H δημοσιοποίηση την περασμένη Δευτέρα από τη Γερουσία των επί 50 χρόνια μυστικών πρακτικών των ανακρίσεων του Μακάρθι έχει προκαλέσει ερωτήματα. Τα πρακτικά είχαν αποχαρακτηριστεί από τον περασμένο Ιανουάριο, γιατί τότε δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα; Μήπως ορισμένοι γερουσιαστές φοβούνται, ή βλέπουν ήδη, κάποιες αναλογίες εκείνων των αθλιοτήτων με την «ατμόσφαιρα» που δημιουργείται σήμερα στην Αμερική; Μήπως η «τρομοκρατία» γίνεται σήμερα το όχημα για την αναστολή, τον περιορισμό και την κατάργηση των ελευθεριών και των αξιών όπως ακριβώς χρησιμοποιήθηκε τότε ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» για την επιβολή ανελεύθερων μέτρων και για σειρά διώξεων στις ΗΠΑ; Παρουσιάζοντας τα πρακτικά η ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς δήλωσε: «Ας ελπίσουμε ότι αυτά που περιέχονται στις σελίδες (των πρακτικών) θα χρησιμεύσουν ώστε να είναι προσεκτικότερες οι μελλοντικές γενεές». Και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Καρλ Λέβιν συμπλήρωσε: «Θέλω να ελπίζω ότι μάθαμε το μάθημα, ιδιαίτερα ότι πρέπει να είναι ελεύθερες η διατύπωση αντίθετων απόψεων και η ζωντανή δημόσια συζήτηση». Δεν αποκαλύπτουν κάτι το άγνωστο ή το δραματικό τα πρακτικά των μυστικών ανακρίσεων του Τζο Μακάρθι. Στις 4.232 σελίδες τους ο αναγνώστης θα μείνει έκπληκτος με τη γελοιότητα των κατηγοριών, την εντυπωσιακή απουσία στοιχείων και την άθλια, ιταμή συμπεριφορά του αυτόκλητου «ανακριτή» απέναντι σε προσωπικότητες του πνευματικού, στρατιωτικού, διπλωματικού κόσμου της Αμερικής των δεκαετιών του ’40 και του ’50. Δημαγωγός, από τους πιο φτηνούς ομολογουμένως, έφθασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι «είχε στο χέρι εμπιστευτικά στοιχεία» για τις «προδοτικές τάσεις» του τότε υπουργού Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον και του υπουργού Αμυνας, στρατηγού Τζορτζ Μάρσαλ. Εννοείται ότι τον βοηθούσε το κλίμα που καλλιεργήθηκε στις ΗΠΑ από την επομένη σχεδόν της λήξεως του Πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν σε ένταση, η κρίση του Βερολίνου, οι πολιτικές επεμβάσεις του Στάλιν στην Ανατολική Ευρώπη και η νίκη του Μάο στην Κίνα ανησυχούσαν σοβαρά κάθε αμερικανό πολίτη, καθώς μάλιστα ο Τύπος και το ραδιόφωνο του επέσειαν καθημερινά την «κομμουνιστική απειλή». Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα δεν είναι παράδοξο που εμφανίστηκε ο Τζο Μακάρθι, ούτε όμως εκπληκτικό ότι το άστρο του έλαμψε μόνο περίπου δυόμισι χρόνια.
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1953, ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ.
Στην εσπερινή κεντρική εκπομπή ειδήσεων του τηλεοπτικoύ δικτύου NBC εμφανίζεται ένας εξαγριωμένος στρογγυλοπρόσωπος 40άρης στα σκαλοπάτια του Κογκρέσου και η κάμερα κάνει ζουμ στην αμερικανική σημαία που κυματίζει. Μιλάει γρήγορα και δυνατά, στριγκλίζοντας κάθε τόσο. Χειρονομώντας συνεχώς πότε προς τη σημαία και πότε προς τους θεατές του βεβαιώνει πως «έχει στα χέρια του 350 συγκεκριμένες περιπτώσεις σκληρών κομμουνιστών» που έχουν διεισδύσει σε όλον τον κρατικό μηχανισμό της Αμερικής, «από το υπουργείο Αμυνας ως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ίσως και στον Λευκό Οίκο». Υψώνει το δεξί του χέρι σαν να ορκίζεται και υπόσχεται ότι «δεν θα τους αφήσει να συνεχίσουν την προδοσία του αμερικανικού έθνους» και αγγέλλει ότι εντός των ημερών «εγκαινιάζει σειρά ανακρίσεων όλων των εγκληματιών κατά της πατρίδας». Είναι ο Τζόζεφ («Τζο») Μακάρθι, ρεπουμπλικανός γερουσιαστής του Γουισκόνσιν, πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Υποθέσεων της Γερουσίας, μιας επιτροπής που πριν από δέκα χρόνια είχε πρόεδρο τον Χάρι Τρούμαν και της οποίας έργο ήταν αποκλειστικά σχεδόν ο έλεγχος της διαφάνειας στα δημόσια έργα.
