Οταν ο Βενσάν Μινιέ ήταν 12 χρόνων, βρέθηκε με τον πατέρα του στο δάσος, κάτι που έκαναν συχνά. Μόνο που σε αυτή την εξόρμηση ο πατέρας του τον άφησε ολομόναχο εκεί, καλυμμένο με ένα δίχτυ καμουφλάζ και με φωτογραφικό εξοπλισμό Novoflex ανά χείρας. Ηταν η πρώτη φορά που ο Μινιέ έμενε – για περίπου δύο ώρες – μόνος στο δάσος. Τότε τράβηξε την πρώτη φωτογραφία του.
«Τρομαγμένος και ταυτόχρονα γοητευμένος, άκουγα τους ήχους των ζώων δίπλα μου, ένιωθα την ανάσα τους, τον βηματισμό τους, τον ψίθυρό τους» περιέγραφε ο Μινιέ στο BHMAgazino πριν από λίγο καιρό στο Παρίσι, μακριά από την αγαπημένη του φύση, όπου τον συναντήσαμε στο πλαίσιο της προώθησης του τελευταίου ντοκιμαντέρ του, «Το τραγούδι του δάσους» (Le Chant des forêts), το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Unifrance και από την περασμένη Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους, σε διανομή της One from the Ηeart – να σημειωθεί ότι η ταινία έχει ξεπεράσει το 1.000.000 εισιτήρια, αποτέλεσμα εκπληκτικό για ντοκιμαντέρ, και ότι βρισκόταν στο top 5 του γαλλικού box office επί πέντε εβδομάδες.

«Oταν το άγριο ζώο πέρασε μπροστά από τα μάτια μου, ένιωθα τόσο εκστασιασμένος που δεν ήμουν βέβαιος για το αν ήταν αληθινό ή της φαντασίας μου· ένα mirage, μια οπτασία» συνέχισε την εξιστόρηση ο Μινιέ. Oλα τα παραπάνω έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου και ενώ ο ίδιος όπλιζε τη φωτογραφική μηχανή του προκειμένου να απαθανατίσει το ζώο, ένα ελάφι. Εκείνη η ημέρα που ο Βενσάν Μινιέ βρέθηκε στο δάσος μόνος του υπήρξε τελικά η αφετηρία για αυτό που επρόκειτο να κάνει στην υπόλοιπη ζωή του: «Ενθουσιάστηκα από το γεγονός ότι μπορούσες πράγματι να βρεθείς τόσο κοντά με αυτά τα ζώα αν είχες το σωστό καμουφλάζ και υπομονή».
Μιλώντας λίγο για το παρελθόν του, ανέφερε ότι ήταν κακός μαθητής στο σχολείο επειδή ακριβώς το μυαλό του ταξίδευε συνεχώς στον έξω κόσμο, όπου ούτως ή άλλως περνούσε και τον περισσότερο χρόνο του. «Ετσι λοιπόν ήρθε το αναπόφευκτο». Σύντομα ο Μινιέ συνειδητοποίησε ότι ο ρόλος του σε αυτή τη ζωή είναι να εικονογραφεί, είτε φωτογραφίζοντας με τη φωτογραφική μηχανή του ή, αργότερα, κινηματογραφώντας με την κάμερά του τα είδη της άγριας πανίδας στο φυσικό τους περιβάλλον.
Βέβαια, όταν ο Μινιέ αποφάσισε ότι θα ακολουθούσε αυτό το μονοπάτι, σύντομα αντιλήφθηκε πως δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα: «Ημουν αναγκασμένος να κάνω δουλειές του ποδαριού, ό,τι έβρισκα, προκειμένου να αποκτώ τα χρήματα για να αγοράζω τον εξοπλισμό για αυτή τη δουλειά». Στα 22 με 23 του όμως ήταν πλέον επαγγελματίας. Στο πέρασμα των χρόνων κατάφερε να ιδρύσει τον δικό του εκδοτικό οίκο και αρκετά αργότερα, αφού είχε γίνει ένας από τους πιο διακεκριμένους φωτογράφους άγριας ζωής στον κόσμο, αποφάσισε να μεταπηδήσει στον κινηματογράφο.

