A’ AZNAVOUR

Όντως συγκινητική και βαθιά νοσταλγική η κινητοποίηση πολλών και διακεκριμένων συναδέλφων, για το πέρασμα του Charles Aznavour, από το γαλλικό, γιατί όχι και το διεθνές, καλλιτεχνικό προσκήνιο.

Δεν σκοπεύω με την παρέμβασή μου αυτή, να παρασυρθώ σε επικαλύψεις, για όλα όσα μέχρι σήμερα γράφτηκαν για τον Aznavour. Όμως θεωρώ χρέος μου, να μιλήσω γι’ αυτόν σαν ένας της γενιάς της ελληνικής πολιτιστικής άνοιξης του ’60, αλλά και του ταυτόχρονου κινήματος του Μπέρτραντ Ράσελ για την Ειρήνη και τον Αφοπλισμό, γιατί όχι και σαν φοιτητής της Νομικής Αθηνών, την ίδια αυτή εποχή του φοιτητικού 1-1-4.

Στα φοιτητικά μου χρόνια και στην προσωπική μου βιβλιοθήκη, είχα μονίμως μια καταλανική κιθάρα, ένα ιταλικό μαντολίνο, φυσαρμόνικες βασικών και σχετικών συγχορδιών, αλλά και ένα από τα φορητά τότε, πικ-απ δίσκων βινυλίου, το Tepaz, σ’ ένα απέριττο και κομψό βαλιτσάκι.

Ξεχωριστή θέση στη δισκοθήκη μου, ανάμεσα σε αμέτρητους δίσκους 45 στροφών, με ελληνική και ξένη μουσική, μερικοί δίσκοι 33 στροφών με 12 επίλεκτα μουσικά κομμάτια ή και κλασική μουσική. Κυρίαρχη θέση, ένας δίσκος του 1963 της εταιρείας Barclay με 12 τραγούδια του Aznavour. Ανάμεσα σε αυτά: “Au claire de mon âme” (Στο ξέφωτο της ψυχής μου), “For me… formidable” (Για μένα [είσαι] υπέροχη). Το τραγούδι αυτό είναι γεμάτο από ομόηχα λεκτικά γαλλο-αγγλικά παιχνιδίσματα και γρήγορα έγινε αγγλογαλλικό σουξέ. Επίσης και το “Jolies momes de mon quartier” (Όμορφες στιγμές της συνοικίας μου).

Δεν θα δώσω λεπτομέρειες από τη ζωή του ανεπανάληπτου γαλλοαρμένιου συνθέτη, τραγουδιστή, ηθοποιού, που μαζί με τον Υβ Μοντάν, την Εντίθ Πιάφ, τη Νάνα Μούσχουρη, τον Ντιούκ Ελίνιγκτον, τον Λούις Άρμστρονγκ και κάποιες δεκάδες αστέρια του διεθνούς πενταγράμμου, της έβδομης τέχνης και του Λόγου συνέθεσαν, ιδίως στη δεκαετία του ’60, ένα αληθινό πολιτισμικό Πάνθεο.

Θα σκιτσάρω μόνο, σαν ταπεινός εικαστικός εργάτης, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όπως τα φυλάω ανάμεσα σε πολλά σκίτσα μου: Λεπτή μύτη, κόρες ματιών που μαγνητίζουν. Το προφίλ του θυμίζει πανέμορφο ωδικό πτηνό. Δακτυλιδόστομος, με φωνή αηδονιού.

Bon voyage cher ami. Καλό ταξίδι αγαπημένε φίλε…

Β’ Ένας δημεγέρτης φοιτητής

Τον πρωτογνώρισα ως νεοείσακτος πρωτοετής φοιτητής της Νομικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο πολυσύχναστο από φοιτητόκοσμο σταυροδρόμι Σόλωνος και Σίνα. Ενδυματολογικό σήμα κατατεθέν, η ανοιχτόχρωμη ivoire καπαρντίνα του. Το πρόσωπό του, με μόνιμο αξεσουάρ τα γυαλιά, με λεπτό μετάλλινο σκελετό.

Το όνομα αυτού Διονύσης Μπουλούκος. Απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών και τελειόφοιτος τότε της Νομικής. Χωρίς υπερβολές, μια πολυτάλαντη προσωπικότητα, αλλά και ψυχή του φοιτητικού κινήματος, σε όλο το εύρος των προοδευτικών πολιτικών σχηματισμών της εποχής.