* Απατηλές κατηγορίες
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο γερουσιαστής μιλούσε για την «κομμουνιστική διάβρωση» στον κρατικό μηχανισμό. Πριν ακριβώς από τρία χρόνια είχε θέσει ζήτημα «διείσδυσης κομμουνιστών και συμπαθούντων» ειδικά στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ αλλά η έρευνα που έκανε σε συνέχεια η αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας απέρριψε τις κατηγορίες ως «αβάσιμες, δόλιες και απατηλές». Οι εκλογές του 1952 όμως έφεραν στον Λευκό Οίκο τον Αϊζενχάουερ και στη Γερουσία ο έλεγχος πέρασε στους Ρεπουμπλικανούς. Ετσι ένα νέο κλίμα διαμορφώνεται στην Αμερική, ο Ψυχρός Πόλεμος εντείνεται και ο Τύπος και τα ραδιόφωνα έχουν πείσει τον αμερικανικό λαό ότι υπάρχει μια «παγκόσμια κομμουνιστική-σοβιετική συνωμοσία» εναντίον της Αμερικής. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα καταδικάζεται για ψευδορκία ένας ανώτερος υπάλληλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Αλτζερ Χις, με την κατηγορία ότι διατηρεί «κάποιες σχέσεις» με τη Μόσχα και λίγο αργότερα συλλαμβάνεται το ζεύγος Τζούλιους και Εθελ Ρόζεμπεργκ, εναντίον των οποίων το FBI διατυπώνει την κατηγορία της κατασκοπείας και της προδοσίας. Αλλωστε ανακρίσεις για «κομμουνιστές και συμπαθούντες» ενεργούσε από καιρό και μια ειδική επιτροπή της Βουλής, η περιβόητη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, περισσότερο γνωστή για τις ανακρίσεις των ηθοποιών και συγγραφέων του Χόλιγουντ. Το κλίμα είχε δημιουργηθεί και μέσα σ’ αυτό το κλίμα κάνει την επανεμφάνισή του ο Τζο Μακάρθι. Την επομένη των «συγκλονιστικών δηλώσεών» του (ο χαρακτηρισμός είναι της «Herald Tribune») όλος ο Τύπος πρόβαλε με εντυπωσιακούς τίτλους την «τρομερή απειλή» που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ και ανέφερε με λεπτομέρειες τα σχέδια του γερουσιαστή, προαναγγέλλοντας ότι θα κληθούν να καταθέσουν «πλήθος, ίσως και εκατοντάδες κομμουνιστές και συμπαθούντες κρατικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί».
* Αυθαίρετες «προανακρίσεις»
Τρεις ημέρες αργότερα άρχισαν πράγματι οι ανακρίσεις, μυστικές και δημόσιες, συνολικά 522 συνεδριάσεις στη διάρκεια δύο ετών, από τις οποίες οι 161 ήταν μυστικές. H τακτική που εφάρμοσε ο Τζο Μακάρθι ήταν να «προανακρίνει» τα πρόσωπα που καλούσε αυθαιρέτως και, αν έκρινε ότι ήταν φοβισμένα ή μασούσαν τα λόγια τους και επικαλούνταν τα συνταγματικά τους δικαιώματα, τα παρέπεμπε σε δημόσια ανάκριση στην οποία έδινε τη μεγαλύτερη δημοσιότητα, με ζωντανή σύνδεση όλων των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών δικτύων της Αμερικής. Υπήρχαν ημέρες που πάνω από 30 εκατ. Αμερικανοί έβλεπαν ή άκουγαν τις εκπομπές, αριθμός τεράστιος για εκείνη την εποχή.