Το 2021, με ένα άλλο τρομερό ντοκιμαντέρ του, τη «Λεοπάρδαλη του χιονιού» (που σκηνοθέτησε μαζί με τη Μαρί Αμιγκέ), ο Μινιέ μάς μετέφερε στα μαγικά τοπία του Θιβέτ, όπου οι κορυφές, οι στέπες, το δριμύ ψύχος και η πλούσια πανίδα γίνονται τα στοιχεία μιας αναζωογονητικής φιλμικής εμπειρίας. Εκεί ο θεατής ανακαλύπτει την τέχνη του καμουφλάζ – χάρισμα ορισμένων ζώων και πολύτιμο εργαλείο τους για την επιβίωση – όπως επίσης ταυτίζεται με την αγωνία του φωτογράφου να απαθανατίσει την ομορφιά που τον κυκλώνει – τις αντιλόπες, τις αρκούδες, τις αλεπούδες, τους σκίουρους, τις τίγρεις, τα γεράκια, τους λαγούς και φυσικά τη λεοπάρδαλη του χιονιού που συναντάμε στον τίτλο της ταινίας.
To «Τραγούδι του δάσους» είναι μεν μια ταινία παρόμοιας φιλοσοφίας, αλλά σε ένα πιο «βατό» πλαίσιο. Βαθιά μέσα στα Βόσγια Ορη της Γαλλίας, ο Μινιέ επαναλαμβάνει κατά κάποιον τρόπο τη δική του ιστορία φωτογραφικού «βαπτίσματος», μόνο που σε αυτή την περίπτωση πρωταγωνιστής είναι ο δεκάχρονος γιος του, μαζί με τον οποίο ο σκηνοθέτης συναντά τον δικό του πατέρα. Στόχος τους είναι να παρατηρήσουν λύγκες, ελάφια, κουκουβάγιες και ίσως τον σπάνιο αγριόκουρκο, στο φυσικό τους περιβάλλον.
Αποτυπώνοντας το θαύμα και τον μαγευτικό ρυθμό αυτού του περιβάλλοντος, μαζί με τους ήχους και τις ιστορίες του που ξετυλίγονται στο φως των κεριών, ο Μινιέ καταθέτει μια λαμπρή, ελεγειακή αποτύπωση του εκπληκτικού πλανήτη στον οποίο ζούμε.

Περιβαλλοντική αφύπνιση
Υπήρξε μια εποχή που οι περισσότεροι μαθαίναμε για τον διαφορετικό αυτόν κόσμο της άγριας φύσης μέσω ντοκιμαντέρ που μεταδίδονταν για εκπαιδευτικούς λόγους στην τηλεόραση. Προσωπικά, ανήκω σε αυτή τη γενιά, καθότι ως παιδί τη δεκαετία του 1980 παρακολουθούσα τέτοια ντοκιμαντέρ.
Το αναφέρω στον Μινιέ και συγχρόνως του επισημαίνω ότι στους καιρούς μας, με τον κόσμο να έχει αλλάξει τόσο πολύ, τέτοιου είδους φιλμ τεκμηρίωσης δεν είναι και τόσο δημοφιλή αλλά, το σημαντικότερο, το ίδιο το περιβάλλον έχει αλλάξει πολύ έκτοτε. Αυτό που κυρίως μαθαίνουμε είναι το τέλος: ένα είδος εξαφανίζεται, το άλλο απειλείται με αφανισμό κ.ο.κ.
Πώς επηρεάζει άραγε αυτή η κατάσταση έναν ντοκιμαντερίστα ο οποίος ασχολείται τόσο πολύ με τη φύση, όπως ο Βενσάν Μινιέ; «Προφανώς με επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό και πολύ πιθανόν η ύπαρξη αυτής της ταινίας να οφείλεται σε αυτό ακριβώς» απαντά. «Ως ένας άνθρωπος που έχει περάσει στη φύση περισσότερα από 30 χρόνια, υπερασπίζομαι αυτό που και ο γιος μου λέει στην ταινία: πόσο κρίμα είναι που τόσο λίγοι άνθρωποι έχουν τις ανάλογες ευαισθησίες για την εξαφάνιση ζωικών ειδών.
