Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η Μαίρη Λίντα συνέδεσε με τον τρόπο της το λαϊκό τραγούδι με το έντεχνο τραγούδι, απευθυνόμενη σε διαφορετικές γενιές ακροατών, έχει αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ελληνική μουσική. Οι επιτυχίες της ακόμη και σήμερα όχι μόνο συνεχίζουν να συγκινούν το κοινό ενώ τραγούδια της έχουν διασκευαστεί από νεότερες γενιές μουσικών, αποδεικνύοντας στην πράξη τη διαχρονικότητά της.

Αν δεν την «ανακάλυπτε» ο Μανώλης Χιώτης, ενδεχομένως δεν θα έκανε την καριέρα που στη συνέχεια έκανε. Κι αν όμως ο Μανώλης Χιώτης δεν την είχε δίπλα του, δεν θα μπορούσε -ίσως- να γράψει τις επιτυχίες που έγραψε, εφόσον στο πρόσωπό της βρήκε την ιδανική ερμηνεύτρια.

Το δίδυμο με τον Μανώλη Χιώτη που άλλαξε το λαϊκό τραγούδι

Με τον συνθέτη και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι, δημιούργησαν ένα από τα δημοφιλέστερα ντουέτα της δεκαετίας του ’60. Οι δύο τους έβαλαν το λαϊκό τραγούδι στα μεγάλα κέντρα, του έριξαν λίγη χρυσόσκονη, τόση ώστε να μπορέσει να βρει απήχηση και στα κοινωνικά εκείνα στρώματα που δεν ήθελαν να το ακούσουν. Στα τραγούδια αυτά ο Χιώτης είχε ενσωματώσει στοιχεία από τη λάτιν μουσική, το μάμπο και την ποπ, δίνοντας τη δυνατότητα στη Λίντα να τα ερμηνεύσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η φωνή που ταξίδεψε σε κάθε ελληνικό σπίτι

Ευγενική και γλυκιά παρουσία, ανέβηκε στο πάλκο από τα μικράτά της, δίπλα στον Μανώλη Χιώτη, να τραγουδά, εγκαταλείποντας την καρέκλα ενώ με το σκέρτσο και το μπρίο της έδωσε πνοή στα κομμάτια που ερμήνευσε κάνοντάς τα κατά κάποιο τρόπο δικά της. Οι ελληνικές ταινίες, όπου τραγούδησε την έφεραν στη δεκαετία του ΄60, κοντά σε όλο το κοινό της Ελλάδας, κοινό που δεν είχε την πολυτέλεια να την απολαύσει στα κέντρα, δίνοντάς του τη δυνατότητα, να σιγοψιθυρίζει μαζί της, τις επιτυχίες της.

Περί τα 400 τραγούδια δισκογράφησε η Μαίρη Λίντα -ποιος μπορεί να μετρήσει πραγματικά πόσα έχει ερμηνεύσει στη μακρόχρονη διαδρομή της, καταφέρνοντας να μην… ξεπέσει. Το τελευταίο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό. Για αυτό και η Μαίρη Λίντα, καταφέρει έως τα 91 της χρόνια, να παραμείνει μύθος της πιο ανθοφόρας και ίσως πιο όμορφης εποχής του λαϊκού τραγουδιού.

Από τον «Επιτάφιο» στον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι

Εμφανίσθηκε στη δισκογραφία με το τραγούδι «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη, ενώ το 1961 κατέκτησε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με την «Απαγωγή» (μουσική Μίκης Θεοδωράκης). Η συνεργασία της με τον Θεοδωράκη δεν σταμάτησε εκεί. Έχει συμμετάσχει στα έργα του συνθέτη «Επιτάφιος», «Πολιτεία» και «Αρχιπέλαγος», αλλά και σε κάποια άλλα αγαπημένα τραγούδια. Ένα μήνα μετά την επίσημη κυκλοφορία του… κλασικού «Επιταφίου», παρουσίασε διαφορετική συνθετική προσέγγιση του έργου του, με τον Χιώτη να παραμένει σολίστ στο μπουζούκι αλλά τη Μαίρη Λίντα στη φωνή. Θα ερμηνεύσει επίσης τη «Μυρτιά» και το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», «Μαργαρίτα-Μαργαρώ», «Σε πότισα ροδόσταμο», «Ροδιά τετράκλωνη», «Είχα φυτέψει μια καρδιά» κ.α., πάντα με τη συνοδεία του μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη…

Επίσης, η ερμηνεύτρια θα ηχογραφήσει και δύο τραγούδια από την «Πολιτεία» σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, τραγούδια που γνωρίζουμε όλοι με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Πρόκειται για τα «Δραπετσώνα», «Μάνα μου και Παναγιά»

Η σχέση της Μαίρης Λίντα με τον Μίκη Θεοδωράκη, αποτυπώνεται με συνεπή τρόπο στο άλμπουμ με τίτλο «Η Μαίρη Λίντα τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη». Η πρώτη πλευρά περιλαμβάνει ολόκληρο τον «Επιτάφιο» και η δεύτερη, τραγούδια από το «Αρχιπέλαγος» και την «Πολιτεία».

Η λαϊκή ερμηνεύτρια, ευτύχησε να συνεργαστεί και με τον Μάνο Χατζιδάκι, σε τραγούδια όπως είναι τα «Το τραγούδι της σειρήνας» (Με τ’ άσπρο μου μαντίλι), «Κάνε το δάκρυ σου χαρά» και το «Άστρο της Ανατολής».

Οι μεγάλες λαϊκές επιτυχίες

Η Μαίρη Λίντα έχει στη φαρέτρα της, τραγούδια όπως μεταξύ άλλων είναι τα «Περασμένες μου αγάπες» αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Μαίρης Λίντα και παραμένουν μέχρι σήμερα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά λαϊκά τραγούδια που συνδέθηκαν με εκείνη, «Ηλιοβασιλέματα», «Δεν θέλω πια να ξανάρθεις», «Αφού το θες», «Πολλές φορές», «Μοιάζεις κι εσύ σαν θάλασσα», «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω». Κομμάτια που ακόμα και σήμερα τραγουδιούνται, αναδεικνύοντας το λεπτό της ύφος αλλά και το ήθος ως ερμηνεύτρια.

«Μεγάλωσε» καλλιτεχνικά σε εποχή που το λαϊκό τραγούδι άλλαζε, ακολουθώντας τις κοινωνικές εξελίξεις ενώ η ελληνική κοινωνία -έστω ένα μέρος της- ήθελε να αφήσει πίσω της το δράμα της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου.  Από την άλλη, δεν είπε όχι στον «πολιτικό» συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη αλλά και στον Μάνο Χατζιδάκι. Αυτό καταδεικνύει και το πολύπλευρό της ταλέντο. Παράλληλα αποτραβήχθηκε ήρεμα από τη σκηνή και τα φώτα δεν ευτέλισε την ιστορία της και κυρίως άφησε παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.