Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Πολύ πριν ο όρος «γυναικοκτονία» μπει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, το φαινόμενο είχε ήδη οριστεί επιστημονικά. Από το 1976, η Ε. Χ. Ράσελ την περιέγραφε ως «δολοφονία γυναικών από άνδρες με κίνητρο το μίσος, την περιφρόνηση, τη σεξουαλική ικανοποίηση ή ένα αίσθημα ιδιοκτησίας επί των γυναικών». Για χρόνια, όμως, αυτή η πραγματικότητα έμενε στο ημίφως. Τα στοιχεία ήταν ήδη αμείλικτα: παγκοσμίως, εκατοντάδες γυναίκες δολοφονούνται κάθε μέρα από κάποιον οικείο τους, συχνά από σύντροφο ή πρώην σύντροφο. Στην Ελλάδα, η πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας αντιμετωπιζόταν επί μακρόν άλλοτε ως νεολογισμός και άλλοτε ως ιδεολογικά φορτισμένη υπερβολή.

Η υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη το 2018 άλλαξε τους όρους της συζήτησης. Από εκείνη τη δολοφονία μέχρι την Κάρολαϊν Κράουτς και, αργότερα, την Κυριακή Γρίβα έξω από αστυνομικό τμήμα, η γυναικοκτονία απέκτησε όνομα, δημόσια βαρύτητα και πολιτική σημασία. Οπως δήλωσε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, λίγες ημέρες μετά την πρόσφατη δολοφονία της 39χρονης στην Καλαμάτα από τον σύζυγό της, το φαινόμενο «βγήκε από τη σιωπή». Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αστυνομίας, από το 2020 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 77 γυναικοκτονίες: 4 το 2020, 15 το 2021, 13 το 2022, 6 το 2023, 15 το 2024, 19 το 2025 και ήδη 5 από τις αρχές του 2026.

Στην ελληνική έννομη τάξη, πάντως, η γυναικοκτονία δεν έχει αυτοτελή ποινικό ορισμό. Η ανθρωποκτονία με δόλο τιμωρείται ήδη με ισόβια κάθειρξη και αυτό αποτελεί το βασικό επιχείρημα όσων θεωρούν περιττή τη νομοθετική κατοχύρωση του όρου. Πρόσφατα, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης είχε δηλώσει ότι «ο όρος “γυναικοκτονία” δεν πρέπει να αποκτήσει ξεχωριστή νομική κατοχύρωση», καθώς «το ποινικό μας δίκαιο προστατεύει ως υπέρτατο αγαθό την ανθρώπινη ζωή». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε χαρακτηρίσει τον όρο «κοινωνικά και πολιτικά χρήσιμο», σημειώνοντας όμως ότι δεν μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε «νομικά» για την ταξινόμηση των εγκλημάτων, «αφήνοντας τη Δικαιοσύνη να προσδιορίζει εκείνη το βάρος κάθε ανθρωποκτονίας».

Αυτή η αντιπαράθεση, που ξεκίνησε από τις έντονες επιφυλάξεις για τη χρησιμότητα ή την ιδεολογική σκοπιμότητα του όρου, έχει μεταφερθεί εσχάτως στο τραπέζι του συνταγματικού διαλόγου κατόπιν πρότασης του ΠαΣοΚ, σπάζοντας την ανία των κλασικών θεμάτων που απασχολούν την αναθεώρηση.

Η αντιπαράθεση

Πάνω σε αυτή την πρωτοβουλία, ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος, καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο ΕΑΠ, επισημαίνει στο «Βήμα» ότι πρόκειται για «μία πρόταση που, αν και δεν αλλάζει το πολιτικό σύστημα, αλλάζει την κοινωνία, τις αντιλήψεις της», καθώς ανοίγει τον διάλογο για την αναθεώρηση του Συντάγματος πέρα από τους ειδικούς και τον φέρνει πιο κοντά στην κοινωνία. Στον αντίποδα, ο Ηλίας Αναγνωστόπουλος, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, εκφράζει έντονες επιφυλάξεις για τη θεσμοθέτηση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστού αδικήματος, προειδοποιώντας για «σοβαρούς κινδύνους». Οπως υποστηρίζει, μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για αντίστοιχες αξιώσεις ειδικής ποινικής προστασίας και από άλλες ευάλωτες ομάδες, καθώς «η πίεση διαφόρων κοινωνικών ομάδων θα ανάγκαζε τον νομοθέτη» να θεσπίζει «ειδικές κατηγορίες ανθρωποκτονιών». Κατά την άποψή του, αυτό θα οδηγούσε σε κατακερματισμό του Ποινικού Κώδικα, «κλονίζοντας έτσι την καθολική και ισότιμη φύση» με την οποία αντιμετωπίζεται η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής.

Αυτή η δογματική σύγκρουση εκτείνεται σε συγκεκριμένα μέτωπα, με κυριότερο το ίδιο το έννομο αγαθό που προσβάλλεται. Η πλευρά των υποστηρικτών επιμένει ότι η γυναικοκτονία αποτελεί ένα καθαρό «έγκλημα μίσους ως προς το φύλο του θύματος», το οποίο συνδέει αναπόφευκτα τη δολοφονία με το βαθύτερο κίνητρό της. Στον αντίλογό τους, οι επικριτές προειδοποιούν για μια επικίνδυνη ολίσθηση από το παραδοσιακό δίκαιο της πράξης σε ένα «δίκαιο προσώπων», αντιτείνοντας ότι «η ζωή είναι η ζωή» και η ποινική της προστασία δεν μπορεί να εξαρτάται από το φύλο του θύματος.