Το τότε αστυνομικό κράτος, που είχε γεμίσει φυλακές και ξερονήσια, όχι μόνον με αντιφρονούντες αριστερούς, αλλά και με «συνοδοιπόρους»* του Κέντρου, το ίδιο αυτό κράτος του μετεμφυλιακού ψυχρού πολέμου, είχε δεχτεί συντριπτική πολιτική ήττα από την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), η οποία και ανετάραξε ειρηνικά το τέλμα της μετεμφυλιοπολεμικής πολιτικής ηττοπάθειας, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, αντιπαραβάλλοντας την τότε ΕΔΑ, με τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον συγκρίνουμε τη μέρα με τη νύχτα. Και καιρός να μη προχωρήσω, για να μη χαλάμε τις καρδιές μας…

Επιστροφή λοιπόν στον Διονύση Μπουλούκο. Το απόγειο του δημεγερτικού του χαρακτήρα, το γνωρίσαμε στην πρώτη ανοιχτή μετεμφυλιοπολεμική, αιματηρή σύγκρουση φοιτητών με τις αστυνομικές δυνάμεις του Καραχάλιου, το φθινόπωρο του ’60. Τα προπύλαια του Πανεπιστημίου γεμάτα από φοιτητές και φοιτήτριες, με πλακάτ «Να καταργηθούν τα εξέταστρα και τα δίδακτρα», «φοιτητικό εισιτήριο», «Προίκα στην Παιδεία και όχι στη βασίλισσα Σοφία».

Ο Καραχάλιος καλεί τους διαδηλωτές να διαλυθούν. Δεν εισακούεται. Επακολουθεί βάναυση και βάρβαρη επιδρομή των αστυνομικών, στο άσυλο των προπυλαίων, αλλά και μέσα στο Πανεπιστήμιο. Οι φοιτητές απαντούν «Έξω από το σπίτι μας». «Να σπουδάσουν και οι φτωχοί»! Επακολουθεί βροχή από χτυπήματα των αστυφυλάκων, κατά των φοιτητών, με γροθιές, κλωτσιές και κλομπ. Η φοιτήτρια της Νομικής Ανθή Μάζαρη, δέχεται κλωτσιές στο υπογάστριο και καταλήγει βαριά τραυματισμένη στον «Ευαγγελισμό».

Ο Καραχάλιος διατάσσει τερματισμό των επιθέσεων. Ο Διονύσης Μπουλούκος πλησιάζει τον αστυνομικό διευθυντή και φωνάζει δυνατά. «Αυτό που σήμερα προκαλέσατε, εις βάρος της φοιτητικής νεολαίας, αποτελεί βάναυση κατάλυση του πανεπιστημιακού ασύλου και στίγμα για το καθεστώς που εκπροσωπείτε»! Ο αστυνομικός διευθυντής οπισθοχωρεί και σαν βρεμένη γάτα εξαφανίζεται.

Ο Διονύσης Μπουλούκος άφησε πριν από λίγες ημέρες την τελευταία του πνοή. Δεν μπόρεσα, λόγω απουσίας μου σε ταξίδι, να τον αποχαιρετήσω στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Θεώρησα όμως χρέος μου να αφιερώσω αυτό το σημείωμα, όχι μόνο στον εκλιπόντα, αλλά και στη γενιά που εκπροσώπησε.

Φυσικά, η ζωή των ανθρώπων περνά από διάφορα στάδια, με δικαιώσεις, απογοητεύσεις, πλάνες, διαψεύσεις και πολλές άλλες δοκιμασίες. Τίποτε όμως δεν μπορεί ούτε και πρέπει να αναιρεί κάθε τι το θετικό και ευεργετικό που αφήνουν οι αποδημούντες για την κοινωνία. Γι’ αυτό ακριβώς και διάλεξα το χρονικό: «Διονύσης Μπουλούκος των φοιτητών, του 1-1-4 και του αντιδικτατορικού αγώνα».

_______________________

* Με την ασφαλίτικη «ρετσινιά» ‘συνοδοιπόρος’, οι τότε αρχές Ασφαλείας, χαρακτήριζαν… πολιτικά «συγκατηγορούμενους» με τους Αριστερούς, όλα τα ζωηρά στοιχεία του προοδευτικού τότε κινήματος.