• Αναζήτηση
  • Η απολογία του παραολυμπιονίκη που δολοφόνησε τον ξενοδόχο

    «Ήθελα να τον εκφοβίσω, να δώσω επιτέλους ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση. Σκέφτηκα πως αν με βρίσει και με

    ΤοΒΗΜΑ Team
    «Ήθελα να τον εκφοβίσω, να δώσω επιτέλους ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση. Σκέφτηκα πως αν με βρίσει και με προσβάλλει θα βγάλω το πιστόλι για να τον τρομάξω… Δεν φαντάστηκα ότι θα μου επιτίθεντο, ότι θα έπεφτε πάνω στο όπλο».
    Με αυτά τα λόγια ο παραολυμπιονίκης Βασίλης Τσαγκάρης περιέγραψε σήμερα, κατά την απολογία του στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, τους λόγους που τον οδήγησαν να στραφεί εναντίον του 47χρονου ξενοδόχου Μάριου Λουκόπουλου, πράξη που κατέληξε στη στυγερή δολοφονία του τελευταίου, τον Μάρτιο του 2017, μέσα στο πρακτορείο του δράστη στο Μοσχάτο.
    Ο Βασίλης Τσαγκάρης, που είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο έπειτα από τροχαίο ατύχημα που είχε σε ηλικία 24 ετών, παραδέχθηκε στο δικαστήριο πως διατηρούσε ερωτική σχέση με τη σύζυγο του θύματος. Πλην όμως όπως είπε, ήταν για μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο και πως ο δεσμός αυτός ξεκίνησε αφού εκείνη του είπε πως έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες διαζυγίου με τον 47χρονο.

    «Εκείνη μου ζήτησε ραντεβού»

    Ξεκινώντας την  απολογία του ο κατηγορούμενος ζήτησε συγγνώμη από την οικογένεια του θύματος, εξέφρασε την μεταμέλειά του για ό,τι έγινε και στη συνέχεια περιέγραψε σε δικαστές και ενόρκους περιστατικά απειλών και εκφοβισμού που όπως είπε δέχονταν από το θύμα, τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του, λόγω της σχέσης που είχε ξεκινήσει με τη σύζυγο του 47χρονου, Κατερίνα, τον Σεπτέμβριο του 2015.
    Ο κατηγορούμενος ανέφερε πως γνώριζε τη σύζυγο του θύματος από τη γειτονιά και πως πάντα υπήρχε ένα φλερτ μεταξύ τους μέχρι τότε. Όπως είπε, η σύζυγος του θύματος ήταν εκείνη που του είχε τηλεφωνήσει πρώτη. Ακολούθησε συνάντηση όπου η γυναίκα του 47χρονου ξενοδόχου του εξέφρασε την εκτίμηση και το θαυμασμό της για το πρόσωπό του. «Δεν το περίμενα. Της είπα: «είσαι παντρεμένη έχεις δυο παιδιά». Μου απάντησε πως τα τελευταία επτά χρόνια κοιμάται χωριστά με τον σύζυγό της και πως ήταν θέμα χρόνου η έκδοση του διαζυγίου. Με κολάκευσε αυτός ο θαυμασμός. Μετά από λίγες ημέρες την πήρα τηλέφωνο και βρεθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο, εκείνη το κανόνισε», είπε στην απολογία του ο κατηγορούμενος καταθέτοντας στη συνέχεια πως μετά από τη συνάντησή αυτή, ο σύζυγος της κατηγορουμένης τον επισκέφθηκε στο πρακτορείο του για να παίξει τζόκερ ο ίδιος και τα παιδιά του.
    «Μου είπε: «Αντε μήπως κερδίσουμε στα λεφτά γιατί εδώ μέσα άλλοι κερδίζουν στην αγάπη». Μου άφησε ένα τσαντάκι πάνω στον πάγκο επιδεικτικά, το οποίο ήταν ελαφρώς ανοιγμένο. Είχε μέσα όπλο», είπε ο κατηγορούμενος για να συνεχίσει τις περιγραφές «απειλητικών»  περιστατικών εκ μέρους του 47χρονου, τόσο σε βάρος του όσο και της μητέρας του.
    Στην απολογία του οι κατηγορούμενος αναφέρθηκε και σε συνάντηση που είχε με το θύμα του μέσα στο πρακτορείο του στο Μοσχάτο, η οποία όπως είπε διήρκησε τέσσερις περίπου ώρες. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο 47χρονος ξενοδόχος του ζήτησε, όπως υποστήριξε να καταθέσει ως μάρτυρας σε δικαστήριο που είχε με την σύζυγό του, πρόταση την οποία ο παραολυμπιονίκης, υποστήριξε ότι αρνήθηκε.
    Όπως εξήγησε στο δικαστήριο, η πρόταση του έγινε από το θύμα αφού προηγουμένως ο ίδιος είχε πλησιάσει τον 47χρονο και τον ενημέρωσε πως είχε διακόψει τη σχέση του με την Κατερίνα και πως αν είχε τη δυνατότητα να γυρίσει το χρόνο πίσω, ποτέ δεν θα έκανε κάτι μαζί της και πως σε κάθε περίπτωση υπήρξαν για λίγο εραστές, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο δέσιμο μεταξύ τους. «Αυτό που μου λες, μου αρέσει. Θέλω να τα πούμε οι δυο μας μόνοι μας» απάντησε κατά τον κατηγορούμενο το θύμα και έτσι ακολούθησε η τετράωρη συνάντηση των δυο ανδρών στο πρακτορείο του παραολυμπιονίκη. Όπως είπε ο κατηγορούμενος, όταν ανακοίνωσε στο θύμα την απόφασή του να μην καταθέσει ως μάρτυρας του στη δίκη που είχε με την εν διαστάσει σύζυγό του, εκείνος του απάντησε: «Αφού λες πως μετάνιωσες για τη σχέση σου, πρέπει να το αποδείξεις στην πράξη».

