Θέμα χρόνου είναι η σύνδεση του ενιαίου μισθολογίου στο Δημόσιο με την αξιολόγηση-απόδοση των δημοσίων υπαλλήλων που ζητούν από τις ελληνικές Αρχές οι εκπρόσωποι των δανειστών. Το αρχικό «όχι» που εισέπραξαν από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κατά τις διαπραγματεύσεις με το κουαρτέτο εμπεριείχε το «ναι» εν ευθέτω.
Ως προς τις αλλαγές στο Δημόσιο, σε αυτή τη φάση και για τους δανειστές αλλά και για την κυβέρνηση, όπως και για τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις, φαίνεται ότι προέχει να «σπάνε ταμπού» –για την εφαρμογή των μέτρων «βλέπουμε αργότερα».
Το κλειδί είναι η διατύπωση που θα καταγραφεί ως δυνατότητα να δίνεται οικονομικό κίνητρο στους «άριστους» δημοσίους υπαλλήλους, αφού πρώτα λειτουργήσει το νέο σύστημα αξιολόγησης προσωπικού και η στοχοθεσία. Η προοπτική να εφαρμοστεί σε βάθος διετίας-τριετίας, οπότε θα έχει «τσεκαριστεί» in vivo και το ποσοστό όσων προκύψει να είναι «άριστοι», δεν αποτελεί από μόνο του «αγκάθι» στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς.
Στο τρίτο Μνημόνιο άλλωστε αναφέρεται ως στόχος του νέου μισθολογίου η ενίσχυση «δεξιοτήτων, επιδόσεων και αρμοδιοτήτων». Παράλληλα, οι αλλαγές στο μισθολόγιο προσδιορίζονται ως «δημοσιονομικά ουδέτερες». Το θέμα είναι από πού θα καλυφθεί το έλλειμμα που θα προκύψει αν δοθεί πριμ απόδοσης. Δεν αρκεί η «εύκολη» –αλλά πρόχειρη –κυβερνητική απάντηση περί πλεονάσματος από μείωση δαπανών λόγω πολλών συνταξιοδοτήσεων στο Δημόσιο ή από υπολογισμούς ότι θα είναι μικρό το ποσοστό των «αρίστων» και άρα μικρό το κονδύλι. Διακαής πόθος, δηλωμένος και όχι κρυφός, του κουαρτέτου είναι το μπόνους για τους λεγόμενους παραγωγικούς υπαλλήλους να προκύπτει από τη στοχευμένη μείωση των αποδοχών άλλων υπαλλήλων (οι υποχρεωτικής εκπαίδευσης και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ως «μη προσοντούχοι» βρίσκονται συνεχώς στο στόχαστρο). Την κατάσταση στο μέλλον δεν θα τη σώζει η προσωπική διαφορά –αναμένεται να διατηρηθεί φθίνουσα ως το τέλος του 2018. Η επιθυμία ενός τμήματος των εκπροσώπων των δανειστών να έχουν «αντιπρίμ» οι «αντιπαραγωγικοί» έμεινε πίσω.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κ. Χριστόφορος Βερναρδάκης προέταξε μεταξύ άλλων ότι το οικονομικό μπόνους σε αυτή τη φάση υποσκάπτει τη διαμόρφωση κλίματος εργασιακής σύμπνοιας στις υπηρεσίες ενώ μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις δούναι και λαβείν μεταξύ προϊσταμένων και υφισταμένων. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προέβαλε ότι προέχει η εφαρμογή πρώτα της αξιολόγησης αλλά και η αποτελεσματικότερη λειτουργία για την επίτευξη στόχων στις υπηρεσίες με ατομική και συλλογική προσπάθεια.
Παρ’ όλα αυτά δεν αρνήθηκε να υπάρξει μια διατύπωση δυνητικής απόδοσης οικονομικού μπόνους τα επόμενα χρόνια (χωρίς προσώρας ποσοστά συγκεκριμένα) ενώ ζήτησε να γίνεται και αξιολόγηση δομών, ώστε να επιβραβεύεται και μια υπηρεσία ως σύνολο.
Πάντως, ανεξάρτητα αν αυτό ομολογείται ή όχι, η κυβέρνηση θέλει να προβάλλει προς τους δημοσίους υπαλλήλους και την κοινή γνώμη ότι δεν θα κάνει μειώσεις, αλλά «εξορθολογισμό», με επανακατάταξη των δημοσίων υπαλλήλων σε νέους βαθμούς («ξεπάγωμα» βαθμολογίου). Επισημαίνουν και ότι θα παραμείνει ο ισχύων εισαγωγικός μισθός. Ωστόσο, η ψαλίδα μεταξύ υπαλλήλων με χαμηλά προσόντα και εκείνων που είναι προσοντούχοι ανοίγει –και θα διευρύνεται συνεχώς τα επόμενα χρόνια με βάση τις προβλέψεις του νέου μισθολογίου (τριετία για να αλλάξουν κλιμάκιο οι ΥΕ και ΔΕ και διετία οι της πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης).
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