Το δεύτερο μέτωπο αφορά το Σύνταγμα και την αρχή της ισότητας. Οι υπέρμαχοι επικαλούνται τη συνταγματική πρόβλεψη που επιτρέπει τη λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας των φύλων και επισημαίνουν ότι δεν εισάγεται αυτομάτως διάκριση, καθώς δεν θεωρούνται γυναικοκτονίες όλες οι ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες, ούτε οι δράστες είναι πάντα άνδρες. Οι επικριτές αντιτείνουν ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, αφού προσφέρεται αυξημένη προστασία στις γυναίκες έναντι των ανδρών, κατατάσσοντάς τες αδιακρίτως σε μια κατηγορία ευάλωτων προσώπων.

Το τρίτο μέτωπο αφορά τις ποινές. Το βασικό επιχείρημα των επικριτών είναι ότι η ανθρωποκτονία τιμωρείται ήδη με τη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή, οπότε η εισαγωγή του όρου δεν προσφέρει κάποια επιπλέον αυστηροποίηση. Από την άλλη πλευρά, προβάλλεται η ένσταση ότι τα ισόβια «σπάνε» συχνά στις δικαστικές αίθουσες με τη χρήση ελαφρυντικών, με τους υπέρμαχους της κατοχύρωσης να επισημαίνουν ότι «το ζητούμενο δεν είναι η βαρύτερη αλλά η αναλογική ποινή».

Η αντιπαράθεση κορυφώνεται στο πεδίο του συμβολισμού. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η θέση ότι η ρητή θεσμοθέτηση του όρου στέλνει ένα ισχυρό κοινωνικό μήνυμα, ενισχύει την ορατότητα της έμφυλης βίας και «ανοίγει τον δρόμο για περισσότερες καταγγελίες» από γυναίκες που βρίσκονται σε κίνδυνο. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές απαντούν ότι αυτή η εργαλειοποίηση του Ποινικού Κώδικα για επικοινωνιακούς ή συμβολικούς λόγους συνιστά ποινικό λαϊκισμό και αλλοιώνει τον χαρακτήρα του, τονίζοντας ότι η λύση βρίσκεται στην «ενίσχυση των δομών υποστήριξης των θυμάτων» και στην έγκυρη στατιστική αποτύπωση του φαινομένου.

Ομως, για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα, πρέπει πρώτα να μπορεί να μετρηθεί. Στην Ελλάδα, η εικόνα των γυναικοκτονιών παραμένει θολή, καθώς «η ιδιαιτερότητά τους δεν αποτυπώνεται στους επίσημους δείκτες» και η ειδική καταγραφή τους εξαρτάται από επιμέρους πηγές, επισημαίνει η Σοφία Βιδάλη, τ. καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η απουσία συγκεκριμένου νομικού ορισμού αφήνει την καταγραφή των γυναικοκτονιών στην Ελλάδα σχεδόν αποκλειστικά μέσα στα όρια της ενδοοικογενειακής βίας, με αποτέλεσμα ένα κρίσιμο μέρος του φαινομένου να παραμένει αθέατο. Τα διαθέσιμα στοιχεία αντλούνται κυρίως από τη διασταύρωση των γυναικών θυμάτων ανθρωποκτονίας με δόλο με τις υποθέσεις που υπάγονται στη νομοθεσία για την ενδοοικογενειακή βία, αποτυπώνοντας ορισμένες τάσεις, αλλά όχι την πραγματική έκταση του προβλήματος. Χωρίς επίσημη νομοθετική αναγνώριση του όρου, χωρίς στατιστικά στοιχεία από τη Δικαιοσύνη και χωρίς δημόσιο φορέα αποκλειστικά αρμόδιο για την παρακολούθηση και μελέτη των γυναικοκτονιών, η εικόνα παραμένει αναγκαστικά ελλιπής.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία

Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ενωση, εδώ υπάρχει σύγκλιση με την Ελλάδα, καθώς δεν υφίσταται νομοθεσία που να αναγνωρίζει ρητά τη γυναικοκτονία ως ξεχωριστό ποινικό αδίκημα. Ωστόσο, υπό την πίεση των κινημάτων, πέντε κράτη-μέλη, η Μάλτα, η Κύπρος, το Βέλγιο, η Κροατία και η Ιταλία, εισήγαγαν ειδικές διατάξεις που διαχωρίζουν τη γυναικοκτονία από τις κοινές ανθρωποκτονίες για να διευκολύνουν τη συλλογή δεδομένων και, πλην του Βελγίου, να αυστηροποιήσουν τις ποινές, με τη Βόρεια Μακεδονία και τη Μολδαβία να ακολουθούν εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αυτή η κινητικότητα πατάει πάνω σε ένα διεθνές υπόβαθρο που διαμορφώθηκε από τη Διακήρυξη της Βιέννης του ΟΗΕ, η οποία έδωσε για πρώτη φορά υπόσταση στον όρο, και κυρίως από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Η τελευταία αποτελεί το πρώτο δεσμευτικό κείμενο στο διεθνές δίκαιο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και τον βασικό κορμό προστασίας των θυμάτων, έχοντας πλέον ενσωματωθεί τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο ελληνικό δίκαιο.