Ο βοηθός του Μακάρθι, ο Ρόι Κον, ένας από κάθε πλευρά αμφιλεγόμενος δικηγόρος, ήταν τόσο προκλητικός και εκβιαστικός με τους ανακρινομένους που μια φορά ήρθε σε ρήξη με τον πρακτικογράφο, ο οποίος εγκατέλειψε την αίθουσα, και μιαν άλλη φορά γρονθοκοπήθηκε με τον Ρόμπερτ Κένεντι, νέο δικηγόρο εκείνη την εποχή που παρακολουθούσε τη διαδικασία με εντολή της επιτροπής στην οποία μετείχε ως δημοκρατικό μέλος της ο αδελφός του Τζον, ο μετέπειτα πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μακάρθι και Κον είχαν ένα άθλιο σύστημα. Πότε ο ένας και πότε ο άλλος συνόψιζαν την απάντηση του ανακρινομένου κατά τρόπο εντελώς αυθαίρετο, πάντοτε διαστρεβλώνοντας την έννοια των λεγομένων του. «Επομένως, πιστεύετε ότι…» ήταν η φράση που χρησιμοποιούσε ο γερουσιαστής, έτσι που να φαίνεται ότι ο ανακρινόμενος παραδεχόταν αυτά που τον κατηγορούσε. Φυσικά πολλοί τον αντέκρουαν – «όχι, εσείς το λέτε αυτό…», επενέβαιναν και τον διέκοπταν. Αλλά πάρα πολλοί, υπό ψυχική πίεση, δεν πρόσεχαν, με αποτέλεσμα τα πρακτικά να εμφανίζουν την άποψη του γερουσιαστή και όχι αυτό που ήθελε να πει είτε είπε ο ανακρινόμενος. Αυτούς οπωσδήποτε τους έφερνε και σε δημόσια «δίκη», στην οποία ο Κον είτε ο ίδιος ο Μακάρθι τούς υπενθύμιζε ότι «όπως ομολογήσατε στην προανάκριση…». Αν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν, τους απειλούσαν με βαριά ποινή για «παραποίηση της αλήθειας με σκοπό την παραπλάνηση της δικαιοσύνης», ακόμη και για «προσβολή του δικαστηρίου», αδικήματα που επισύρουν ποινές φυλάκισης στις ΗΠΑ.
Τυπικά όλη η διαδικασία ήταν «εκτός νομίμου βάσεως», όπως γνωμάτευσε τρία χρόνια αργότερα η αρμόδια νομική επιτροπή της Γερουσίας. «Ο γερουσιαστής Μακάρθι ήταν ανακριτής, δικαστής, κατήγορος, εισαγγελέας και αυτοδιαφημιζόμενος δημοκόπος» εκτιμά ο καθηγητής της Νομικής του Χάρβαρντ Εργουιν Γκρίσγουολντ. Ονόμαζε τους εγκαλουμένους απλώς μάρτυρες, τους ειδοποιούσε να παρουσιαστούν στην επιτροπή του συνήθως μόλις 48 ώρες ενωρίτερα – ώστε να μην έχουν καιρό να προετοιμαστούν -, όριζε κατά βούλησιν τόπο ανάκρισης και εκτός Ουάσιγκτον όπου ήταν η έδρα της επιτροπής και συνήθως ήταν το μόνο μέλος της επιτροπής στην αίθουσα, ώστε να μην υπάρχουν ερωτήσεις και από άλλα μέλη που ενδεχομένως θα άλλαζαν τις εντυπώσεις. Ωστόσο, για λόγους προσωπικής επίδειξης, όχι λίγες φορές έφερνε στην αίθουσα φίλους του και δημοσιογράφους οι οποίοι την επομένη πρόβαλλαν με υπερθετικές εκφράσεις το εθνικό έργο του γερουσιαστή και επιβεβαίωναν τη βαθιά(!) κομμουνιστική διείσδυση στη χώρα. Σε μερικούς μάλιστα έδινε το δικαίωμα να υποβάλουν και εκείνοι ερωτήσεις. Ανάμεσα σε αυτούς και κάποιος Ντέιβιντ Σάιν, ένας μεγαλοπλούσιος που χρηματοδότησε τον εκλογικό αγώνα του γερουσιαστή το 1948 και ανταμείφθηκε με το να ονομαστεί «νομικός σύμβουλος» της επιτροπής Μακάρθι, χωρίς φυσικά να έχει τα σχετικά προσόντα.