Αυτό με θλίβει αφάνταστα, αλλά την ίδια ώρα με ωθεί στο να κάνω κάτι, όπως μια ταινία σαν αυτή. Κατά κάποιον τρόπο, όταν γυρίζω μια ταινία, νομίζω ότι αντιμετωπίζω αυτό το θέμα κατάματα και με θάρρος. Γιατί νιώθω ότι στις μέρες μας το να είναι κάποιος ευαίσθητος έχει καταντήσει ασήμαντο».
Ο Μινιέ στη συζήτησή μας αναφέρει επίσης ότι πολλές φορές στενοχωριέται όταν βλέπει τόσο πολύ κόσμο να ενώνεται προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για μια σειρά από ζητήματα της στενής πολιτικής, ενώ ελάχιστοι κάνουν το ίδιο όταν προκύπτουν σοβαρά θέματα για το περιβάλλον: «Νομίζω ότι το “Τραγούδι του δάσους” είναι μια πρόταση απέναντι σε αυτήν ακριβώς την αδιαφορία. Είναι μια πρόταση που προέκυψε από την προσωπική εμπειρία μου και είναι επίσης μια πρόταση επανασύνδεσης και συμφιλίωσής μας με όλα τα πλάσματα του κόσμου, ούτως ώστε να αφυπνιστούμε και να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Θα μπορούσα μάλιστα να πω ότι είναι μια πρόταση αισιοδοξίας, κάτι που δείχνει δύσκολο πλέον, εφόσον ακούμε για εξαφάνιση ειδών και δεν δραστηριοποιούμαστε. Ωστόσο, όπως ο πατέρας μου συχνά λέει, αυτός ο κόσμος, ο κόσμος των ζώων, παραμένει ζωντανός. Κάποια είδη εξαφανίζονται, κάποια άλλα όμως εμφανίζονται, και αυτή η κίνηση συνεχίζεται στους αιώνες. Και εμείς πρέπει επίσης να συνεχίζουμε να κινούμαστε».
Στη διάρκεια της συζήτησής μας του έθεσα την ύπαρξη αυστηρού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των ζώων, όπως και για τη δραστηριότητα πολλών οργανώσεων στον τομέα αυτόν. «Είναι ευτυχές που υπάρχουν πολλές φιλοζωικές οργανώσεις, οι οποίες πράγματι κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά» σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Ωστόσο, δεν είναι αρκετή. Αυτό που πραγματικά με πληγώνει είναι ότι ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο των ζώων μόνο μέσα από το πρίσμα του δικού του ενδιαφέροντος και συμφέροντος. Επίσης, υπάρχουν ακόμη κάποιες μονοδιάστατες και εντελώς ξεπερασμένες αντιλήψεις και στερεότυπα.
Για παράδειγμα, ότι ο κάστορας καταστρέφει τα δέντρα, η αλεπού κυνηγάει τις κότες, ο λύκος τρώει τα πρόβατα. Αυτή η λογική αποδεικνύει ότι το ανθρώπινο συμφέρον έχει προτεραιότητα και αυτό, νομίζω, πρέπει να αλλάξει. Ενώ είναι απαραίτητο να αναζητούμε την ομορφιά και την επανασύνδεσή μας με το φυσικό περιβάλλον, εμείς σκεφτόμαστε πρώτα τον εαυτό μας. Θεωρώ ότι πρέπει να αλλάξουμε το πρίσμα μέσα από το οποίο παρατηρούμε τη φύση και για εμένα η ποίηση είναι το ένα και μοναδικό μονοπάτι που μπορούμε να πάρουμε. Και πιστεύω βαθιά ότι αν ο άνθρωπος αρχίζει να αντιμετωπίζει ποιητικά το περιβάλλον θα νιώσει καλύτερα και με τον συνάνθρωπο».



