Η ελληνική οικονομία δεν θα αντέξει δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο την επιδείνωση του κλίματος λόγω μη έγκαιρης ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, εκτιμά ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Ο κεντρικός τραπεζίτης θεωρεί ότι μια ενδεχόμενη αποτυχία ή υπερβολική καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά, επαναφέροντας στη μνήμη πολιτών, επιχειρήσεων και επενδυτών το σενάριο του Grexit.
Μιλώντας σε στενούς συνεργάτες του ο κ. Στουρνάρας «βλέπει» σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο σημαντική επιδείνωση των συνθηκών στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Αναμένει, αντί για χαλάρωση, αυστηροποίηση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και κάθετη πτώση της εμπιστοσύνης, που θα οδηγήσει εκ νέου σε επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης των επισφαλειών.
Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία θα είναι άμεσες, καθώς θα οξυνθεί η ύφεση. Τα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας θα επιδεινωθούν, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου θα οδηγήσουν εκ νέου σε συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον ιδιωτικό τομέα. Από τον βαθμό υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας θα εξαρτηθεί αν οι τράπεζες θα ξαναχρειαστούν κεφάλαια. Πλέον όμως ισχύουν οι νέοι κανόνες του bail in, οι οποίοι προβλέπουν συμμετοχή υπό προϋποθέσεις και των καταθετών στις λύσεις διάσωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για εφιαλτικό σενάριο. Ο κ. Στουρνάρας πιστεύει ότι είναι «στο χέρι μας» να το αποφύγουμε, αν το πολιτικό σύστημα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, όπως στην Πορτογαλία και στην Κύπρο. Εκτιμά ότι αν η αξιολόγηση κλείσει άμεσα το κλίμα θα βελτιωθεί, ανοίγοντας τον δρόμο για επιστροφή καταθέσεων, αλλά και σε μια σειρά από δράσεις που θα βοηθήσουν ξανά τις τράπεζες να σταθούν στα πόδια τους. Πρόκειται για αναγκαίες συνθήκες προς την κατεύθυνση της σταδιακής διεύρυνσης των πηγών χρηματοδότησής τους και σε άρση των capital controls.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



