Υπάρχει ένας όρος στα οικονομικά που ονομάζεται «Η Κατάρα των Πόρων» (Resource Curse). Πουθενά στον πλανήτη δεν βρίσκει ακριβέστερη και πιο τραγική εφαρμογή από ό,τι στη Βενεζουέλα της τελευταίας δεκαετίας. Καθώς το 2026 βρίσκει τη χώρα σε ένα ιστορικό σημείο καμπής, μετά τις πρόσφατες πολιτικές ανατροπές και την αβεβαιότητα της μετάβασης, τα δεδομένα αποκαλύπτουν μια σκληρή πραγματικότητα. Η Βενεζουέλα σήμερα δεν είναι απλώς ένα κράτος σε κρίση. Είναι μια χώρα σε αδιέξοδο. Μια χώρα που βρίσκεται πάνω στον μεγαλύτερο ενεργειακό θησαυρό του πλανήτη, κι όμως αδυνατεί να θρέψει το ένα τέταρτο του πληθυσμού της.

Η οικονομική ιστορία είναι αμείλικτη. Τη δεκαετία του 1970, η Βενεζουέλα ήταν η πλουσιότερη χώρα της Νότιας Αμερικής, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας και της Ελλάδας, προσελκύοντας μετανάστες από την Ευρώπη. Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί κατά σχεδόν 80% από το 2013 έως σήμερα, μια πτώση που ξεπερνά σε μέγεθος ακόμη και την οικονομική κατάρρευση των ΗΠΑ κατά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929. Αυτή η «υποδόρια» καταστροφή αποτελεί μια μοναδική περίπτωση στα χρονικά της σύγχρονης οικονομίας.

Η Ψευδαίσθηση του Μαύρου Χρυσού

Το πρώτο και μεγαλύτερο παράδοξο είναι γεωλογικό. Όπως επιβεβαιώνουν τα στοιχεία του OPEC και της Αμερικανικής Υπηρεσίας Ενέργειας (EIA), η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, η χώρα διαθέτει 303,2 δισεκατομμύρια βαρέλια, αφήνοντας πίσω της τη Σαουδική Αραβία (267,2 δισ.) και διατηρώντας αποθέματα σχεδόν επταπλάσια από αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών. Θεωρητικά, με τις τρέχουσες τιμές του αργού πετρελαίου, κάθε πολίτης της Βενεζουέλας θα μπορούσε να απολαμβάνει ένα βιοτικό επίπεδο ανάλογο των κρατών του Περσικού Κόλπου.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που κληροδότησε η διακυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο είναι ζοφερή. Η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA, πάλαι ποτέ κόσμημα της λατινοαμερικανικής οικονομίας, κατέρρευσε υπό το βάρος της κακοδιαχείρισης. Η συστηματική εκκαθάριση σχεδόν 20.000 έμπειρων τεχνοκρατών μετά την απεργία του 2002-2003 και η αντικατάστασή τους από στρατιωτικούς πιστούς στο καθεστώς (με χαρακτηριστικότερη την περίοδο διοίκησης του Στρατηγού Manuel Quevedo), οδήγησαν σε επιχειρησιακή παράλυση.

Διεθνείς αναλυτές από το Atlantic Council επισημαίνουν ότι η πτώση της παραγωγής δεν οφείλεται αποκλειστικά στις αμερικανικές κυρώσεις του 2019, καθώς η κατιούσα είχε ξεκινήσει χρόνια πριν, λόγω της αποεπένδυσης και της διαφθοράς. Το 2026, η χώρα με το περισσότερο πετρέλαιο στον κόσμο βρίσκεται στην δυσμενή θέση να εισάγει διαλύτες από το Ιράν για να διυλίσει το δικό της αργό πετρέλαιο, ενώ οι υποδομές της θυμίζουν βιομηχανικά ερείπια.

