Η Μαίρη Λίντα, μία από τις σημαντικότερες φωνές και παρουσίες του ελληνικού πενταγράμμου, δεν είναι πια μαζί μας. Η ζωή, η καριέρα και το αποτύπωμα της, θα μείνει βαθιά χαραγμένο στην ελληνική μουσική σκηνή και όχι μόνο.
Πρόκειται για μια γυναίκα που πέρασε στην ιστορία της λαϊκής κουλτούρας για την ιδιαίτερη χροιά και την έντονη σκηνική παρουσία της. Από μικρή, έδειξε έφεση στη μουσική, και η συνάντησή της με τον Μανώλη Χιώτη, που υπήρξε καθοριστική στην πορεία της, έθεσε τις βάσεις για την καριέρα της. Οι δυο τους έγραψαν ιστορία με τα ντουέτα τους και τις εμφανίσεις τους στα μπουζούκια, που επηρέασαν το ελληνικό τραγούδι και άνοιξαν νέους δρόμους για τις γυναίκες στην ανδροκρατούμενη νύχτα της εποχής.
Η Μαίρη Λίντα γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1936 στον Πύργο Ηλείας και ανατράφηκε σε δύσκολες συνθήκες, κάτι που διαμόρφωσε την αποφασιστικότητα και την εσωτερική της δύναμη. Από παιδί είχε πάθος για τη μουσική και, όπως έχει πει η ίδια, το τραγούδι της έδινε χαρά και ήταν μια μορφή διαφυγής. Στα πρώτα βήματα της καριέρας της, κατάφερε να ξεχωρίσει λόγω της μοναδικής φωνής της και της επιμονής της να κάνει κάτι διαφορετικό: να φέρει μία νέα ερμηνευτική διάσταση στις λαϊκές σκηνές.
Σε ηλικία μόλις 11 ετών γνώρισε τον 24χρονο Μανώλη Χιώτη, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καριέρα της και στη ζωή της. Ο Χιώτης είχε ανακαλύψει την ξεχωριστή φωνή της και οι δυο τους έγιναν ένα από τα πιο διάσημα καλλιτεχνικά ζευγάρια της εποχής. Στην πορεία τους, δεν παρέμειναν στις παραδοσιακές φόρμες του ρεμπέτικου, αλλά υιοθέτησαν στοιχεία της ελαφράς ποπ και σάλσα και μάμπο μουσικής, εισάγοντας το μπουζούκι σε νέα πλαίσια και κάνοντας το ρεπερτόριο πιο προσιτό στο κοινό. Το στιλ τους αποτέλεσε καινοτομία και έκανε τεράστια επιτυχία. Όπως ανέφερε σε συνέντευξή της, «με τον Χιώτη κάναμε τα μπουζούκια πραγματικά λαϊκά».