    «Το θύμα πήρε τηλέφωνο την αστυνομία…»

    Φτάνοντας στη νύχτα που έλαβε χώρα το έγκλημα, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε κλείσει ραντεβού με τον 47χρονο στο πρακτορείο του, διότι το θύμα ήθελε και πάλι να του μιλήσει για το δικαστήριο που τον είχε καλέσει να καταθέσει ως μάρτυρας. Το ραντεβού κλείστηκε σύμφωνα με τον κατηγορούμενο και πάλι με πρωτοβουλία του θύματος και ενώ, κατά τον ίδιο είχαν προηγηθεί διάφορά περιστατικά απειλών και εκφοβισμού εναντίον του.
    «Σκέφτηκα να έχω το όπλο μαζί μου και σε περίπτωση που με βρίσει ή με απειλήσει να το βγάλω για να τον τρομάξω. Έκλεισα και το καταγραφικό της κάμερας γιατί σκέφτηκα πως αν τον τρομάξω με το όπλο θα κάνει καταγγελία στην αστυνομία», ανέφερε ο κατηγορούμενος προκαλώντας την αντίδραση της προέδρου. «Δηλαδή μας λέτε ότι σκοπεύατε να βγάλετε όπλο και δεν θέλατε να υπάρχουν στοιχεία για ότι θα γινόταν εκεί μέσα;!».
    Συνεχίζοντας την απολογία του ο Β. Τσαγκάρης περιέγραψε: «Ήρθε και μου ζήτησε να δω κάτι χαρτιά και να πάω στο δικαστήριο να καταθέσω. Εγώ αρνήθηκα ξανά και τότε εκείνος θύμωσε πάλι και άρχισε να μου φωνάζει: «Σακάτη, που πήδηξες τη γυναίκα μου που μου κατέστρεψες την οικογένεια, και δεν έρχεσαι τώρα να καταθέσεις». Εγώ τράβηξα το όπλο για να τον τρομάξω κι αυτός έπεσε πάνω στο όπλο. Το έπιασα από πάνω. Αυτός το όπλισε πέφτοντας πάνω του. Το όπλο δεν ήταν οπλισμένο. Πάνω στην πάλη άκουσα πυροβολισμούς αλλά δεν κατάλαβα αν έπεσε σφαίρα. Μάλιστα είπε μέσα μου «να δεις που μου πούλησαν κρότου»!».
    Άμεση ήταν η επισήμανση της προέδρου, που ρώτησε τον κατηγορούμενο: «Συγγνώμη, είχατε μόλις πυροβολήσει και αυτό σκεφτήκατε;».
    «Μου είπε με χτύπησες και τότε εγώ είδα τα αίματα. Το θύμα πήρε τηλέφωνο την αστυνομία…», είπε. Μάλιστα, όπως υποστήριξε κάποια στιγμή είδε το θύμα του να σκύβει και σκέφτηκε πως θα έβγαζε όπλο αλλά εκείνος, «έβγαλε το κινητό του από το οποίο και κάλεσε την αστυνομία». Στο σημείο αυτό, ανέφερε ο κατηγορούμενος, «πέσανε ακόμη δύο πιστολιές». Ακολούθησαν και άλλες ενώ ο κατηγορούμενος έψαχνε να βρει το κοντρόλ για να ανοίξει τα ρολά του μαγαζιού του και να φύγει.
    «Πλέον δεν άκουγα τίποτα, μόνο μια σιωπή, τον είδα ξαπλωμένο ανάσκελα με αίματα στο κεφάλι του. Ανέπνεε βαριά όπως κάποιος που ξεψυχάει. Άνοιξα τα ρολά του μαγαζιού και βγήκα. Ενστικτωδώς πάτησα το κουμπί για να κλείσουν. Πήγα στο σπίτι και ήξερα ότι θα έρθει η αστυνομία, πράγμα που έγινε. Ήρθαν σπίτι μου και τους είπα ότι εγώ το έκανα», είπε ο παραολυμπιονίκης, ο οποίος δέχθηκε «βροχή» ερωτήσεων από την έδρα για το γεγονός ότι οπλοφορούσε χωρίς άδεια, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το έγκλημα αλλά και για τη σχέση του με την εν διαστάσει σύζυγο του θύματος.
    Η δίκη θα συνεχιστεί στις 5 Ιουνίου με την αγόρευση της εισαγγελέως της έδρας.
    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk