Τα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν επανέφεραν στο προσκήνιο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα ως προς την ενεργειακή ασφάλεια της παγκόσμιας οικονομίας: την πιθανή διακοπή των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή, οι οποίες διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
Το διακύβευμα αφορά περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως – σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης –, καθώς και όλες τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από το Κατάρ και τα ΗΑΕ, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG.
Η άμεση επίδραση στις τιμές της ενέργειας ήταν σημαντική. Η μακροπρόθεσμη επίδραση θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια των εχθροπραξιών και από το πόσο θα επηρεαστεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Μια σύντομη σύγκρουση θα προσθέσει ένα γεωπολιτικό «ασφάλιστρο κινδύνου» στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια παρατεταμένη σύγκρουση θα αρχίσει να μειώνει τα αποθέματα, να δυσχεραίνει τη μεταφορά και να περιορίζει την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, με πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στις τιμές.
Η Ευρώπη εξαρτάται πολύ λιγότερο από το πετρέλαιο και το LNG του Κόλπου σε σχέση με την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία ή τη Νότια Κορέα, ωστόσο δεν είναι πλήρως προστατευμένη. Το πετρέλαιο και το LNG διακινούνται σε παγκόσμιες αγορές: οποιοδήποτε μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει άμεσες αυξήσεις τιμών που θα επηρεάσουν την Ευρώπη.
Η Ευρώπη είναι πιο ευάλωτη όσον αφορά το LNG. Αν οι ροές του μέσω των Στενών του Ορμούζ περιοριστούν, η διαθέσιμη ποσότητα στην παγκόσμια αγορά θα μειωθεί αμέσως. Η Ευρώπη θα αναγκαστεί τότε να ανταγωνιστεί τους αγοραστές της Ασίας, όπως και στη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης του 2021-2023. Αυτό θα οδηγούσε σε άνοδο των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου, ιδίως επειδή η Ευρώπη ξεκίνησε το 2026 με πολύ χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια: 46 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (bcm) στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, έναντι 60 bcm το 2025 και 77 bcm το 2024.
Οι διαδικασίες αναπλήρωσης των αποθεμάτων θα μπορούσαν να διαταραχθούν, αυξάνοντας την πίεση στο ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου επηρεάζουν και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και τα περιθώρια κέρδους της βιομηχανίας. Αν οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξηθούν ταυτόχρονα, οι δυνατότητες υποκατάστασης θα περιοριστούν, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για άνθρακα και σε νέες πιέσεις για μείωση της κατανάλωσης.
Οσον αφορά το πετρέλαιο, η απόφαση του OPEC+ την 1η Μαρτίου να αυξήσει την παραγωγή είναι σίγουρα σημαντική. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) θα αποφασίσει αν θα επιτρέψει στα κράτη-μέλη του να χρησιμοποιήσουν συλλογικά τα αποθέματα πετρελαίου που αντιστοιχούν σε 90 ημέρες εισαγωγών, τα οποία υποχρεούνται να διατηρούν σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της προσφοράς. Προς το παρόν, οι ΗΠΑ δεν εξετάζουν το ενδεχόμενο απελευθέρωσης πετρελαίου από το μεγάλο στρατηγικό τους απόθεμα (το οποίο υπερβαίνει τις απαιτήσεις του IEA), στέλνοντας το μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πως τυχόν άνοδος των τιμών θα είναι περιορισμένη.
Οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις δείχνουν ότι πρέπει να επιταχυνθεί η ανάπτυξη καθαρών ενεργειακών πηγών που παράγονται στην Ευρώπη. Μόνο με τη μείωση της διαρθρωτικής εξάρτησης από τις εισαγωγές πετρελαίου και LNG θα μπορεί η Ευρώπη να προστατεύει σταθερά την οικονομία της από επαναλαμβανόμενα εξωτερικά σοκ.
Ο κύριος Σιμόνε Ταλιαπιέτρα είναι συνεργάτης του Ινστιτούτου Bruegel.






