύματα κακοποίησης.
Σε προσωπικό επίπεδο συνεχίσετε να ασχολείστε με αιχμηρά κοινωνικά θέματα;
Ναι, αυτή είναι η επιδίωξή μου και η οπτική μου στην κατεύθυνση που πρέπει να έχει ο κινηματογράφος. Ασχολήθηκα με ευαίσθητα κοινωνικά θέματα και στις μικρού μήκους ταινίες μου. Γύρισα μια ταινία μικρού μήκους για το φαινόμενο της «άγνοιας εγκυμοσύνης», για μια έφηβη που δεν συνειδητοποιεί ότι είναι έγκυος και πώς, δυστυχώς, το συμβάν καταλήγει σε τραγωδία με το νεογέννητο. Έκανα επίσης μια ταινία για τις σεξουαλικές σχέσεις που προκύπτουν μέσω εφαρμογών γνωριμιών μεταξύ εφήβων.
Αυτά τα θέματα είναι πάντα ευαίσθητα, δύσβατα στην προσέγγιση που απαιτούν, αλλά ταυτόχρονα είναι σημαντικό να τα φωτίσεις. Δεν πρόκειται μόνο για σινεμά· είναι μια ευκαιρία να ανοίξει ο διάλογος, να συζητηθούν καταστάσεις που αλλιώς θα παρέμεναν κρυφές ή αόρατες. Και σκοπεύω να συνεχίσω με τον ίδιο τρόπο και στα επόμενα πρότζεκτ μου — να αντιμετωπίζω δυσπρόσιτα κοινωνικά ζητήματα με ευαισθησία, ρεαλισμό και κινηματογραφική ακρίβεια.
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ
INFO Η ταινία «Σας πιστεύουμε» των Σαρλότ Ντεβιλέρς και Αρνό Ντιφεΐς βγαίνει στις αίθουσες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 29 Ιανουαρίου.