H «αυθάδεια» έφαγε τον γερουσιαστή * Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ εξοργίστηκε όταν ο Μακάρθι άρχισε να κυνηγά «κατασκόπους» στον στρατό
18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1954.
Ο τρίστηλος τίτλος των «New York Times» είναι λιτός: «Ο γερ. Τζο Μακάρθι κυνηγά “κομμουνιστές στον Στρατό”. Λιτό και το κείμενο που ακολουθούσε: «Ο υπουργός Στρατιωτικών διέταξε δύο στρατηγούς που εκλήθησαν από τον αντικομμουνιστή γερουσιαστή Τζο Μακάρθι να καταθέσουν ενώπιόν του να αγνοήσουν την έγκληση. H ενέργεια του (υπουργού) Ρόμπερτ Στίβενς έγινε με την έναρξη των ακροάσεων για κομμουνιστική δραστηριότητα στον Στρατό. Ο κ. Στίβενς δήλωσε ότι αν οι ακροάσεις ήταν δημόσιες, θα κατέθετε υπέρ του στρατεύματος».
Ηταν η αρχή του τέλους του Τζο Μακάρθι. Ο γερουσιαστής εξόργισε τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ με την «αυθάδη συμπεριφορά του έναντι των ενόπλων δυνάμεων», θα διαπιστώσει χρόνια αργότερα ο ιστορικός του Πανεπιστημίου Κολούμπια Χέρμπερτ Λόουζ. Και όταν αυτή η «αυθάδεια» έφθασε στο να καλέσει σε ανάκριση έναν συνταγματάρχη, τον Τσέστερ Μπράουν, τον οποίο κατηγόρησε ότι εν γνώσει του πριν από τρία χρόνια επέτρεψε να προαχθεί σε ταγματάρχη ο Ιρβινγκ Πέρες, τον οποίο ο γερουσιαστής χαρακτήρισε «προφανώς κατάσκοπο και εχθρικό» προς τις ΗΠΑ, τότε επενέβη ο υπουργός Στρατιωτικών. H επέμβαση δεν έφερε άμεσο αποτέλεσμα. Παρ’ όλο που, απορρίπτοντας το επιχείρημα του Μπράουν ότι οι στρατιωτικοί κανονισμοί τού απαγορεύουν να αποκαλύψει ορισμένα πράγματα, ο Μακάρθι δήλωνε ιταμότατα «δεν αναγνωρίζω την ισχύ των κανονισμών σας εδώ μέσα». Το άστρο του όμως ήταν φανερό ότι έδυε. Και όταν λίγες ημέρες αργότερα ο ίδιος ο υπουργός και ο νομικός σύμβουλος του υπουργείου Τζον Ανταμς εμφανίστηκαν στην τηλεόραση, απέκρουσαν κάθε ισχυρισμό του Μακάρθι για τον στρατό και τερμάτισαν απευθυνόμενοι ρητορικά στον γερουσιαστή με μια φράση που έμεινε ιστορική – «δεν έχετε ίχνος αξιοπρέπειας» -, ήταν πλέον προφανές ότι «το σύστημα δεν μπορούσε να τον ανεχθεί άλλο», όπως έγραψε ο Λόουζ αργότερα.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 1954 πέρασαν πάλι τον έλεγχο της Γερουσίας στους Δημοκρατικούς και μία από τις πρώτες πράξεις του σώματος τον Δεκέμβριο ήταν να καταδικάσει το έργο και τη συμπεριφορά του γερουσιαστή με 67 ψήφους έναντι μόνο 22 υπέρ. Τρία χρόνια αργότερα το Ανώτατο Δικαστήριο αποκατέστησε εκείνους που είχαν στερηθεί τα πολιτικά δικαιώματά τους. Ο Μακάρθι πέθανε τον ίδιο χρόνο, σε ηλικία 47 ετών. Είχε καταρρεύσει και σωματικά.