Επιπλέον, η καταστροφή δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και περιβαλλοντική. Δορυφορικές εικόνες και εκθέσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων αποκαλύπτουν ότι η Λίμνη Μαρακαΐμπο, η ιστορική «καρδιά» της βιομηχανίας πετρελαίου της χώρας, έχει μετατραπεί σε μια οικολογική ζώνη θανάτου. Διαρροές χιλιάδων βαρελιών που δεν αναφέρονται ποτέ επίσημα και σκουριασμένοι αγωγοί που βυθίζονται, δημιουργούν ένα τοξικό μείγμα που καταστρέφει την αλιεία και την υγεία των τοπικών πληθυσμών. Το κόστος καθαρισμού αυτής της ζημιάς δεν έχει καν υπολογιστεί στις εκθέσεις ανάκαμψης, αλλά εκτιμάται ότι θα απαιτήσει δισεκατομμύρια δολάρια και δεκαετίες αποκατάστασης.

Σημαντικό ρόλο στην αδυναμία ανάκαμψης παίζει και η γεωπολιτική δέσμευση των εσόδων. Ένα μεγάλο μέρος της όποιας σημερινής παραγωγής δεν φέρνει «ζεστό» χρήμα στα ταμεία, καθώς πηγαίνει απευθείας στην αποπληρωμή παλαιότερων δανείων προς την Κίνα και τη Ρωσία (loans-for-oil deals). Η Βενεζουέλα, ουσιαστικά, έχει υποθηκεύσει το μέλλον της για να καλύψει τις τρύπες του παρελθόντος.

Υπερπληθωρισμός: Η ανατομία μιας οικονομικής «βόμβας»

Η περίοδος προεδρίας του Μαδούρο χαρακτηρίστηκε από την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας της Βενεζουέλας (BCV), η οποία μετατράπηκε σε μηχανισμό χρηματοδότησης των ελλειμμάτων μέσω πρακτικών αλόγιστης εκτύπωσης χρήματος.
Το παρακάτω γράφημα του πληθωρισμού αποτελεί τον «καρδιογράφο» της δημοσιονομικής κρίσης στη χώρα και αποκαλύπτει το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής που βίωσαν τα νοικοκυριά.

Από τα επίπεδα του 21% το 2012, η χώρα οδηγήθηκε σε μια εκρηκτική άνοδο. Το έτος-ορόσημο είναι το 2018, όταν ο πληθωρισμός άγγιξε το αδιανόητο 65.374%. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών της χώρας εξαϋλώθηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Η πρόβλεψη για το 2026 παραμένει σε τριψήφια νούμερα (682%), αποδεικνύοντας ότι η οικονομία παραμένει βαθιά ασθενής.

Η πραγματικότητα για τους κατοίκους της Βενεζουέλας, όμως, ήταν μια de facto δολαριοποίηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg και τοπικών αναλυτών (Ecoanalitica), πάνω από το 50% των συναλλαγών στα αστικά κέντρα γίνονται πλέον σε δολάρια ΗΠΑ. Αυτό δημιούργησε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων: Μια μικρή ελίτ που έχει πρόσβαση σε συνάλλαγμα και ζει σε μια «φούσκα» κατανάλωσης, και τη συντριπτική πλειοψηφία δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων που πληρώνονται σε Μπολιβάρ και ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η «Μεγάλη Έξοδος» από τη χώρα

Τα δεδομένα της μετανάστευσης αποκαλύπτουν το ανθρώπινο κόστος της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στη χώρα. Όπως φαίνεται στο τρίτο γράφημα, η καμπύλη της φυγής συμπίπτει χρονικά με την έκρηξη του πληθωρισμού. Το 2018, τη χρονιά που ο πληθωρισμός διέλυσε τον κοινωνικό ιστό, καταγράφηκε και η μαζικότερη έξοδος: 1.355.602 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα σε ένα μόλις έτος.

Σύμφωνα με την πλατφόρμα R4V (το συντονιστικό όργανο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και του ΔΟΜ), ο συνολικός αριθμός των εκτοπισμένων Βενεζουελάνων ξεπερνά πλέον τα 7,9 εκατομμύρια. Μιλάμε για σχεδόν το 25% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Το καθεστώς προσπάθησε να ελέγξει τον πληθυσμό μέσω του «Carnet de la Patria» (η κάρτα της πατρίδας), συνδέοντας την παροχή τροφίμων CLAP με την πολιτική νομιμοφροσύνη. Όμως, όπως δείχνουν τα γραφήματα, η πείνα και η έλλειψη προοπτικής ήταν ισχυρότερα κίνητρα από τον φόβο ή την εξάρτηση.

Ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι η οικονομική εξάρτηση της χώρας από αυτούς που έφυγαν. Τα εμβάσματα (remesas) έχουν μετατραπεί σε βασικό πυλώνα του ΑΕΠ, ξεπερνώντας το 5-6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Για εκατομμύρια οικογένειες που έμειναν πίσω, τα 50 ή 100 δολάρια που στέλνει κάθε μήνα ο συγγενής από το Μαϊάμι, τη Μαδρίτη ή την Μπογκοτά, είναι η μόνη γραμμή άμυνας απέναντι στην πείνα.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο για το 2026, το οποίο επισημαίνουν εκθέσεις του Human Rights Watch και διεθνών think tanks, είναι η ποιοτική διάσταση αυτής της μετανάστευσης. Η Βενεζουέλα έχει υποστεί ένα μη αναστρέψιμο Brain Drain. Μηχανικοί πετρελαίου, εξειδικευμένοι γιατροί, καθηγητές πανεπιστημίου και τεχνικοί βρίσκονται πλέον διασκορπισμένοι μεταξύ άλλων στην Κολομβία, το Περού, την Ισπανία και τις ΗΠΑ. Η χώρα έχει χάσει το ανθρώπινο κεφάλαιο που θα ήταν απαραίτητο για την όποια προσπάθεια ανοικοδόμησης. Τα νοσοκομεία λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό και συχνά χωρίς νερό ή ρεύμα, ενώ τα πανεπιστήμια, άλλοτε κέντρα αριστείας, φυτοζωούν με καθηγητές που αμείβονται με λιγότερο από 10 δολάρια τον μήνα.

Το βάρος της επόμενης μέρας

Η Βενεζουέλα του 2026 δεν εισέρχεται απλώς σε μια φάση ανοικοδόμησης, αλλά σε μια περίοδο ιδιότυπης ενεργειακής «κηδεμονίας». Οι ραγδαίες εξελίξεις του Ιανουαρίου, με την άμεση αμερικανική παρέμβαση και την απομάκρυνση της προηγούμενης ηγεσίας, δημιούργησαν ένα νέο τετελεσμένο: Το κλειδί των πετρελαϊκών ροών βρίσκεται πλέον στην Ουάσιγκτον και όχι στο Καράκας.

Η εξαγγελία του Λευκού Οίκου για «επ’ αόριστον» έλεγχο των πωλήσεων πετρελαίου της Βενεζουέλας, με τα έσοδα να καταλήγουν σε ελεγχόμενους λογαριασμούς, επιχειρεί να λύσει τον γόρδιο δεσμό της διαφθοράς, αλλά γεννά ένα τιτάνιο οικονομικό στοίχημα. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Rystad Energy (Ιανουάριος 2026), η πλήρης ανάκαμψη της παραγωγής στα επίπεδα των 2 εκατ. βαρελιών απαιτεί επενδύσεις-μαμούθ ύψους 183 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2040.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγάλο ρίσκο. Παρά τις πιέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης προς τους πετρελαϊκούς γίγαντες (ExxonMobil, ConocoPhillips) να επιστρέψουν στη χώρα, η ανταπόκριση είναι επιφυλακτική. Με εξαίρεση τη Chevron, που διατήρησε το πλεονέκτημα της παραμονής της στη χώρα, οι υπόλοιποι παίκτες ζητούν νομικές εγγυήσεις πριν ρίξουν κεφάλαια σε μια χώρα με διαλυμένες υποδομές και ασαφές θεσμικό καθεστώς. Το στοίχημα της ανάκαμψης, λοιπόν, δεν θα κριθεί μόνο στα πετρελαϊκά πεδία της ζώνης του Ορινόκο, αλλά στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης και στις συνεδριάσεις των διεθνών οργανισμών.